Ήταν ένας γύφτος με ένα Ντάτσουν σταματημένος σε ένα φανάρι και βλέπει από τον σπασμένο του καθρέφτη να έρχεται με 1000 ένας με μία Πόρσε.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει η Πόρσε και σταματάει χιλιοστά απο το Ντάτσουν του γύφτου.
Κατεβαίνει τρομαγμένος ο γύφτος και πηγαινει στον οδηγό της Πόρσε:
- Τι κάνεις ρε! Θα με σκοτώσεις! Πως πας έτσι;
Ανοίγει ο οδηγός της Πόρσε το ηλεκτρικό παράθυρο και του λέει:
- "Τα πάντα στην ζωή είναι ακρίβεια", ΣΑΙΞΠΗΡ.
Και κλείνει το παράθυρο.
Τον κοιτά σαστισμένος ο γύφτος και επιστρέφει στο Ντάτσουν. Ξεκινάει πάει τσούκου-τσούκου, και σταματά στο επόμενο φανάρι.
Βλέπει πάλι ο γύφτος από τον καθρέφτη την Πόρσε να τρέχει πίσω του, και πάλι να σταματά λίγα μόλις χιλιοστά από το Ντάτσουν.
Ξανακατεβαίνει κάτω:
- Τι θες ρε! Πας να με σκοτώσεις;
Ανοίγει πάλι ο οδηγός της Πόρσε το ηλεκτρικό παράθυρο και του λέει:
- "Τα πάντα στην ζωή είναι ακρίβεια", ΣΑΙΞΠΗΡ.
Και κλείνει το παράθυρο.
Νευριάζει ο γύφτος και επιστρέφει στο Ντάτσουν μονολογώντας:
- Να δεις τι θα πάθεις, μαλάκα.
Ανοίγει το φανάρι, ξεκινάει ο γύφτος και κάνει στην άκρη στην διαδρομή, αφήνοντας να τον προσπεράσει η Πόρσε.
Σταματάει η Πόρσε στο φανάρι, γκαζώνει ο γύφτος το Ντάτσουν, και πέφτει πάνω στην Πόρσε.
Κατεβαίνει ο οδηγός της Πόρσε και πάει κοντά στον γύφτο φωνάζοντας:
- Τι έκανες ρε; Ξέρεις τι ζημιά είναι αυτή; Ξέρεις πόσο έχουν τα ανταλλακτικά της Πόρσε;
Ανοίγει ο γύφτος το παράθυρο και λέει νευριασμένος:
- "Το μου.. της μάνας σου!" ΜΗΤΣΟΣ.
Ήταν ένας τύπος που πήγαινε σε ένα χωριό αλλά έμεινε από λάστιχο σε ένα απόμερο σημείο.
Πάει στο πορτ-μπαγκαζ να πάρει το γρύλλο για να αλλάξει το λάστιχο και είδε με απελπισία ότι δεν το είχε μαζί του. Εκεί γύρο υπήρχε μόνο δάσος και ο άνδρας είδε στο βάθος μία φωτεινή κουκίδα. Μη έχοντας λοιπόν άλλη επιλογή ξεκίνησε να περπατήσει προς τα εκεί. Καθώς περπατούσε σκεφτότανε από μέσα του:
"Θα πάω εγώ εκεί θα χτυπήσω την πόρτα του σπιτιού, θα μου ανοίξει την πόρτα ο άνθρωπος που μένει εκεί, θα μου πει:
"Ναι, παρακαλώ τί θέλετε;"
Θα του πω εγώ:
"Καλησπέρα σας, συγνώμη για την ενόχληση, αλλά ξέρετε έμεινα από λάστιχο και δεν έχω γρύλλο για να το αλλάξω. Μήπως θα μπορούσατε σας παρακαλώ να μου δανείσετε το γρύλλο του αυτοκινήτου σας για να αλλάξω το λάστιχό;"
Θα μου πει όμως ο άλλος (και με το δίκιο του):
"Καλά ρε ανθρωπέ μου, με ξυπνάς μέσα στα μεσάνυχτα για να μου ζητήσεις το γρύλλο του αυτοκινήτου μου; Είσαι ηλίθιος;"
Θα του πω όμως εγώ:
"Σας παρακάλεσα να μου δανείσετε το γρύλλο σας και τώρα πάλι, σας παρακαλώ δώστε μου μισό λεπτό το γρύλλο σας να αλλάξω το λάστιχο και θα σας τον επιστρέψω αμέσως μόλις τελειώσω."
