Δημοφιλή ανέκδοτα

Ένας γύφτος παντρεύει την κόρη του και οργανώνει τα του γάμου.
Ψάχνει και βρίσκει μια γύφτικη κομπανία της περιοχής και τους λέει:
"Τέλω να τραγκουντήσιτι στο γκάμο. Από το πρωί που τα ντύνιτι η νύφη μέχρι το γλέντι. Αλλά τέλω να τραγκουντήσιτι κι ένα τραγκούντι για
"Αίματα" όταν τα βγουν τα σιντόνια με τα αίματα το άλλο πρωί"
Πράγματι, την ημέρα του γάμου οι γύφτοι από το πρωί τραγουδούσαν τη νύφη, το απόγευμα όταν ντυνόταν και μετά όλο το βράδυ στο γλέντι.
Όταν πήγαν ο γαμπρός και η νύφη να κοιμηθούν αυτοί έμειναν κάτω από το μπαλκόνι και περίμεναν μέχρι το πρωί να ξυπνήσουν, να βγουν τα ματωμένα σεντόνια και να τραγουδήσουν το τραγούδι με τα "αίματα".
Αργά το πρωί ανοίγουν τα εξώφυλλα και ο γαμπρός απλώνει τα ματωμένα σεντόνια στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Και η γύφτικη κομπανία αρχίζει να τραγουδά:
"Εματα πως είσαι μάγκας, είσαι και μερακλής"
Ένα Αλβανάκι, ο Αλία, ήρθε στην Ελλάδα με τους γονείς του και το έστειλαν σχολείο. Την πρώτη μέρα ρωτάει η δασκάλα τα παιδάκια:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Ελενίτσα.
- Και εσένα;
- Κωστάκη.
Ήρθε και η σειρά του μικρού Αλία:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Με λένε Αλία και είμαι από την Αλβανία.
- Από εδώ και πέρα θα λέμε πως είσαι ο Γιαννάκης και είσαι από την Ελλάδα.
Χάρηκε πολύ ο μικρός, αφού τα υπόλοιπα παιδιά δε θα τον κορόιδευαν και θα έπαιζαν μαζί του.
Όταν γύρισε σπίτι του λέει η μητέρα του:
- Αλία, πλύνε τα χέρια σου και έλα να φάμε.
- Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Αντί να είσαι περήφανος που είσαι από την Αλβανία λες πως είσαι Ελληνόπουλο;
Και του δίνει ένα χέρι ξύλο.
Το βράδυ γυρίζει ο πατέρας του.
- Τι έχεις Αλία; Γιατί κλαις;
- Ουφ πια! Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Δεν ντρέπεσαι να λες ότι είσαι Ελληνόπουλο;
Και τον δέρνει και αυτός.
Την επόμενη μέρα πάει στο σχολείο και τον βλέπει η δασκάλα μελανιασμένο.
- Τι έπαθες Γιαννάκη;
- Πού να σας τα λέω κυρία. Χτες το βράδυ με έδειραν δυο Αλβανοί!
Είχε κανονισθεί φιλικός αγώνας μικτή κόσμου ? Αργεντινή . Ήταν λοιπόν στο αεροπλάνο η μικτή κόσμου και ταξίδευε για Argentina . Κάποια στιγμή , μπαμ μπουμ , γκρατς γκρουτς κ. Τ. Λ. παθαίνουν την κλασσική βλάβη και προσγειώνονται στο κλασσικό χωριό των κλασσικών ζουλού Αφρικανών . Τους πιάνουν όλους και τους οδηγούν στον φύλαρχο. Πρώτος μιλάει ο Ζιντάν. Του λέει:
" Εγώ είμαι το πρώτο όνομα , έχω παίξει στις κορυφαίες ομάδες του κόσμου , Γιουβέντους κ. Τ. Λ., στην εθνική Γαλλίας , έχω λεφτά , δις , τρις , σου τα δίνω όλα για να με αφήσεις ελεύθερο . "
Τίποτα ο φύλαρχος , δε μπανίζει . " Δε με ενδιαφέρει , του λέει , δε σε ξέρω , άπαρτε τον για το καζάνι "
Πάει μετά o Rivaldo :
" Εγώ είμαι το πρώτο όνομα , έχω παίξει στις καλύτερες ομάδες του κόσμου , εκεί εδώ αλλού κ. Τ. Λ. , στην εθνική Βραζιλίας , σίγουρα με ξέρεις και έχω τόσα τρις , στα δίνω για να με αφήσεις . "
" Δε σε ξέρω , δε με ενδιαφέρει τι κάνεις , στο καζάνι "
Μετά η σειρά του Del Piero . " Εγώ , εγώ, μεγάλε , ο πρώτος , ο καλύτερος στην Ιταλία και στον κόσμο όλο , Γιουβέντους μπλα μπλα κ. Τ. Λ. εθνική Ιταλίας, δε με ξέρεις εμένα ; Πολλά λεφτά, τρις , στα δίνω όλα για να με αφήσεις . "
" Αντε ρε , ποιος είσαι εσύ ; Δε σε ξέρω . Στο καζάνι "
Μετά μιλάνε και άλλα τρανταχτά ονόματα , παιχταράδες , αλλά ο φύλαρχος , τίποτα . Δεν ήξερε , κανένα , όλους στο καζάνι . Τελευταίος από όλους ο
Καραταϊδης που τυχαία ήταν στην αποστολή (πουστιά του Κόκκαλη , ως συνήθως ) ( ίσως για τα νερά τον είχαν πάρει ) και χωρίς να πει τίποτα περνάει μπροστά από τον φύλαρχο και πάει κατευθείαν στο καζάνι . Τον σταματάει ο φύλαρχος και τον ρωτάει που πάει χωρίς να πει κάτι , μια κουβέντα .
