Σε μια δεξίωση τρεις κύριες όρθιες συζητούν για τη μόδα στα γάντια.
- Στο Λονδίνο που ήμουν την περασμένη εβδομάδα, λέει η πρώτη, τα γάντια ήταν τα περισσότερα μαύρα και οι γυναίκες τα φορούσαν μέχρις... Εδώ, και με το ένα χέρι δείχνει τον αγκώνα του αλλού χεριού..
- Αχ, μη μου πεις, απαντάει η δεύτερη, εγώ τον περασμένο μήνα είδα στο Παρίσι να τα φορούν μέχρις εεεδω, και δείχνει μια μέση απόσταση στο χέρι της από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα...
- Καλέ τι λέτε τώρα; πετάγεται και η τρίτη, εγώ ξέρω ότι σήμερα όλες οι γυναίκες φορούν γάντια μαύρα αλλά και χρωματιστά και μάλιστα μέχρις... εεεδω, και δείχνει με το χέρι της λίγο πιο πάνω από τον καρπό...
Λίγο παραπέρα κάθεται μια γιαγιά που τις βλέπει να κάνουν αυτές τις χειρονομίες αλλά δεν... ακούει τι λένε. Σηκώνεται, πλησιάζει και αυτή στην παρέα και λέει:
- Κοριτσάκια μου, ακουστέ με και μένα που έχω περισσότερη πείρα... Δεν έχει σημασία το μέγεθος... Αυτό που έχει σημασία είναι να είναι καλό παιδί!
Ένας υπερήλικας, γύρω στα 80, κάθεται μαζεμένος στο παγκάκι του πάρκου και κλαίει. Τον βλέπει κάποιος περαστικός, τον λυπάται και τον ρωτάει με ενδιαφέρον τι έχει και κλαίει...
- Να, απαντάει ο άλλος, είμαι παντρεμένος με μια πολύ όμορφη κοπέλα γύρω στα 25 που με αγαπάει παρά πολύ. Να φανταστείς, κάθε πρωί μου κάνει ένα καταπληκτικό πρωινό και μετά κάνουμε έρωτα. Για το μεσημέρι, μαγειρεύει υπέροχο φαγητό, τρώμε, κοιμόμαστε και μετά κάνουμε έρωτα. Το βράδυ πάλι το ίδιο, τρώμε εκπληκτικό βραδινό και, πριν κοιμηθούμε, κάνουμε πάλι έρωτα.
Όλη αυτή την ώρα, ο άλλος τον παρακολουθεί γεμάτος περιέργεια και δεν μπορεί να καταλάβει που το πάει...
- Καλά ρε μεγάλε, του λέει, και είναι αυτός λόγος να κάθεσαι και να κλαις; Έτσι που μας τα λες, εσύ θα έπρεπε να ήσουν ο ευτυχέστερος άνθρωπος στο κόσμο...
- Είμαι, πως δεν είμαι, απαντάει ο 80ουτης...
- Ε, τότε τι έχεις πάθει βρε κόπανε και κλαις έτσι; ξεσπάει ο άλλος...
- Να, τι να σου πω τώρα, να... δεν μπορώ να θυμηθώ που είναι το σπίτι μου!..
Kαλό παιδί αλλά κομμάτι χαζούλης ήτανε ο φίλος μας ο Ιβάν.
Ζούσε στη μακρινή Ρωσία την εποχή του Τσάρου και όπως όλα τα παιδιά αυτής της κατηγορίας μοστράριζε και για περιζήτητος γαμπρός. Κούκλα ήτανε η αρραβωνιαστικιά του και φυσικά παρθένα. Αυτά βέβαια γινόντουσαν την εποχή του Τσάρου. Τώρα που Τσάρος πια; Ορίσανε και το γάμο τους και ήτανε όλο γέλια και χαρές.
Την ευτυχία τους ήλθε να χαλάσει ο κακός δράκος που λυμαινότανε την περιοχή τη μακρινή εκείνη εποχή. Κάτι σαν τη ΣΔΟΕ τη σημερινή ήτανε ο φόβος και ο τρόμος. Ξέρετε από εκείνα τα τέρατα με τρία κεφάλια και μεγάλα φτερά. Την παραμονή του γάμου βρίσκει τον Ιβάν και του λέει σταράτα:
- Τι μαθαίνω Ιβάν; Παντρεύεσαι ε; Όπως θα ξέρεις όλες τις παρθένες πρώτα τις δοκιμάζω εγώ για να τις εγκρίνω και μετά ο γαμπρός. Λοιπόν κι εσύ σαν πιστός και καλός υπήκοος θα μου φέρεις το βράδυ την αρραβωνιαστικιά σου στο χαμάμ να την εγκρίνω. Και μη την βρω ξεπαρθενεμένη, σ έφαγα κακομοίρη μου.
