Πού είναι ο Θεός;
Ήταν δύο αδελφάκια 8 και 10 χρόνων τόσο ζωηρά, που έμπλεκαν διαρκώς σε μπελάδες. Κάθε φορά που γινόταν κάτι περίεργο στη μικρή πόλη όπου ζούσαν, οι γονείς τους ήταν σίγουροι πως τα παιδιά τους ήταν ανακατεμένα με κάποιον τρόπο. Οι άνθρωποι είχαν πια χάσει την υπομονή τους ώστε αποφάσισαν κάποια μέρα να στείλουν τα παιδιά στον ιερέα της εκκλησίας της πόλης τους, μήπως και κατάφερνε να τα συνετίσει. Ο ιερέας συμφώνησε και τους ζήτησε να του στείλουν πρώτα τον μικρό και μετά το μεγαλύτερο. Όταν, λοιπόν, πήγε ο οκτάχρονος στην εκκλησία, κάθισε σε ένα σκαμνί απέναντι από τον ιερέα, ο οποίος κοιτάζοντάς τον για λίγο στα μάτια, τον ρωτάει:
- Που είναι ο Θεός;
Τίποτα ο μικρός. Ο ιερέας τον ξαναρωτάει:
- ΠΟΥ είναι ο Θεός;
Πάλι τίποτα ο μικρός. Δίνοντας μεγαλύτερη ένταση στη φωνή του, ο ιερέας ξαναρωτάει το μικρό κουνώντας με στόμφο το δείκτη του χεριού του:
- Που ειναι ο θεοσ;
Αυτή τη φορά, ο πιτσιρίκος σηκώνεται απότομα από το σκαμνί και τρέχει βολίδα για το σπίτι του όπου πάει και κλείνεται μέσα στη ντουλάπα του δωματίου του. Το βλέπει αυτό ο μεγαλύτερος αδερφός και αφού ανοίγει τη ντουλάπα ρωτάει το μικρό τι συνέβη.
- ʼσε! του λέει εκείνος. Αυτή τη φορά είμαστε στ’ αλήθεια ΠΟΛΥ μπλεγμένοι! Έχασαν το Θεό και νομίζουν ότι εμείς τον κρύβουμε!
Ο Μιχάλης στον φίλο του:
- Κώστα, θέλω να μου κάνεις μία χάρη.
- Τι χάρη θέλεις Μιχάλη;
- Να... ξέρεις θέλω να πας στον παπά να εξομολογηθείς.
- Και τι να εξομολογηθώ ρε Μιχάλη;
- Τίποτα ρε βλάκα, απλώς θέλω να τον απασχολήσεις, για να πάω να πηδήξω την γυναίκα του.
- Κάτσε ρε Μιχάλη δεν είναι σωστό αυτό.
- Κωστάκη είμαστε ή δεν είμαστε φίλοι; Εγώ δεν σου έχω αρνηθεί μέχρι τώρα σε τίποτα.
- Αντε να το κάνω, λέει ο Κώστας.
Πραγματικά πηγαίνει στην εκκλησία, βρίσκει τον ιερέα και αρχίζει μία μακροσκελέστατη εξομολόγηση, στην οποία όμως κάποια στιγμή ο ιερέας ανακαλύπτει πως κάτι δεν πάει καλά.
- Τέκνο μου, νομίζω πως παρ" ότι μου έχεις πει τόσα πράγματα, κάτι μου κρύβεις ακόμη και πρέπει να είναι σοβαρό διότι το βλέπω στα μάτια σου.
- Πατέρα, δεν μπορώ να το κρύψω άλλο στην ιερή αυτή στιγμή της εξομολόγησης και πρέπει να σου πω όλη την αλήθεια. Ο πραγματικός λόγος που ήρθα για εξομολόγηση είναι διότι μου το ζήτησε ο φίλος μου αλλά για κακό σκοπό.
- Δηλαδή τέκνο μου;
- Να... Μου είπε να σε απασχολήσω έτσι ώστε... Να πηδήξει την γυναίκα σου...
- Αμάν! Τέκνο μου είσαι και αμαρτωλός και κόπανος!
- Γιατί πατέρα μου;
- Την δικιά σου γυναίκα πηδάει κορόιδο, εγώ είμαι ιερομόναχος!
Eνας παπάς κι ένας καλόγερος στέκονται στην άκρη του δρόμου κρατώντας ένα πανώ που γράφει:
"Το τέλος είναι κοντά. Αλλάξτε δρόμο πριν να είναι πολύ αργά!"
Περνάει το πρώτο αυτοκίνητο κι ο οδηγός του βγάζει το κεφάλι έξω απ το παράθυρο και φωνάζει:
- Δεν τραβάτε σπίτια σας, μουρλοπαπάδες! και πατάει γκάζι.
Δεν περνάνε 5 δευτερόλεπτα και ακούγεται φρενάρισμα και στο τέλος ένα τρομερό τρακάρισμα, οπότε γυρίζει ο παπάς στον καλόγερο και λέει:
- Ρε συ, μήπως θα έπρεπε να γράψουμε καλύτερα:
"Προσοχή, πεσμένη γέφυρα";
Μπροστά στην εκκλησια!
