Πάει ένας τύπος σε ένα μαγαζί με εκκλησιαστικά είδη. Εκεί λοιπόν που χάζευε, βλέπει σε μινιατούρα την εκκλησία της Αγ. Σοφίας.
- Πόσο κάνει αυτό το σπιτάκι; ρωτάει τον μαγαζάτορα.
- Ρε άσχετε, αντίχριστε, δεν είναι σπιτάκι! Η εκκλησία της Αγ. Σοφίας είναι, απαντάει ο μαγαζάτορας. Τέλος πάντων 900 ευρώ κάνει, απαντάει όλο νεύρα...
- Ααα, πολύ ακριβή είναι! Δεν την θέλω!
Λίγο πιο δίπλα, βλέπει ένα καντήλι και λέει:
- Ωραίο αυτό το κεράκι, πόσο κάνει;
Ξανανευριάζει ο μαγαζάτορας και λέει:
- Δεν είναι κεράκι, καντήλι είναι αντίχριστε, και κάνει 500 ευρώ!
- Ααα, πολύ ακριβό είναι! Δεν το θέλω!
Πάει λίγο πιο πέρα, και βλέπει ένα σταυρό με τον Χριστό και λέει:
- Ωραίος αυτός ο σταυρός, πόσο έχει;
Ενθουσιασμένος ο μαγαζάτορας που επιτέλους αναγνώρισε κάτι, λέει:
- Ευτυχώς, ξέρεις και κάτι από θρησκεία, θα στον δώσω 1 ευρώ...
Και λέει ο κύριος:
- Μαζί με αυτόν τον τύπο επάνω;
Κάποιος είχε χρόνια να πάει στην εκκλησία. Ήταν Μ. Παρασκευή και του λέει η γυναίκα του:
- Δεν πας στην εκκλησία, χρόνια έχεις να πας.
- Να πάω, της λέει αυτός, αλλά δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω.
- Ότι κάνουν οι άλλοι, του λέει αυτή.
Πηγαίνει αυτός στην εκκλησία, βλέπει κάποιον να παίρνει κερί, παίρνει και αυτός. Το ανάβει ο άλλος, το ανάβει και αυτός. Κάνει τον σταυρό του, τον κάνει και αυτός.
Κάθεται κάπου, και μετά από λίγη ώρα ετοιμάζονται για την περιφορά του επιτάφιου. Αλλοι παίρνουν τα εξαπτέρυγα, άλλοι τον επιτάφιο, κοιτά και αυτός γύρω του να πάρει κάτι, βλέπει την κολυμπήθρα, την βάζει στον ώμο και ξεκινά με τους άλλους.
Όταν τελειώνει η περιφορά, πεθαμένος στην κούραση, επιστρέφει στην εκκλησία, αφήνει την κολυμπήθρα και γυρίζει στο σπίτι.
- Πως τα πέρασες; τον ρωτά η γυναίκα του.
- Καλά ήταν γυναίκα, αλλά εάν δεν έπεφτα σε μετακόμιση, θα ήταν ακόμη καλύτερα.
Γελάει καλύτερα όποιος έχει καλύτερα δόντια.
Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν δεν πεινούσαν.
Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Κύλησε ο τέτζερης και χύθηκε η σούπα.
Δώσε αέρα στον χωριάτη όταν κάνει καταδύσεις.
Στου κουνγκ-φού την πόρτα υπάρχει μία τρύπα από κλωτσιά.
Όποιος βαριέται να ζυμώσει παίρνει έτοιμο ψωμί.
Όποιος βιάζεται φτάνει γρηγορότερα.
Μη μιλάς, μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς.
Από την πόλη έρχομαι και πάω στο χωριό.
Όποιος δεν έχει μυαλό, είναι άμυαλος.
Ένα μήλο την ημέρα δεν μπορεί να σε χορτάσει.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, εκεί υπάρχει κερασιά.
Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και γοβάκι.
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, πάνε τα λεφτά των συνταξιούχων.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι, από το να σου βάζουν χέρι.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού δεν τα φτάνει κι η νυφίτσα.
Το καλό το παληκάρι βοηθάει την μαμά του.
Δουλειά δεν είχε ο διάολος και γράφτηκε στον Ο. Α. Ε. Δ.
Η γριά κότα θα ψοφήσει όπου να ναι.
Ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από Θηβών.