Αυτά είπε ο δράκος και ο άμοιρος ο Ιβάν έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Δε μιλιότανε όλη μέρα. Πως θα το έλεγε στην καλή του; Θα του την πή***γε ο δράκος και αυτός θα την έπαιρνε δεύτερο χέρι; Ήτανε να πέσει να πεθάνει. Πάνω στην απελπισία του και για καλή του τύχη, να σου τρία χτισμένα παλικάρια ντερέκια μέχρι εκεί πάνω.
- Τι έχεις βρε Ιβάν και είσαι σα θλιμμένη Μεγάλη Παρασκευή; του λέει το ένα παλικάρι. (Ως γνωστόν στη Ρωσία την εποχή του Τσάρου ήτανε όλοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι)
- Τι να έχω μωρέ παιδιά; Να έτσι κι έτσι. Ο δράκος με τα τρία κεφάλια θέλει να του πάω την αρραβωνιαστικιά μου στο χαμάμ το βράδυ για τα περαιτέρω και είμαι να σκάσω.
- Και γι αυτό στεναχωριέσαι βρε χαζέ; Aστο πάνω μας το θέμα. Εσύ κάτσε σπιτάκι σου με την αρραβωνιαστικιά σου και εμείς θα το τακτοποιήσουμε το ζήτημα, του είπανε τα παλικάρια με ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση, σαν υποψήφιου πολιτικού σε προεκλογικό talk show.
Ανακουφισμένος ο Ιβάν την έστησε από νωρίς έξω από το χαμάμ κρυμμένος πίσω από κάτι θάμνους και είδε το δράκο να μπαίνει σηκώνοντας κουρνιαχτό με τις φτερούγες του και μετά από λίγο καπάκι και τα τρία παλικάρια. Περίμενε κι αυτός με αγωνία να δει τι θα γίνει.
Οι ώρες όμως περνάγανε και ούτε φωνή ούτε ακρόαση από το χαμάμ. Τον Ιβάν τον είχανε ζώσει τα φίδια και είχε αρχίσει να μουδιάζει άσχημα ζαρωμένος πίσω από το θάμνο όπως ήτανε. Πάνω στο τρίωρο λοιπόν πήρε τη θαρραλέα απόφαση και ξετσούμισε. Aνοιξε την πόρτα του χαμάμ δειλά δειλά και βρέθηκε μπροστά στο εξής θέαμα:
Το ένα το παλικάρι είχε ακινητοποιήσει το δράκο και του κράταγε τα τρία κεφάλια, το δεύτερο κάτω από τις μασχάλες και το τρίτο ανάμεσα στα σκέλια του. Το δεύτερο παλικάρι τον πηδ**σε από πίσω και το τρίτο είχε σκύψει πίσω από το πρώτο, χάιδευε το μεσαίο κεφάλι του δράκου και του έλεγε με συμπονετική φωνή:
- Είδες μαλ*κα μου; Ενώ αν είχες ένα κεφάλι και τρεις κ*λους θα είχαμε τελειώσει προ πολλού και τώρα θα ήσουνα σπιτάκι σου.
Ήταν μια φορά ένας άντρας .
Ήταν περίοδο Χριστουγέννων και το αφεντικό του έδωσε δώρο 600000 χιλιάδες αυτός πηγαίνοντας σπίτι όλο χαρά παρασύρθηκε από κάτι φίλους του και πήγε έπαιξε φρουτακια . Παίζει αρχικά 50000 χιλιάδες . Μετά από λίγο συμπληρώνει άλλες 50000 έτσι σιγά σιγά έφαγε όλα του τα λεφτά . Ο φουκαράς αφού σκέφτηκε πως αν πήγαινε στο σπίτι και έλεγε όλα αυτά στη γυναίκα του αυτή θα τον έδιωχνε . Τη στιγμή που σκεφτόταν αυτά τον είδε ένας ψεύτικος Aγιος Βασίλης και τον φώναξε να πάει κοντά του αφού αυτός του είπε τι έγινε ο Aγιος Βασίλης σκέφτηκε πονηρά λέγοντας τον αν μου πάρεις ένα τσιμπ**κι θα σου δώσω πίσω τα λεφτά σου αφού ο άντρας το σκέφτηκε καλά τελικά του πήρε ένα τσιμπ**κι μόλις τελείωσε όλο χαρά του ζήτησε τα λεφτά και γυρνάει και του λέει τότε ο Aγιος Βασίλης " καλά πιστεύεις ακόμα στον Αι Βασίλη ; "
Ένας τροχονόμος σταματάει πρωί πρωί κάποιο ν για υπερβολική ταχύτητα , την ώρα που τον γράφει αυτός κλαίγεται ότι έχει αργήσει στην δουλεία του και παρακαλάει να του την χαρίσει .
