Ακουσε ο Τοτός τη λέξη ραντεβού και περίεργος αναρωτήθηκε τι σημαίνει . Ρωτάει τη μητέρα του, και αυτή τον διαολόστειλε το ίδιο και ο πατέρας του. Πάει στον αδερφό του και αυτός του απαντά:
"Καλά που μου το θύμισες"
. Παίρνει λοιπόν το τηλ. ο αδερφός του και:
"Έλα Μαρία, θα περάσω το βράδυ με το αμάξι να πάμε σινεμά και μετά καμιά βόλτα. Εντάξει;"
"Εντάξει"
, απαντά η Μαρία. Ωραίο πράγμα το ραντεβού , λέει ο Τοτός και σκέφτεται να κρυφτεί στο πορτ-παγκαζ ώστε να καταλάβει τι γίνεται σ ένα ραντεβού. Κρύβεται ο Τοτός, πάνε σινεμά και στη συνέχεια σε μια παραλία. Λέει ο αδερφός του Τοτού:
"Μαρία, εδώ δεν ήρθα να σου δείξω την παράλια ούτε τα αστερία. ήρθα να σε γαμ***. Θες?"
"Όχι", απαντά η Μαρία. "Δεν πειράζει. Εγώ θα γυρίσω με το αμάξι και εσύ με τα πόδια τότε". Εν το μεταξύ, ο Τοτός κρυμμένος, άκουγε. Χαρούμενος για το τι εστί ραντεβού , την επόμενη μέρα παίρνει τηλ. την Τοτίνα . "Έλα Τοτίνα, θα περάσω το βράδυ με το πατίνι να πάμε σινεμά και μετά καμιά βόλτα. Εντάξει;"
"Εντάξει"
Λέει η Τοτίνα. Έτσι και έγινε. Πάνε σινεμά και μόλις πάνε στην παραλία, λέει ο Τοτός:
"Εδώ δεν ήρθα να σου δείξω την παράλια ούτε τα αστερία. Ήρθα να σε γαμ***. Θες?"
"Θέλω"
Απαντά η Τοτίνα. Και κάνει ο Τοτός:
" Ε τότε, πάρε εσύ το πατίνι και εγώ θα γυρίσω με τα πόδια".
Μια κοπέλα βγήκε έξω και γύρισε αργά. Την άλλη μέρα το πρωί η μητέρα της την ρωτούσε για όλα.
- Χρύσα χτες που ήσουν; - Βγήκα με τον Γιάννη. (Εν τω μεταξύ ο πατέρας της καθόταν και διάβαζε την εφημερίδα του χωρίς να δίνει σημασία.) - Μετά τι κάνατε; - Πήγαμε σε ένα bar και με κέρασε.
- Ακούς Νίκο (ο πατέρας) η κόρη σου τα έπινε με έναν μαντράχαλο, του λέει η γυναίκα του. (Ο πατέρας δεν έδινε σημασία και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του) - Μετά τι έγινε; - Μετά με πήγε στο σπίτι του και με ξανακέρασε.
- Ακούς Νίκο; Η κόρη σου πήγε και στο σπίτι του. (Ο πατέρας μόνο ακούει χωρίς να δίνει σημασία) - Μετά τι κάνατε; - Μετά με έγδυσε και μου έκανε γλυφομούνι.
- Ακούς Νίκο τι έκαναν; (Ο Νίκος το χαβά του) - Μετά τι έγινε; - Μετά του πήρα μια πίπα, μετά με πήρε από πίσω και απο μπροστά. Παρατάει την εφημερίδα ο πατέρας της, πηγαίνει κοντά της, της δίνει ένα χαστούκι και της λέει: Α να χαθείς πουτανάκι πρωί πρωί μας κάβλωσες!
Ένα ζευγαράκι έφηβοι κρύφτηκαν στο κοντινό δασάκι δίπλα στο χώρο που διεξάγονταν ένας ποδοσφαιρικός αγώνας σε ανοικτό γήπεδο, στα περίχωρα της πόλης. Aρχισαν τις περιπτύξεις, φιλιά, χάδια, τα γνωστά, οπότε σε κάποια στιγμή της λέει αυτός:
- Κοίτα, τόσο καιρό είμαστε μαζί και τα κάνουμε αυτά. Δεν νομίζεις ότι ήρθε καιρός να ολοκληρώσουμε;
- Εντάξει, συμφώνησε κι η κοπέλα, αλλά ξέρεις, είμαι παρθένα κι έχω ακούσει ότι πονάει. Με τόσο κόσμο μαζεμένο, όπως καταλαβαίνεις, φοβάμαι μη μας ακούσουν.
- Aκου τι θα κάνουμε, της λέει ο τύπος μετά από λίγη σκέψη. Αν πονέσεις, θα αρχίσεις να μουγκρίζεις σαν αγελάδα, κι εγώ θα σταματήσω. Αν όμως σ αρέσει, αρχίνα να τραγουδάς για να ξέρω κι εγώ να συνεχίσω. Μ αυτό τον τρόπο, και να μας ακούσουν, δεν θα καταλάβουν.
Έτσι και έγινε, οπότε μετά από λίγο φωνάζει η γυναίκα:
- Μουουουου... μουουουου... μουουου φαγες όλα τα δαχτυλίδια...
Ήταν μια φορά ένας ο οποίος όπου έβρισκε θηλυκό το πη***σε.
Ξαφνικά μια μέρα πέθανε και πήγε στον παράδεισο, ο άγιος Πέτρος τον υποδέχτηκε και του είπε ότι εδώ να ξεχάσεις ότι έκανες στην γη. Ο καιρός περνούσε και ο φίλος μας είχε αρχίσει να έχει ορμές. Κάθε φόρα που έβλεπε ένα αγγελάκι να σκύβει πήγαινε και του έκανε την δουλειά. Μια μέρα λοιπόν ο άγιος Πέτρος τον κάλεσε ενώπιον του Θεού και του είπε ότι αν ξανασυμβεί αυτό το πράγμα θα τον στείλει στην κόλαση, μετά από λίγο καιρό την έκανε και του άγιου Πέτρου έτσι λοιπόν τον έστειλε στην κόλαση. Πέρασε λίγος καιρός και ο άγιος Πέτρος είχε αγωνία να δει τι κάνει ο επιβήτορας και έτσι αποφάσισε να πάει ο ίδιος να δει τι απέγινε, πάει λοιπόν στην κόλαση αλλά δεν είδε τα καζάνια να ανάβουν και του φάνηκε παράξενο φωνάζει λοιπόν του Βελζεβούλ και τον ρωτάει γιατί δεν ανάβουν τα καζάνια και ο Βελζεβούλ του λέει: Τα σπίρτα είναι κάτω άμα θες σκύψε να πάρεις ένα για να τα ανάψεις.