Θα μου πει όμως εκείνος:
"Μα είναι αυτός λόγος να με ξυπνήσεις στα καλά καθούμενα, βρε ηλίθιε;" Και τότε θα του πώ..."
Τέλος πάντων σκεφτόταν την κουβέντα που θα γινόταν για το γρύλλο και κάποια στιγμή φτάνει στο σπίτι, χτυπάει, του ανοίγει ένας άνδρας και τον ρωτάει:
- Ναί, παρακαλώ τι θέλετε;
Και του απαντάει ο άνδρας:
- Ρε, δεν πάς να γαμηθείς κι εσύ και ο γρύλλος σου!
Και εσύ για παγωτό ήρθες;
Είναι ένας πιτσιρικάς και μπαίνει φουριόζος μέσα σ΄ ένα φαρμακείο: Πιτσιρικάς:
- Καλημέρα σας! Θα ήθελα ένα χωνάκι παγωτό παρακαλώ. Φαρμακοποιός:
- Εδώ είναι φαρμακείο και όχι παγωτατζίδικο!Πιτσιρικάς:
- Καλά ευχαριστώ! Φεύγω... Μετά από 5 λεπτά ο πιτσιρικάς ξαναμπαίνει φουριόζος στο φαρμακείο. Πιτσιρικάς:
- Γεια σας! Θα ήθελα ένα χωνάκι παγωτό και ένα οικογενειακό σοκολάτα-κρέμα!Φαρμακοποιός:
- Καλά ρε δεν καταλαβαίνεις ότι εδώ πουλάμε φάρμακα και όχι παγωτά;Πιτσιρικάς:
- Καλά, καλά φεύγω. Φαρμακοποιός:
- Φύγε και μην ξαναπατήσεις εδώ! Μετά από 10 λεπτά ο πιτσιρικάς ξαναμπαίνει φουριόζος στο φαρμακείο. Πιτσιρικάς:
- Γεια σας! Θα ήθελα ένα κυπελλάκι παγωτό μαζί με τρούφα και σιρόπι σοκολάτα! Νευριασμένος ο φαρμακοποιός του απαντάει:Φαρμακοποιός:
- Λοιπόν άμα ξαναπατήσεις εδώ θα σε κρεμάσω σαν κι αυτόν εκεί (ο φαρμακοποιός του έδειξε τον Εσταυρωμένο Ιησού). Πιτσιρικάς:
- Καλά, καλά φεύγω. Μετά από 15 λεπτά ο πιτσιρικάς ξαναμπαίνει φουριόζος στο φαρμακείο. Πιτσιρικάς:
- Γεια σας! Θα ήθελα ένα κυπελλάκι παγωτό και ένα χωνάκι καραμέλα!Φαρμακοποιός:
- Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω. Αρπάζει τον πιτσιρικά και τον σταυρώνει δίπλα στον Ιησού. Ο πιτσιρικάς γυρνάει το κεφάλι του, κοιτάει τον Ιησού και του κάνει την εξής ερώτηση:
- Και συ για παγωτό ήρθες;
Μια άλλη φορά, μάζεψαν τους μαθηματικούς και τους φυσικούς, και τους ανάθεσαν το εξής πρόβλημα: Έστω ότι έχετε στη διάθεση σας έναν πλαστικό κουβά με νερό, ένα σκεύος pyrex ικανό να χωρέσει το περιεχόμενο του κουβά και ένα ηλεκτρικό μάτι. Ποιος ο βέλτιστος τρόπος για να ζεστάνετε το νερό;
Οι φυσικοί, συσκέφτηκαν, συζήτησαν, έψαξαν τη σχετική βιβλιογραφία, έκαναν μερικά πειράματα, και τελικά είπαν: Αδειάζουμε το περιεχόμενο του κουβά στο pyrex, τοποθετούμε το pyrex στο ηλεκτρικό μάτι, ανάβουμε το μάτι και ζεσταίνεται το νερό. Οι μαθηματικοί, με τη σειρά τους, συσκέφτηκαν, συζήτησαν, έψαξαν τη σχετική βιβλιογραφία και τελικά είπαν:
Αδειάζουμε το περιεχόμενο του κουβά στο pyrex, τοποθετούμε το pyrex στο ηλεκτρικό μάτι, ανάβουμε το μάτι και ζεσταίνεται το νερό.