Κάνε το καλό και δώσε το σε μένα.
Σαν (Sun) θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, Ντέιλυ Μίρρορ (Daily mirror) θέλει ο πεθερός.
Η πολλή δουλειά απαιτεί υπερωρίες.
Όποιος νυχτοπερπατεί κοιμάται ξημερώματα.
Γύρο-γύρο όλοι, εγώ προτιμώ μπιφτέκι.
Από μικρό κι από τρελλό μαθαίνεις παραμύθια.
Στερνή μου γνώση επιτέλους ήρθες.
Έλα μπάρμπα μου να σου δείξω το INTERNET.
Μπρος γκρεμός και πίσω δρόμος.
Η αρχή είναι το ήμισυ του αρχιμανδρίτη.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη βρίσκει.
Φύλαγε τα ρούχα σου βάζοντας ναφθαλίνη.
Μάρτυς γδάρτης θα σε στείλει φυλακή.
Πήγε για μαλλί (της γριάς) και βγήκε με ποπ-κορν.
Ή στραβός είναι ο γιαλός ή ίσιος.
Κάποιο λάκκο έχει ο δρόμος.
Χέσε μέσα Πολυχρόνη, γιατί δεν μπορώ να καθαρίζω άλλο.
Κι αν είσαι και παπάς μάλλον στον Παράδεισο θα πας.
Μάτια που δεν βλέπονται χρειάζονται επειγόντως λίφτιγκ.
Όταν λείπει η γάτα έχεις οικονομία στα friskies.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα ας τρώει καλαμπόκι.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κοκόρι.
Ένας Ηπειρώτης επιστρέφει στο χωριό του μετά από απουσία τριάντα ετών στην Αμερική. Μετά από λίγο χρόνο πεθαίνει ο πατέρας του και μένει με την γρια μάνα του. Η μάνα του διαρκώς τον πιέζει να βρει μια γυναίκα να παντρευτεί για να τον φροντίζει όταν αυτή πεθάνει.
Μετά από λίγο καιρό του προξενεύουν μια χωριανή του και την παντρεύεται. Το πρώτο βράδυ του γάμου πέφτει για ύπνο χωρίς να κάνει τίποτα στην γυναίκα του. Περνά ένα χρονικό διάστημα δύο τριών εβδομάδων χωρίς όμως να τις κάνει τίποτα.
Η γυναίκα του στενοχωρημένη το λέει στην πεθερά της. Η πεθερά της λέει να πέσει στο κρεβάτι και να κάνει την άρρωστη.
- Πράγματι η νύφη προσποιείται την άρρωστη. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο η κατάσταση της νύφης χειροτέρευε. Μετά από δεκαήμερο αρρώστιας η γυναίκα προσποιούνταν την ετοιμοθάνατη και τότε ο γιος ρωτά την μάνα του τι να κάνει για να σωθεί η γυναίκα του.
- Η πονηρή γριά μάνα του λέει να πάει στην εκκλησία στο ιερό και αφού πέσει στα γόνατα να προσευχηθεί στην Παναγία και αυτή πιθανόν να του φανερώσει τι πρέπει να κάνει.
- Πράγματι αυτός πηγαίνει στην εκκλησία γονατίζει μπροστά στο ιερό και ρωτά την Παναγία τι να κάνει για να σωθεί η γυναίκα του.
Ξαφνικά ακούει μέσα από το ιερό μια βαθιά φωνή που προέρχονταν από την κρυμμένη μέσα στο ιερό μάνα του να του λέει:
- Να πας γρήγορα στο σπίτι και να την γαμήσεις. Τρέχει αμέσως στο σπίτι του και γαμάει την γυναίκα του. Τότε γίνεται το θαύμα, αυτή σηκώνεται από το κρεβάτι της όλο χαρά και υγεία.
Μετά από αυτό το θαύμα ο δύστυχος Ηπειρώτης πέφτει σε βαθιά μελαγχολία, ούτε έτρωγε, σπάνια μιλούσε και δεν ενδιαφέρονταν για τίποτε. Τότε η γριά μάνα του ανησυχώντας τον ρώτησε τι τον βασάνιζε.
Αυτός της απάντα:
- Αχ ρε μάνα δεν ήξερα να γαμήσω και τον πατέρα για να μην πεθάνει.