" Ασε ρε άνθρωπε μου , εδώ δεν ήξερες τόσα και τόσα ονόματα , εμένα θα ξέρεις ; " και συνέχισε. " Κάτσε ρε , σταμάτα . Ποιος είσαι εσύ ; πες "
" Τον χρόνο σου χάνεις . Εγώ είμαι ο Καραταϊδης "
" Ο Καραταίίίίίδηηηςςς , ρε μεγάλε . Εσύ είσαι ; "
Αγκαλιές , φιλιά , χαιρετούρες , ξανά αγκαλιές , ματς μουτς , σλουρπ κ. Τ. Λ.
" Καλά ρε , που με ξέρεις ; " του λέει ο Καραταϊδης που τα είχε παίξει .
Και ο φύλαρχος :
" Εγώ μπαμπά , Oφορίκουε . "
Ο τύπος κερδίζει στο ΛΟΤΤΟ 57.550.550 δραχμές καθαρά και, σούμπιτος φεύγει για την αντιπροσωπία της Φεράρι. "Θέλω αυτήν...", λέει στον υπάλληλο και, τσουπ, ανοίγει την τσάντα και βγάζει το ρευστό. Μετράει ο υπάλληλος και μετά του λέει:
"Κύριε, δυστυχώς το αυτοκίνητο κάνει 57.550.600 δραχμές, με πινακίδες και τα λοιπά...". Ψάχνει στην τσέπη του ο τύπος, τίποτε. Στην άλλη, στις μέσα τσέπες, πουθενά πενηντάρικο! "Περιμένετε"
, λέει στον υπάλληλο και βγαίνει έξω. Βρίσκει ένα περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
"Σε παρακαλώ, καλέ μου άνθρωπε, σώσε με. Όλη μου τη ζωή ήθελα να αγοράσω μια Φεράρι και άμα δεν την αγοράσω εδώ και τώρα, θα πάθω εγκεφαλικό. Θα σκάσω. Θα ψοφήσω σαν το σκυλί. Το καταλαβαίνεις; Χάνομαι! Σε ικετεύω, δώσε μου ένα πενηντάρικο να πάω να την πάρω ΤΩΡΑ και θα σ το φέρω πίσω αύριο πρωί πρωί!"
. Και ο περιπτεράς:
"Καλά, καλά. Μην τρελαίνεσαι, ρε μεγάλε. Να. Πάρε ένα κατοστάρικο και...
Πάρε μου και εμένα μία!".
Ήταν δύο φίλοι που κάθονταν σε μια καφετέρια, και ήταν άφραγκοι. Εκεί που πίναν τον καφέ τους, πετάγεται ο ένας, και λέει:
- "Ρε συ, πως δεν το σκέφτηκα τόσο καιρό! Φεύγω, θα τα πούμε σε λίγους μήνες!"
Ο άλλος καθόταν απορημένος, και περίμενε τρεις μήνες, ώσπου μια ημέρα μια λιμουζίνα παρκάρει έξω από την καφετέρια, και βγαίνει ο φίλος του χλυδάτος και κουστουμαρισμένος!
- "Τι έγινε ρε μεγάλε," του λέει.
- "Ασε ρε, τα κονόμησα. Μου ήρθε η ιδέα να φτιάξω μια ποντικοπαγίδα με σίγουρα αποτελέσματα, την πούλησα και έχω γεμίσει χρήμα!"
- "Τι ποντικοπαγίδα είναι αυτή;"
- "Μα είναι απλό, παίρνω ένα κουτί με δύο θήκες, στις οποίες βάζω ένα κομμάτι τυρί στην μία, και ένα μπιφτέκι στην άλλη. Πάει ο ποντικός μέσα στο κουτί το βράδυ, και το πρωί όταν ανοίγεις το κουτί, τον βρίσκεις ακόμα εκεί να κάθεται ζαλισμένος και να σκέφτεται αν θα φάει το τυρί ή το μπιφτέκι και εσύ λοιπόν τον σκοτώνεις εύκολα!"
