if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Ανέκδοτα για τη Δουλειά - Page 29
Skip to main content
Μια κυβέρνηση τα πηγαίνει χάλια και κινδυνεύει να χάσει τις εκλογές. Μαζεύεται λοιπόν το υπουργικό συμβούλιο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.
"Παιδιά δεν πάμε καλά, θα χάσουμε την εξουσία, θα τα χάσουμε όλα. Κάτι πρέπει να κάνουμε" λέει ο πρωθυπουργός.
Πετάγεται ένας υπουργός και λέει:
"Θα κάνουμε ανακαίνιση! Θα αλλάξουμε τα γραφεία, τις καρέκλες, τους καναπέδες, τα πατώματα, τις κουρτίνες, όλα θα τα αλλάξουμε". Συμφωνούν και οι υπόλοιποι και ξεκινάνε να κάνουν σχέδια.
Κάποια στιγμή λοιπόν αργά, έρχεται η καθαρίστρια, τους βλέπει έτσι αναστατωμένους και με τα μούτρα στη δουλειά και λέει:
- "Τι γίνεται βρε παιδιά, τι πάθατε;"
"Δεν πάμε καλά σαν κυβέρνηση και αλλάζουμε τη διακόσμηση" της απαντούν.
Σηκώνει τους ώμους η καθαρίστρια διστακτικά "Τι έχεις" της λένε "γιατί αυτή η αντίδραση;"
- "Τι να σας πω βρε παιδιά" τους απαντάει αυτή. "Εγώ παλιά, πριν έρθω εδώ για δουλειά, δούλευα σε ένα μπορντέλο.
- Όταν δεν πηγαίνανε καλά οι δουλειές δεν αλλάζαμε τα έπιπλα, τις πουτάνες αλλάζαμε".
Πάει μια ξανθιά στον ΟΤΕ της περιοχής της, μπαίνει μέσα, βρίσκει έναν υπάλληλο και του λέει απελπισμένη - "Συγγνώμη, κύριε, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να επικοινωνήσω με τον αδερφό μου και δεν έχω καθόλου χρήματα... Μπορώ να κάνω οτιδήποτε, είναι πολύ μεγάλη ανάγκη! Μπορείτε να με βοηθήσετε;"
- "Οτιδήποτε;", τη ρωτά ο υπάλληλος. - "Οτιδήποτε!", του ξαναλέει αυτή! - "Πολύ ωραία, θα σας βοηθήσω", της λέει αυτός, "πρέπει να με ακολουθήσετε όμως!" Πηγαίνουν, λοιπόν, στο γραφείο του και αυτός, αφού πρώτα κλείσει την πόρτα πίσω του, γδύνεται τελείως απο την μέση και κάτω και της λέει:
- "Αντε.. ξεκίνα!" Και η ξανθιά πιάνοντας το όργανο του, αφού πρώτα το φύσηξε, λέει:
- "Μαμά, μαμά... Με ακούς;"
Είναι τρία σκυλιά, ένα κανίς, ένα ντόπερμαν και ένας "κοπρόσκυλος", στο θάλαμο αναμονής ενός κτηνιατρείου και συζητούν για τους λογούς που βρίσκονται εκεί. Λέει το κανίς:
- Εγώ ήμουν μια πολύ καλή και υπάκουη σκυλίτσα, αλλά όταν έφυγε η κυρία μου για διακοπές, με ξέχασε στο σπίτι με λίγο νερό και λίγο φαγητό, είχε κλείσει και τα πατζούρια και το σπίτι ήταν σκοτεινό. Τι να κάνω κι εγώ η σκυλίτσα, τις δύο πρώτες μέρες άντεξα, αλλά την τρίτη μέρα τρελάθηκα: έσκισα τα υφάσματα στους καναπέδες και τις κουρτίνες, έφαγα τα κρόσια των χαλιών, γενικά έκανα το σπίτι άνω-κάτω... Όταν γύρισε η κυρία μου, εκνευρίστηκε με το χάλι που δημιούργησα και μ΄ έφερε εδώ για ευθανασία. Κατόπιν λέει το ντόπερμαν:
- Εμένα το αφεντικό μου με πήρε μαζί του στην εξοχή, όπου πέρασα πολύ ωραία: έτρεχα ελεύθερος στα χωράφια, έπαιζα με τ΄ άλλα ζώα και ανέπνεα καθαρό αέρα. Αλλά όταν μ΄ έφερε εδώ στην Αθήνα και με πήγε μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού μας, "σάλταρα" εντελώς. Ακουγα τις κόρνες των αυτοκινήτων, ανέπνεα τα καυσαέρια τους, δεν μπορούσα να τρέξω λόγω της πολυκοσμίας, με πάτησε κατά λάθος κι ένας κύριος. Ε τότε, λύσσαξα και δάγκωσα το αφεντικό μου στο πόδι. Κι έτσι μ΄ έφερε εδώ για ευθανασία. Εσένα ρε κοπρόσκυλε τι σου συνέβη; Και απαντά ο "κοπρόσκυλος":