Ήταν ένας παππάς σ ένα χωριό που είχε ως μεταφορικό μέσο ένα ποδήλατο. Κυκλοφορούσε συνεχώς μαυτό. Μια μέρα είναι πεζός ο πάτερ! Τον βλέπει ένας πιτσιρικάς και τον ρωτάει απορημένος.
- Πως και πεζός πάτερ; Που είναι το ποδήλατο;
- Ξέρω γω; Μου το κλέψανε, το έχασα, δεν ξέρω.
- Θα σε βοηθήσω να το βρεις πάτερ λέει ο μικρός, που ήθελε να τα έχει καλά με την εξουσία.
- Την Κυριακή που θα έχει μαζευτεί όλο το χωριό στην εκκλησία, θα διαβάσεις τις 10 εντολές.
Φτάνοντας στην "ου κλέψεις" θα κοιτάξεις κάτω στο πλήθος και αν δεις κάποιον να έχει ύφος
"Κάπως" ή το κεφάλι σκυμμένο, έχεις βρει τον κλέφτη...!
Δευτέρα πρωί και ο παππάς ξανά με το ποδήλατο! Τον βλέπει ο μικρός και όλο χαρά του λέει...
"Είδες πάτερ; Σε βοήθησα να το βρεις".
- Εν μέρη... απαντάει ο άγιος.
- Εν μέρη; Ρωτάει απορημένος ο μικρός. Δηλαδή;
- Να όταν διάβαζα την "ου μοιχεύσεις" θυμήθηκα που το είχα αφήσει..
Μια φορά ένας έχασε το καπέλο του, και πήγε στην εκκλησία να κλέψει ένα άλλο.
Την ώρα που μπήκε, ο παπάς έκανε κήρυγμα για τις δέκα εντολές!
Αφού άκουσε προσεκτικά, ενθουσιάστηκε.
Περίμενε να τελειώσει η λειτουργία, πλησίασε τον παπά και του λέει:
- Δέσποτα με έσωσες! Είχα έρθει να κάνω αμαρτία, να κλέψω, αλλά μετά το κήρυγμα σου, αποφάσισα να μη το κάνω!
- Μπράβο, τέκνο μου, λέει ο παπάς. Και ποιο σημείο της ομιλίας μου σε έκανε να αλλάξεις γνώμη;
- Παπά μου, όταν έφτασες στην "ου μοιχεύσεις", θυμήθηκα που είχα αφήσει το καπέλο μου!
Ενας παπάς αποφασίζει, ότι μια επίδειξη θα έδινε άλλη βαρύτητα στο κυριακάτικο κήρυγμα του, γι αυτό έβαλε 4 σκουλήκια σε 4 μπουκάλια.
Το πρώτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε οινόπνευμα.
Το δεύτερο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καπνό.
Το τρίτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε σπέρμα.
Και το τέταρτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καθαρό νερό.
Στο τέλος του κηρύγματός του ο παπάς δίνει τα αποτελέσμα του πειράματός του:
- Βλέπετε; λέει στο εκκλησίασμα. Το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του αλκοόλ, πέθανε. Το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του καπνού, πέθανε. Το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι με το σπέρμα, πέθανε. Μόνο το σκουλήκι που τοποθετήθηκε μέσα στο καθαρό νερό έζησε. Ποιό είναι το ηθικό δίδαγμα από αυτό το πείραμα;
Και μια γριούλα από το βάθος της εκκλησίας αναφωνεί:
- Οσο πινουμε, καπνιζουμε και πηδιομαστε δεν θα πιασουμε σκουληκια!
- Αϊ Νικόλα μου, εσύ ξέρεις ποιος είμαι εγώ και πόσο σε εκτιμώ. Τώρα βρίσκομαι σε μια δύσκολη θέση και θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη. Μου λείπει ένα δεκαχίλιαρο! Θέλω να κάνεις το θαύμα σου και με το που θα βγω έξω από την εκκλησία να το βρω. Εντάξει;
Ικανοποιημένος από την κουβεντούλα, και από την «θετική ανταπόκριση» του αγίου, βγαίνει έξω και αρχίζει το ψάξιμο αλλά... τίποτα. Τσαντισμένος, ορμάει μέσα στην εκκλησία προς την εικόνα τραβώντας την προσοχή του παπά ο οποίος όμως δεν επεμβαίνει αλλά παρακολουθεί.