Σε μια ενορία ήταν ένας παπάς που είχε ένα μικρό γιο. Μια μέρα, ο γιός του βγήκε μπροστά στην εκκλησία και πουλούσε εικόνες και φυλαχτά. Κάποια στιγμή περνά ένας τύπος και βλέπει τον πάγκο με τις εικόνες. Δείχνοντας, λοιπόν την εικόνα της Παναγίας, λέει στο παιδί:
- Η μανταμίτσα πόσο κάνει;
Τι να κάνει το παιδί, μπαίνει στην εκκλησία και λέει στον παπά:
- Μπαμπά, είναι ένας έξω που αποκάλεσε την Παναγία "μανταμίτσα" και θέλει να αγοράσει την εικόνα!
- Να μη πουλήσεις,παιδί μου, εικόνα σε αυτόν τον ιερόσυλο! Πες του οτι κάνει 5000 ευρώ.
Βγαίνει λοιπόν έξω το παιδί και λέει την τιμή.
- Α, πολύ ακριβή! λέει ο τύπος. Τότε δείχνει μια εικόνα με το Μυστικό Δείπνο και λέει:
- Πόσο έχει το τσιμπούσι;
Μπαίνει ξανά στην εκκλησία το παιδί και λέει στον παπά τι έγινε.
- Να μην την πουλήσεις, παιδί μου, λέει ο παπάς. Πες του ότι κάνει 6000 ευρω!
Βγαίνει ξανά έξω το παιδί και λέει την τιμή.
- Α, πολύ ακριβή, δεν την αγοράζω! Πόσο κάνει αυτός ο σταυρός; ρωτά ξανά ο τύπος δείχνοντας έναν ξύλινο σταυρό, που είχε επάνω το Χριστό.
Μπάινει για τρίτη φορά στην εκκλησία το παιδί και λέει τι έγινε στον παπά.
- Να τον πουλήσεις τον σταυρό, παιδί μου! λέει ο παπάς. Αφού τον αναγνώρισε!
Βγαίνει έξω το παιδί και λέει στον άνθρωπο που περίμενε:
- 6 ευρώ κάνει ο σταυρός.
- Μαζί με τον ακροβάτη;
Ένας παπάς κι ένας ραβίνος ζούσαν απέναντι ο ένας από τον άλλο, η εκκλησία και η συναγωγή ήταν επίσης απέναντι, είχαν πάνω κάτω το ίδιο πρόγραμμα και όταν είχε ακολουθίες ο ένας είχε και ο άλλος, κάθε πρωί πήγαιναν με το ίδιο λεωφορείο στη δουλειά τους.
Δεν είχαν μεταξύ τους κανένα πρόβλημα και τα πήγαιναν πολύ καλά.
Κάποια φορά λοιπόν λέει ο παπάς στο ραβίνο να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο από κοινού για να πηγαίνουν στους ναούς τους και να το έχουν μισό μισό.
Όπερ και εγένετο. Αγοράζουν το αυτοκίνητο και το φέρνουν και το παρκάρουν στη γειτονιά, ανάμεσα στα δυο σπίτια. Μετά από καμιά ώρα, όπως χάζευε το αυτοκίνητο από το παράθυρό του ο ραβίνος, βλέπει τον παπά να βγαίνει από το σπίτι του και να πηγαίνει στο αυτοκίνητο και να του ρίχνει νερό.
Παραξενευμένος πλησιάζει και τον ρωτάει:
- Καλά, αφού το αυτοκίνητο είναι καθαρό, γιατί το πλένεις;
- Δεν το πλένω, είναι αγιασμός, μια και είναι καινούριο είπα να το αγιάσω για να είναι καλοτάξιδο.
Προβληματίστηκε ο ραβίνος και έπεσε σε περίσκεψη. Μετά λοιπόν από κανα μισάωρο βγαίνει από το σπίτι του με ένα σιδεροπρίονο και πάει και κόβει 5 πόντους από την εξάτμιση!
Ήταν ένας παπάς και πνιγόνταν στην θάλασσα και περνάει ένα καράβι:
- Παπά, έλα, πιάσε το σωσίβιο να σωθείς.
- Όχι, τέκνον μου, δεν χρειάζεται, εμένα θα με σώσει ο Θεός, λέει ο παπάς.
Περνάει άλλο καράβι:
- Έλα, παπά, να σε σώσουμε! Θα πνιγείς!
- Όχι, τέκνον μου, δεν χρειάζεται, εμένα θα με σώσει ο Θεός, λέει πάλι ο παπάς.
Περνάει τρίτο καράβι:
- Παπά, έλα να σε σώσουμε!
- Όχι, τέκνον μου, δεν χρειάζεται, εμένα θα με σώσει ο Θεός, λέει ξανά ο παπάς.
Με αυτά και με αυτά ο παπάς πνίγεται, πάει στον παράδεισο και λέει στον Θεό:
- Περίμενα να με σώσεις, και εσύ τίποτα!
- Ρε μαλάκα, τρία καράβια σου έστειλα να σε σώσουνε, και εσύ με έγραψες!