- Εγώ τώρα τελευταία συχνάζω σε μια γειτονιά, όπου μένει μια πολύ καλή κυρία και μου αφήνει φαγητό στα σκαλοπάτια του σπιτιού της κάθε μεσημέρι. Προχθές το μεσημέρι, λοιπόν, που έβρεχε πολύ, βγήκε έξω με το νυχτικό της και άφησε το φαγητό μου στα σκαλοπάτια του σπιτιού της. Εγώ, έτσι όπως την είδα με το νυχτικό της που είχε ήδη βραχεί και με τις ωραίες καμπύλες, τα βυζάκια και το κωλαράκι της να διαγράφονται κάτω από το βρεγμένο νυχτικό, τι να έκανα, ο κοπρόσκυλος, κάβλωσα και της τον κάρφωσα. - Ε, και τι έγινε μετά; Σ΄ έφερε εδώ για ευθανασία; τον ρώτησαν τα άλλα σκυλιά. -Όχι, για να μου κόψει τα νύχια ! απάντησε ο κοπρόσκυλος.
Σε ένα Αμερικάνικο τρελοκομείο κάθε χρόνο διαλέγουν δύο από τους ασθενείς που δείχνουν να έχουν γιατρευτεί και τους κάνουν δύο ερωτήσεις. Αν απαντήσουν σωστά τους αφήνουν να βγουν. Φέτος διαλέγουν τον Μπιλ και τον Μάικ.
- "Πες μου", του λέει γιατρός, "αν έχανες το ένα σου μάτι τι θα ήσουν;"
- "Μισότυφλος", αποκρίνεται ο Μάικ.
- "Κι αν έχανες και τα δύο σου μάτια;"
- "Τότε θα ήμουν εντελώς τυφλός!"
- "Πολύ καλά, λέει ο γιατρός. Πήγαινε τώρα και φώναξε μου τον Μπιλ."
Βγαίνοντας ο Μάικ, λέει στον Μπίλ τις σωστές απαντήσεις και το στέλνει στο γραφείο του γιατρού.
- "Πες μου, Μπίλ", του λέει ο γιατρός, "αν έχανες το ένα σου αυτί, τι θα ήσουν;"
- "Μισότυφλος!" λέει ο Μπιλ.
Ο γιατρός παραξενεύεται, αλλά συνεχίζει με τη δεύτερη ερώτηση:
- "Κι αν έχανες και το άλλο σου αυτί;"
- "Τότε θα ήμουν εντελώς τυφλός!"
- "Μα καλά, μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί;"
- "Γιατί θα μου `πεφτε το καπέλο στα μάτια!"
Πεθαίνει ένας μηχανικός και πάει στις πύλες του Παραδείσου. Εκεί ο Άγιος Πέτρος τον ρωτάει:
- Τί δουλειά έκανες;
- Ήμουν μηχανικός, απαντάει.
- Τότε δεν ήρθες στο σωστό μέρος. Στην Κόλαση θα πας. Οπότε πάει στην Κόλαση, όπου ο Σατανάς τον δέχεται. Όμως ο μηχανικός δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος από τις παροχές και τις ανέσεις της Κόλασης. Οπότε, πιάνει δουλειά και αρχίζει να βελτιώνει τα πράγματα. Φτιάχνει ασανσέρ, βάζει κλιματισμό, βάζει καζανάκι στις τουαλέτες κλπ. Σε κάποια φάση λοιπόν, τηλεφωνάει ο Θεός τον Σατανά και τον ρωτάει:
- Τί γίνεται εκεί;
- Ε, μια χαρά. Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ εδώ, απαντά εκείνος.
- Τί μου λες; Πώς έγινε αυτό;
- Ε, να ήρθε ένας μηχανικός και έχει βελτιώσει τα πράγματα, έβαλε κλιματισμό, ασανσέρ, καζανάκι στις τουαλέτες κλπ.
- Μηχανικός; Τί δουλειά έχει εκεί; Στείλε τον στον Παράδεισο.
- Τί λες ρε; Δεν στον δίνω.
- Δώσε τον, γιατί αλλιώς θα σου κάνω μήνυση.
- Και πού θα βρεις δικηγόρο;
Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.