- Αϊ Νικόλα μου, δεν το περίμενα αυτό από σένα. Ειλικρινά με έχεις εκνευρίσει. Τι σου ζήτησα; Ένα δεκαχιλιαρικάκι. Τι είναι για σένα ένα δεκαχιλιαρικάκι. Και το αρνείσαι από μένα που σε πιστεύω τόσο πολύ; Γι αυτό σταμάτα να παίζεις το δύσκολο και κάνε το θαύμα σου. Θα βγω τώρα έξω και θέλω να βρω το δεκαχίλιαρο. Συνεννοηθήκαμε; Aντε μπράβο... Βγαίνει πάλι έξω... ψάχνει... ξαναψάχνει... ούτε δεκάρικο δεν βρήκε. Ορμάει μέσα στην εκκλησία.
- Α! Ως εδώ Αϊ Νικόλα. Αν θέλεις να το παίξεις σκληρός, μπορώ και εγώ! Αν δεν μου δώσεις ένα δεκαχίλιαρο τώρα που θα ξαναβγώ έξω, θα πάρω την
Εικόνα σου και θα την πουλήσω. Και να δω τότε αν θα σ αρέσει! Βγαίνει λοιπόν έξω και αρχίζει το ψάξιμο. Ακούγοντας αυτή την απειλή ο παπάς, πάει και αλλάζει την μεγάλη εικόνα με ένα μια μικρή εικονίτσα και ξανακρύφτηκε. Μπαίνοντας ξανά μέσα ο ναυτικός, μετά από την αποτυχία του στο ψάξιμο,
Φτάνει στο μέρος που ήταν η εικόνα, βλέπει την μικρή εικονίτσα και λέει:
- Ρε Νικολάκη, που πήγε ο πατέρας σου; Φοβήθηκε και την κοπάνησε, έτσι;
Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που είχε κάνει πολλές αμαρτίες. Έτσι αναγκάστηκε να πάει να εξομολογηθεί σ` έναν παπά ψηλά σε ένα βουνό. Πάει λοιπόν, τον βρίσκει και του λέει:
- "Παπά μου, έχω κάνει πολλές αμαρτίες στη ζωή μου."
- "Πες τέκνον μου."
- "Κάποτε σκότωσα τη μάνα μου."
- "Μεγάλη αμαρτία τέκνον μου."
- "Στ` αρχίδια μου παπά μου."
- "Συνέχισε παιδί μου", του λέει ο παπάς.
- "Μια άλλη φορά, σκότωσα τον πατέρα μου", λέει ο άνθρωπος.
- "Μεγάλη αμαρτία τέκνον μου."
- "Στ` αρχίδια μου παπά μου."
- "Τι άλλο έχεις κάνει παιδί μου;"
- "Μια άλλη φορά πάλι, σκότωσα τ` αδέρφια μου."
- "Μεγάλη αμαρτία τέκνον μου."
- "Στ` αρχίδια μου παπά μου", απαντάει πάλι ο άνθρωπος. Τότε λέει στον παπά:
- "Τι να κάνω τώρα για να εξαγνιστώ;"
Και ο παπάς του απαντάει:
- "Βλέπεις εκείνη την ψηλή κορφή του βουνού; Θα πας εκεί και θα πηδήξεις στο κενό."
- "Μα θα σκοτωθώ", απαντάει ο άνθρωπος. Και τότε του λέει ο παπάς:
- "Στα αρχίδια μου τέκνον μου."
Κάποτε συναντήθηκαν 3 ιερείς, ένας χριστιανός ορθόδοξος, ένας μουσουλμάνος και ένας καθολικός, όπου συζητούσαν για τον τρόπο που μοιράζουν τα λεφτά της εκκλησίας.
Αρχίζει πρώτος ο καθολικός και λέει:
- Εμείς οι καθολικοί, απλώνουμε ένα κόκκινο μακρί χαλί, τραβάμε μια γραμμή κάπου σε αυτό, και σκορπίζουμε το κουτί με τα λεφτά της εκκλησίας πάνω του.
Όσα λεφτα περάσουν την γραμμή είναι του Θεού τα υπόλοιπα δικά μας! Μετά λέει και ο μουσουλμάνος τι κάνουν με τα λεφτά:
- Εμείς πηγαίνουμε σε ένα χωράφι, ανοίγουμε μια τρύπα χάμω και ρίχνουμε τα λεφτά απο το κουτί στο χώρο γύρο απο την τρύπα, όσα μπούνε στην τρύπα είναι του Θεού, τα υπόλοιπα δικά μας!
