Υπήρχε κάποτε κάποιος ο οποίος είχε ψείρες. Ρώτησε λοιπόν ένα γνωστό του πως θα απαλλαγεί από αυτές.
Θα πας στο σπίτι σου και θα ανοίξεις τον φούρνο, θα βάλεις το κεφάλι σου μέσα και θα τον ανάψεις στους 250 βαθμούς, με τόση ζέστη οι ψείρες θα αναγκαστούνε να φύγουνε. Πήγε λοιπόν ο τύπος και έκανε ότι ακριβώς του είπε ο φίλος του. Καθώς ψηνότανε το κεφάλι του, κατεβαίνει στη μύτη του η αρχηγός ψείρα και του λέει.
- Άστα μεγάλε, εδώ περνάμε φίνα. Κάνουμε μπάνιο, σάουνα, χαμάμ. Και γαμώ τις διακοπές...
Την επομένη λέει στο φίλο του τι έγινε.
- Η συνταγή που θα σου δώσω τώρα είναι αλάνθαστη. Θα πας σπίτι και θα ανοίξεις τον καταψύκτη, και θα βάλεις το κεφάλι σου μέσα. Ε... Με τόσο κρύο σίγουρα θα φύγουν.
Πήγε λοιπόν σπίτι και έκανε πάλι ότι του είπε. Και ενώ το κεφάλι του είχε σχεδόν παγώσει, κατεβαίνει πάλι η αρχηγός ψείρα και του λέει.
- Πως πάει ρε μεγάλε... Εμείς εδώ είμαστε σε χειμερινές διακοπές... Κάνουμε σκι, παίζουμε χιονοπόλεμο, φτιάχνουμε χιονάνθρωπους... και γαμώ τις ζωές.
Τι να κάνει λοιπόν, πάει στο φίλο του και του λέει πάλι τι έγινε.
- Αυτή τη φορά όμως, του λέει, δεν υπάρχει περίπτωση να αποτύχουμε. Τώρα που θα φύγεις απδω, τον πρώτο που θα συναντήσεις με πολλά μαλλιά και γένια, να έχει και κάνα χρόνο να κάνει μπάνιο, θα τον αρχίσεις στο ξύλο... Μπουνιές, κλωτσιές, και προπάντων κεφαλιές. Έτσι θα φύγουν απ,το δικό σου κεφάλι και θα πάνε στο δικό του.
Βρίσκει λοιπόν κάποιον με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και χωρίς δεύτερη κουβέντα τον αρχίζει στο ξύλο... Μπουνιές, κουτουλιές... Τον αφήνει αιμόφυρτο και αναίσθητο κάτω. Κατεβαίνει λοιπόν πάλι η αρχηγός ψείρα στη μύτη του και του λέει...
- Μπράβο ρε μεγάλε... Τον γά**σες τον πο**τη στο ξύλο... Αλλά και εμείς δεν κάτσαμε με σταυρωμένα τα χέρια. Όση ώρα τον έδερνες εσύ, εμείς του πήραμε 100 ομήρους...
- Μια γυναίκα έχει ένα πρόβλημα με την παπαγαλίνα της η οποία λέει συνέχεια:
"Είμαι πολύ ξαναμμένη, θέλεις να κάνουμε τρελλίτσες;"
Η γυναίκα δεν ξέρει τι να κάνει και μετά από καιρό καταλήγει στον παπά της ενορίας. "Παπά μου το και το.
- Τι θα κάνω με την παπαγαλίνα μου; Ο κόσμος που μπαίνει μέσα στο σπίτι μου, την ακούει να λέει αυτά τα πράγματα και δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτονται.."
"Τέκνων μου μην ανησυχείς, νομίζω πως ξέρω την λύση. Εγώ έχω δύο πολύ θεοσεβούμενους παπαγάλους.
- Από το πρωί μέχρι το βράδυ διαβάζουν την Βίβλο και προσεύχονται...
Εάν την φέρεις την παπαγαλίνα σου και περάσουν μαζί κάποιο χρόνο ίσως να την επηρεάσουν θετικά και το ρεπερτόριό της να αλλάξει.
Τι λες;"
"Καταπληκτική ιδέα πάτερ!" Έτσι την επόμενη μέρα βάζουν την παπαγαλίνα μέσα στο κλουβί.
Με το που βλέπει η παπαγαλίνα τους παπαγάλους τους λέει:
"Είμαι πολύ ξαναμμένη. Θέλετε να κάνουμε τρελλίτσες;"
Τότε ο ένας παπαγάλος κοιτάει τον άλλο και λέει:
"Πέτρο πέτα την Βίβλο... Οι προσευχές μας εισακούσθηκαν!".
Ειναι ένας άνθρωπος ο οποίος πηγαίνει στη δουλειά του και περνά με τα πόδια έξω από ένα μαγαζί πτηνών.
Έξω από το μαγαζί είναι ένας παπαγάλος ο οποίος βλέπει τον άνθρωπο και λέει:
- Γειά σου, βλάκα.