Ο τροχονόμος σκέφτεται λίγο και του λέει , θα σου κάνω μια ερώτηση και αν απαντήσεις σωστά θα σου χαρίσω την κλήση , εντάξει ; Ακούω λέει ο παραβάτης . Τι είναι κίτρινο μακρύ και έχει δυο κεραίες επάνω του ; Απλό απαντάει ο άλλος , είναι ένα τρόλεϊ . Ναι του λέει ο τροχονόμος αλλά δεν ήσουν ακριβής , είναι ένα τρόλεϊ που πάει στο Παγκράτι ; στα Πατησιά ; στην Καλλιθέα ; και του κόβει την κλήση . Λέει τώρα ο παραβάτης , πριν φύγω να σου κάνω και εγώ μια ερώτηση ; Ναι , απαντάει ο τροχονόμος . Τι είναι ανάμεσα στα ποδιά της γυναίκας και έχει τρίχες ; Απλό , λέει ο τροχονόμος , το μο**ί . Ναι του λέει ο παραβάτης αλλά δεν είσαι ακριβής , το μο**ί της μάνας σου ; το μο**ί της αδερφής σου ; !
Πάει ένας βλάχος σ ένα μπο***έλο στην Αθήνα για πρώτη φορά. Χτυπάει το κουδούνι, βγαίνει η πόρνη και τον παίρνει μέσα στο δωμάτιο της. Ρωτάει ο βλάχος:
- Πόσου πάει του ταγάρ… του μαλλί ήθηλα να πω;-30 ευρώ, αν όμως θέλεις να κάνουμε και το 69 τότε 10ευρω επιπλέον.
- Ηξήντα ηνέα; τι ‘ν’ τούτο πάλι; Ρωτάει.-Ερωτική στάση, του λέει,-Ουραία, ουραία για να του λες ισεί κατ θα ξερς. Αφού λοιπόν βάζει τον βλάχο στην κατάλληλη θέση και αρχίζουν, η πόρνη που ήταν κρυωμένη της έρχεται και κλάνει…-ζαρττ… συγνώμη, του λέει-Δεν πραζ δεν πραζ απαντάει ο βλάχος, δυο λεπτά αργότερα ξανά… -ζαρττ... η πόρνη, την κοιτάζει αυτός και σκέφτεται -έχ’ γούστου, της έρχεται κλάσιμο και τρίτη φορά, ως που σηκώνεται ο βλάχος επάνω νευριασμένος και τις λέει:
- Φτουσου μουρή καρ***λα μη βρώμσες, τις άλλες ηξηνταέξ κάντεις μόνης!
Καθόταν ένας παππούς στην αυλή και κοίταζε τον μικρό του εγγονό να παίζει.
Βλέπει τον εγγονό να βγάζει ένα σκουλήκι από την τρύπα, οπότε πηγαίνει στον εγγονό και του λέει:
- Θα σου δώσω πέντε ευρώ αν μπορέσεις να ξαναβάλεις το σκουλήκι μέσα στην τρύπα από όπου το έβγαλες.
Το αγοράκι σκέφτηκε ότι είναι πολύ εύκολο, και έτσι προσπάθησε. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι δεν γινόταν τίποτε έτσι. Έτρεξε μέσα πήρε την λακ της γιαγιάς και ψέκασε το σκουλήκι. Το άφησε να στεγνώσει και μετά χωρίς δυσκολία το έχωσε πάλι στην τρύπα.
- Αυτό ήταν πολύ έξυπνο κόλπο, είπε ο παππούς. Πάρε τα 5 σου ευρώ.
Την επόμενη μέρα το αγόρι έπαιζε πάλι, και ο παππούς το πλησιάζει και του δίνει άλλα 5 ευρώ.
- Γιατί είναι αυτά; ρωτάει το αγόρι.
- Και η γιαγιά σου πιστεύει ότι ήταν έξυπνο κόλπο!