Μετά έρχεται και και η σειρά του χριστιανού ιερέα:
- Εμείς πηγαίνουμε σε ένα ανοιχτό μέρος, παίρνουμε το κουτί με τα λεφτά και τα ρίχνουμε ψηλά στον αέρα. Όσα προλάβει να πιάσει ο Θεός είναι δικά του, τα υπόλοιπα δικά μας!
Δυο φίλοι κάθονται στο καφενείο, ο Κώστας και ο Σταύρος:
- Σε παρακαλώ, ρε Σταύρο, απασχόλα τον παπά μέχρι να πεταχτώ στην παπαδιά να κανουμε τρελίτσες και να έρτω να σε πάρω παλι.
- Καλα, ρε φίλε, και τί να του πώ;
- Ε, κάτι θα σκεφτείς να του πείς.
- Μα ψέματα; Όχι. Δεν πάω.
- Κάντο για μένα. Δεν είναι τίποτα.
Τελοσπάντων, μετά από ώρα καταφέρνει ο Κωστας να πείσει τον Σταύρο να απασχολήσει τον παπά.
Πηγαίνει λοιπόν ο Σταύρος και αρχίζει να εξομολογείται. Αραδιάζει ότι ψέμα του κατεβαίνει στο κεφάλι για να τον απασχολήσει, αλλά στο τέλος νιώθει ενοχές.
- Πάτερ μου, όλα αυτά που σας είπα ήταν όλα ψέματα.
- Τί εννοείς τέκνον μου; του απαντάει ο παπάς απορημένος.
- Ο φίλος μου, μου ζήτησε να σας απασχολήσω μέχρι να πάει σπίτι σας και να κάνει τρελίτσες με την γυναίκα σας.
Και του απαντάει ο παπάς.
- Φίλε μου, πήγαινε σπίτι σου μήπως προλάβεις, γιατί εμένα η παπαδιά επέθανε πρίν 3 χρόνια.
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!
Ένας Ελληνοαμερικάνος επισκέπτεται τον αδερφό του, βοσκό στην Κρήτη. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο ράτσας Αλάσκας. Τον βλέπει ο βοσκός και παρακαλά.
- Aσε μου ρε αδερφέ το σκύλο εδώ, εγώ θα τον έχω στην περιποίηση, και τέτοιο σκύλο δε βρίσκω εδώ ενώ εσύ θα ξαναβρείς!
- Ναι! του λέει κι ο ξενιτεμένος άλλά θέλω να ζει σαν ... Άνθρωπος! Εμείς στην Αμερική είμαστε πολύ φιλόζωοι!
- Να μην στεναχωριέσαι! Στη μάντρα ή στο σπίτι θα τον έχω πάντα μαζί μου και μόνο κρέας και γάλα θα τρώει! Με τα πολλά λύγισε ο Αμερικάνος στη θέληση του αδερφού του. Περνάνε δέκα χρόνια, μοιραία πεθαίνει ο σκύλος. Τηλεφωνά ο βοσκός στον αδερφό του, και παίρνει την απάντηση.
- Α!είπαμε σαν άνθρωπος! θα τον κηδέψεις χριστιανικά.
- Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Πές το στον παπά του χωριού να το κάνει!
Πάει ο βοσκός στον παπά του λέει ότι θέλει χριστιανική κηδεία για το λυκόσκυλο και του λέει ο παπάς:
- Σήφη, την τσικουδιά να την λιγοστέψεις! ήντα ναι αυτά που μου ζητάς!
- Μα ο αδερφός μου λέει... Παίρνει το κινητό (ναι! το νου σας! όλοι οι βοσκοί στην Κρήτη είχαν κινητά πριν τους δικηγόρους! ζωοκλοπές βλέπετε!) και μιλά με τον αδερφό του.
- Δώσε μου τον παπά! - λέει εκείνος: Έλα παπα-Λάμπρο με ακούς; δυόμισυ χιλιάδες δολάρια σου στέλνω για την κηδεία του σκύλου αλλά να γίνει όπως πρέπει! εντάξει;
- Εντάξει! εντάξει.
Κλείνει το κινητό ο παπάς και λέει του Σήφη.