"Μπα, δεν θα το είπε σε εμένα", λέει από μέσα του και φεύγει.
Την άλλη μέρα το ίδιο.
Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο ώσπου μπαίνει στο μαγαζί και λέει ότι αν τον ξαναπεί ο παπαγάλος έτσι, θα κάνει μήνυση.
Την άλλη μέρα τον ξανάλέει ο παπαγάλος "βλάκα" εκείνος μπαίνει στο μαγαζί και τον αγοράζει.
Τον βάζει σε ένα σακί και τον κλείνει στο πορτμπαγκάζ.
Αρχίζει να τρέχει κάνοντας μανούβρες και απότομα φρεναρίσματα.
Φτάνει σε μία ερημιά, βγάζει το σακί και αρχίζει να κοπανάει τον παπαγάλο στα βράχια.
Κοπανάει μέχρι να κουραστεί, μετά ανοίγει το σακί και βγαίνει ο παπαγάλος ξεπουπουλιασμένος και λέει:
- Για δες μετά από τέτοιο σεισμό μόνο εγώ και ο βλάκας μείναμε!
- Ένας Έλληνας, ένας Γερμανός και ένας Ιταλός, περπατούν στη ζούγκλα, όταν πέφτουν θύματα μιας φυλής ανθρωποφάγων.
Όταν φτάσανε στο χωριό, ο αρχηγός τους είπε -Θα σας δώσω μια ευκαιρία να ζήσετε, αν πετύχετε την εξής δοκιμασία: Μέσα σε αυτό το κλουβί υπάρχουν 1000 παπαγάλοι, από τους οποίους μόνο ο ένας είναι ο αρσενικός, τον οποίο θα πρέπει να βρείτε. Ξεκινάει πρώτα ο Γερμανός, δείχνει ένα και λέει: Αυτός είναι.
- Πως το ξέρεις, Ρώτα ο αρχηγός.
- Είναι ο ποιο παχύς, όλοι τον περιποιούνται, άρα είναι αυτός.
- Δεν είναι αυτός, λέει ο αρχηγός. Μετά ο Ιταλός λέει : Αυτός ο αδύνατος πρέπει να είναι, του έχουν αλλάξει τα Φώτα, αυτός πρέπει να είναι.
- Δεν είναι αυτός, του λέει ο αρχηγός. Τρίτος πάει ο Έλληνας, μπαίνει μέσα στο κλουβί και λέει :Α ρε π.. Στ. παπαγάλε, άμα σε βρω θα σε γα**σω.
- Θα μου κλάσεις τα αρ**ια, λέει ο παπαγάλος.
- Αυτός είναι, πιάστε τον φωνάζει ο Έλληνας.
Κάποια ηλιόλουστη μέρα, η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε (σύμφωνα με το λαϊκό μύθο) να επισκεφτεί τη γιαγιά της.
Ο δρόμος ο οποίος περνούσε μέσα από το δάσος, ήταν γεμάτος αγριολούλουδα, και ήταν φυσικό να προσελκύσει το ενδιαφέρον της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι, ενώ πέρναγε μέσα από το δάσος, έψαχνε πίσω από δέντρα και θάμνους για να βρει αγριολούλουδα να πάει στη γιαγιά της.
Σε κάποια στιγμή, στρίβει πίσω από μία οξιά και αντικρίζει τον κακό λύκο. Με αφελές ύφος, τον ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα, απαντάει βιαστικά ο λύκος και την κοιτάει αγριεμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα διστάζει λίγο, αλλά γρήγορα φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να ξαναρχίσει την συλλογή αγριολούλουδων. 20 μέτρα πιο κάτω, και ενώ ακολουθεί μια συστάδα αγριολούλουδων πίσω από ένα πουρνάρι, ξαναπέφτει πάνω στον κακό λύκο. Και πάλι με αφελέστατο ύφος, η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα, λέει με ακόμα πιο αγριεμένο ύφος ο κακός λύκος.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, και η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει στο μάζεμα. Λίγο πιο κάτω, πίσω από κάτι βράχους, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντάει για ακόμα μία φορά τον κακό λύκο. Έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται τη δουλειά, και μπαίνει γρήγορα στο νόημα...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη;
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, απαντάει ο λύκος που με δυσκολία πλέον κρατούσε την οργή του!
Η Κοκκινοσκουφίτσα, συνηθισμένη πλέον, φεύγει αδιάφορη για να ασχοληθεί και πάλι με τα αγριολούλουδα. Σε κάποια στιγμή, και ενώ το καλάθι της είχε σχεδόν γεμίσει, βλέπει μία σπηλιά και μπαίνει μέσα. Εκεί, (για φαντάσου) συναντά και πάλι τον κακό το λύκο, ο οποίος έδειχνε προκλητικά τα δόντια του. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
Και ο λύκος...
- Θα με αφήσεις, γα** το φελέκι μου, να χέσω με την ησυχία μου επιτέλους;