Καλώς, είπαν οι κριτικοί. Έστω τώρα το εξής πρόβλημα: Δίνεται ένα pyrex γεμάτο με νερό και ένα ηλεκτρικό μάτι. Ποιος ο βέλτιστος τρόπος για να ζεστάνουμε το νερό; Οι φυσικοί, συσκέφτηκαν, συζήτησαν, έψαξαν τη σχετική βιβλιογραφία και τελικά είπαν:
Τοποθετούμε το pyrex στο ηλεκτρικό μάτι, ανάβουμε το μάτι και ζεσταίνεται το νερό.
Οι μαθηματικοί, με τη σειρά τους, συσκέφτηκαν, συζήτησαν, έψαξαν τη σχετική βιβλιογραφία, κατάστρωσαν και λύσανε μερικά συστήματα διαφορικών εξισώσεων και τελικά είπαν:
Αδειάζουμε το περιεχόμενο του pyrex στον πλαστικό κουβά και το πρόβλημα μας ανάγεται στο προηγούμενο...
Ένας μεσόκοπος καουμπόη, κλασικά ντυμένος με καρό πουκάμισο, τζιν, δερμάτινο μπουφάν, καπέλο και μπότες με σπιρούνια, μπαίνει σε ένα κεντρικό μπαρ της Νέας Υόρκης, κάθεται στον πάγκο και παραγγέλνει ένα ουίσκι.
Εκεί που απολάμβανε το ποτό του, μπαίνει μια κοπελίτσα στο μπαρ και κάθεται δίπλα του. Αφού παρήγγειλε κι εκείνη ένα ποτό, γυρίζει στον καουμπόη, τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω, και μιας κι ήταν περίεργο για έναν καουμπόη στο κέντρο της Νέας Υόρκης, τον ρωτάει:
- Είσαι αληθινός καουμπόη;
- Κοίτα... της λέει αυτός, ... Έχω περάσει όλη μου τη ζωή στους στάβλους, βόσκοντας αγελάδες, καβαλώντας άλογα, φτιάχνοντας φράχτες... Μάλλον είμαι λοιπόν αληθινός καουμπόη.
Περνάνε λίγα λεπτά αμηχανίας, χωρίς να βγάλουνε κουβέντα, ώσπου αυτός παίρνει το θάρρος να ρωτήσει:
- Εσύ τι είσαι;
- Κοίτα... Ποτέ δεν έχω πάει σε στάβλο, ούτε έχω βοσκήσει αγελάδες, άρα δεν είμαι καουμπόη, απαντάει εκείνη. Όλη μου τη μέρα την περνάω να σκέφτομαι γυναίκες. Όταν κάνω μπάνιο, όταν τρώω, όταν βλέπωτηλεόραση, συνέχεια σκέφτομαι γυναίκες, και πολλές φορές μάλιστα τις σκέφτομαι γυμνές. Αρα είμαι λεσβία.
Μετά από λίγο εκείνη έφυγε, κι ο καουμπόη, λίγο σκεπτικός αυτή τη φορά, παρήγγειλε κι άλλο ποτό. Αυτή τη φορά κάθισε δίπλα του ένα νεαρό ζευγάρι, το οποίο επίσης παραξενεύτηκε με την παρουσία του καουμπόη, και τον ρώτησαν:
- Είσαι αληθινός καουμπόη;
- Κοίτα... λέει εκείνος, πάντα νόμιζα ότι ήμουνα ένας αληθινός καουμπόη, αλλά μόλις σήμερα ανακάλυψα ότι είμαι λεσβία.