- Καλά ρε κουμπάρε! γιατί δεν μου λές από την αρχή ότι ο σκύλος σου... Ήταν Ορθόδοξος;
Ένα νεαρό ζευγάρι, πολύ ερωτευμένο, αποφασίζει να παντρευτεί, όταν την τελευταία νύχτα πριν τον γάμο, συμβαίνει ένα τραγικό ατύχημα και σκοτώνονται.
Βρίσκονται προ των πυλών του Παραδείσου, να συνοδεύονται από τον Aγιο Πέτρο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο νεαρός συναντιέται με τον Πέτρο και του λέει:
- Aγιε μου, η αρραβωνιαστικιά μου και εγώ είμαστε πολύ ευτυχισμένοι εδώ μέσα στον Παράδεισο. Όμως, μας έχει λείψει πολύ η όλη διαδικασία, η τελετή του γάμου. Είναι δυνατόν, για κάποιον που ζει στον Παράδεισο να παντρευτεί κάποιον άλλον;
Ο Aγιος Πέτρος τον κοιτάζει καλά και του λέει:
- Λυπάμαι πολύ. Ποτέ ξανά δεν έχω ακούσει κάποιον άλλον να θέλει να παντρευτεί μέσα στον Παράδεισο. Πολύ φοβάμαι ότι αν το θέλετε πολύ, θα πρέπει να μιλήσετε με τον Παντοδύναμο Θεό. Μπορώ να σας κλείσω ένα ραντεβού σε δύο βδομάδες από σήμερα.
Έφτασε η ημέρα του ραντεβού και οι δύο νέοι παρουσιάζονται εμπρός στον Παντοδύναμο. Του αναφέρουν το αίτημά τους. Ο Κύριος τους κοιτάζει σιωπηλά, σκέφτεται προβληματισμένα και του λέει:
- Ελάτε σε πέντε χρόνια από σήμερα. Εάν ακόμη θέλετε να παντρευτείτε, τότε θα σκεφτώ την επιθυμία σας.
Πέντε χρόνια αργότερα, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι. Η επιθυμία τους είναι ακόμη ζωντανή. Η εντολή του Θεού είναι ίδια:
- Σε πέντε χρόνια, θα παρουσιαστείτε πάλι εμπρός μου. Τότε θα το συζητήσουμε και πάλι.
Την τρίτη φορά, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι στον Θεό. Ακόμη επιθυμούν να έρθουν σε κοινωνία γάμου.
- Εντάξει λοιπόν. Μπορείτε να προβείτε σε γάμο. Αυτό το Σάββατο, στις 6.30 το απόγευμα, θα τελεστεί μια υπέροχη τελετή γάμου στην Κεντρική Εκκλησία του Παραδείσου. Αφήστε τις λεπτομέρειες σε μένα.
Ο γάμος ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Όλοι οι καλεσμένοι ομολόγησαν ότι η νύφη ήταν πανέμορφη. Όλοι οι γνωστοί και μη, ήταν παρόντες στην τελετή. Ο Μύωσης έφερε σπάνια λουλούδια από τον Νείλο Ποταμό, ο Νώε έφερε σπάνια ορυκτά από την Μεσοποταμία και οι μαθητές του Ιησού έκαναν μερικά θαύματα για να εντυπωσιάσουν τους παρευρισκόμενους. Ακόμη και ο Γκάντι εμφανίστηκε, έμεινε μόνο για λίγο και φορούσε τα πιο καλά του ρούχα.
Όμως... Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα το παντρεμένο ζευγάρι, κατάλαβαν ότι έκαναν ένα φοβερό λάθος. Απλά, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν παντρεμένοι. Έτσι, αποφάσισαν να κλείσουν ένα ακόμη ραντεβού με τον Θεό, για να του ζητήσουν ένα διαζύγιο στον Παράδεισο.
Όταν ο Παντοδύναμος Θεός άκουσε το νέο αίτημά τους, βγήκε από τις χλαμύδες του. Τους κοίταξε με ένα ανάμεικτο, γεμάτο οίκτο, αυστηρότητα, και απογοήτευση, βλέμμα και τους είπε:
- Μα, είσαστε σοβαροί, επιτέλους ή αστειεύεστε; Μας πήρε δέκα χρόνια να βρούμε ένα παπά, εδώ στον ουρανό να σας παντρέψει. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο καιρό θα μας πάρει να βρούμε έναν δικηγόρο;