- "Και αυτό σε έκανε πλούσιο;"
- "Δεν με βλέπεις;"
- "Ρε μεγάλε, μου ήρθε και εμένα μια ιδέα. Σε λίγο καιρό, θα περάσω από το γραφείο σου να τα πούμε!"
Μετά από τρεις μήνες, έξω από το γραφείο του πλούσιου φίλου, προσγειώνεται ένα ελικόπτερο, και βγαίνει ο φίλος του με συνοδεία μπράβων, και γραμματέων, και μπαίνει στο κτίριο. Όταν τον βλέπει στο γραφείο του, τον ρωτάει:
- "Καλά ρε, πως τα κονόμησες και εσύ τόσο γρήγορα;"
- "Μα είναι απλό φίλε μου. Πήρα την ιδέα σου, και την έκανα ποιο οικονομική, οπότε έβγαλα περισσότερο κέρδος."
- "Δηλαδή;"
- "Να μωρέ, θυμάσαι τον ποντικό που ήταν να διαλέξει το τυρί ή το μπιφτέκι;"
- "Ναι..."
- "Ε, λοιπόν εγώ δεν βάζω τίποτα στο κουτί, οπότε το πρωί που πας και ανοίγεις το κουτί, βρίσκεις τον ποντικό κλαμένο να σκέφτεται που είναι το τυρί ή το μπιφτέκι;"
Ήταν ένα ζευγάρι Ποντίων που ήθελαν να κάνουν παιδιά αλλά δεν μπορούσαν.
Αφού είδαν και απόειδαν πήρε το αφτί τους για τον πεφωτισμένο Γέροντα Πορφύριο που θεράπευε ανίατες ασθένειες και βοηθούσε τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά κι αποφάσισαν να πάνε να τον βρούνε. Ο σεβάσμιος Γέρων τους υποδέχτηκε μετά χαράς. Αφού τους ευλόγησε και τους συμβούλεψε να προσεύχονται στο Θεό και να έχουν βαθύτατη πίστη, τους είπε να πάνε στην Παναγία του Σουμελά να ανάψουν ο καθένας από μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι του και πως η Παρθένος θα τους συμπονούσε και θα πραγματοποιούσε την επιθυμία τους.
Μετά από εκείνη τη συνάντηση το ζεύγος δεν ξαναφάνηκε. Μετά από έντεκα χρόνια ο πεφωτισμένος Γέρων είδε το ανδρόγυνο στον ύπνο του. Αποφάσισε, λοιπόν να πάει να τους βρει και να μάθει τι απέγιναν. Πήρε, λοιπόν, ένα ταξί και πήγε στο Πέραμα όπου διέμενε το ζεύγος. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι.
Π: Γεια σου, δε μένουν πια εδώ ο κύριος και η κυρία Γαβριηλίδου.
- Εδώ μένουν. Εγώ είμαι η κόρη τους.
Π: Δεν είναι κανείς άλλος στο σπίτι;
- Είναι τα άλλα εννιά αδελφάκια μου κι εγώ τα προσέχω.
Π: Κι η μαμά κι ο μπαμπάς που πήγαν;
- Πήγαν στην Παναγία του Σουμελά.
Π: Α, πήγαν να ευχαριστήσουν την Παναγία, έτσι;
- Όχι παππούλη, πήγαν να σβήσουν τις λαμπάδες.
Ήτανε να πάει ο Κλίντον επίσκεψη στην Κεντρική Αφρική. Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στο αεροδρόμιο ( μαύροι ).
Καθώς λοιπόν βγήκε από το αεροπλάνο όλοι οι μαύροι που ήταν εκεί φώναζαν¨Κούμπα, κούμπα, κούμπα! ο Κλίντον δεν μπορούσε να πιστέψει την υποδοχή που του έκαναν οι μαύροι, ούτε στην Τουρκία δεν του έκαναν τέτοια υποδοχή! μετά λοιπόν με ένα αυτοκίνητο ξεναγήθηκε στους "δρόμους" και τις εκεί περιοχές. Απ όπου περνούσε, οι μαύροι φώναζαν με ενθουσιασμό: Κούμπα, κούμπα! Χαίρεται και πάλι ο Κλίντον να βλέπει με τι τιμές τον υποδέχονται οι μαύροι στη χώρα τους.
Αργά το απόγευμα θα πήγαινε ο Κλίντον ένα περίπατο στην "πρωτεύουσα" με τον αρχηγό των μαύρων για να δουν τα αξιοθέατα. Εκεί που περπατούσαν, ο αρχηγός των μαύρων λέει ξαφνικά στον Κλίντον:
- Πρόσεχε στο δρόμο, μην πατήσεις αυτά τα κούμπα!(σκατά)