Πάει μια μέρα ο Λαγός στο σπίτι της Τίγρη, χτυπάει την πόρτα, ανοίγει το Τιγράκι και το ρωτάει ο Λαγός:
- Είναι μέσα η μάνα σου;
- Όχι.
- Όταν θα ρθει πες της ότι πέρασε ο Λαγός και ήθελε να την γαμ****!
Το μεσημέρι το Τιγράκι λέει τα καθέκαστα στη μάνα του αλλά αυτή δεν δίνει σημασία:
"Aστονε το μα**κα να λέει, θα τον χτύπησε ο ήλιος", σκέφτεται.
Την επομένη, νάτος πάλι ο Λαγός στο σπίτι, χτυπάει την πόρτα, ανοίγει το Τιγράκι, τα ίδια ο Λαγός. Το μεσημέρι το Τιγράκι διηγείται στη μάνα
Του την ιστορία και η Τίγρης αρχίζει να τα παίρνει αλλά σκέφτεται:
"Θα τού στριψε του καημένου, ας μη δώσω σημασία".
Το βιολί όμως τραβάει καμιά βδομάδα, οπότε η Τίγρης έχει τσαντιστεί πολύ και αποφασίζει ένα πρωί να μείνει στο σπίτι και να περιμένει το Λαγό.
Πράγματι το άλλο πρωί έρχεται ο Λαγός και χτυπάει την πόρτα, που την ανοίγει και πάλι το Τιγράκι, ενώ η Τίγρης παραμονεύει:
- Είναι μέσα η μάνα σου;
- Όχι.
- Όταν θα ρθει πες της ότι πέρασε ο Λαγός και ήθελε να την γαμ****!
Οπότε πετάγεται η Τίγρης και αρχίζει να κυνηγάει το Λαγό:
- Θα σε ξεσκίσω ρε, του λέει.
- Παναγίτσα μου τη γαμή****, σκέφτεται ο Λαγός και τρέχει με όλη του τη δύναμη.
Σε κάποια στιγμή χώνεται στην κουφάλα ενός δέντρου, ενώ η Τίγρης με την φόρα που είχε τον ακολουθεί αλλά ΦΛΟΥΠ! μαγκώνει στην κουφάλα με το κεφάλι μέσα και το κώλο τούρλα απ έξω.
Ο Λαγός βγαίνει από την άλλη άκρη, βλέπει τον κώλο της τούρλα, χαμογελάει και... αρχίζει να την γαμ***!
- Κοίταξε να δεις, της λέει, θα σε γάμ***α στο σπίτι σου, αλλά έχε χάρη που ήταν το παιδί μπροστά!
Ήταν ένα ζευγάρι και ήρθε η ώρα να παντρευτούν, όμως δεν είχαν λεφτά. Ήταν όμως πολύ ερωτευμένοι και έτσι αγνόησαν το οικονομικό και άνοιξαν σπίτι.
Μετά από λίγο καιρό παραπονιέται ο άνδρας:
- Ρε γυναίκα, δεν μπορώ να κοιμάμαι στο πάτωμα πρέπει να πάρουμε ένα κρεββάτι!
- Έχεις δίκιο, απάντησε η γυναίκα του. Έχω κάτι οικονομίες σε ένα βιβλιάριο. Θα πάμε αύριο να αγοράσουμε.
Περναει ο καιρός και ο άντρας ξαναπαραπονιέται.
- Δεν πάει άλλο γυναίκα, πρέπει να αγοράσουμε μια κουζίνα, δεν μπορούμε να τρώμε συνέχεια ψωμοτύρι!
- Ε, έχω κάτι οικονομίες στο βιβλιάριο θα πάμε να πάρουμε.
Σιγά σιγά επίπλωσαν όλο το σπίτι, αλλά σε λίγο καιρό έφτασε ο χειμώνας και με το βιβλιάριο αγόρασαν και ένα τζάκι. Ένα βράδυ λοιπόν καθώς καθόντουσαν μπροστα στο τζάκι η γυναίκα ανοίγει τα πόδια της μπροστα στήν φωτιά για να ζεσταθεί. Και της λέει ο άντρας:
- Πρόσεχε θα κάψεις το βιβλιάριο...!
Ήταν 2 πούστηδες μέσα σε ένα αεροπλάνο που πέταγε νύχτα. Αφού περνάει λίγη ώρα πτήσης, ο ένας πούστης λέει στον άλλον:
- Έλα να το κάνουμε!
Ο άλλος, πιο ντροπαλός, απαντάει:
- Μα είμαστε μέσα σε αεροπλάνο και θα μας δούνε, άσε που ντρέπομαι κιόλας.
Ο άλλος προσπαθώντας να τον πείσει του λέει:
- Θα πάς και θα ζητήσεις από κάθε επιβάτη μια τσίχλα και αν δεν απαντήσει κανείς σημαίνει ότι κοιμούνται όλοι και θα το κάνουμε!
Έτσι κι έγινε. Πάει ο άλλος και ζητάει τσίχλα αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται και έτσι το κάνανε! Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο, όπως συνηθίζεται, η αεροσυνοδός ρωτάει τους επιβάτες πως ήταν η πτήση. Όταν έφτασε η σειρά των πούστηδων, αυτοί απάντησαν κατενθουσιασμένοι πως ήταν υπέροχα!
Όταν στο τέλος ρώτησαν έναν παππούλη, που καθόταν στην τελευταία θέση, εκείνος απάντησε:
- Ωραία ήταν αλλά με πόναγε λίγο το κεφάλι μου.
Η αεροσυνοδός απάντησε:
- Γιατί παππού δεν ζήτησες μια ασπιρίνη; Όλο και κάποιος επιβάτης θα είχε.
Και ο παππούς με περίεργο ύφος απαντάει:
- Τι λες κορίτσι μου, εδώ ο άλλος μια τσίχλα ζήτησε και τον γαμήσανε, εγώ ασπιρίνη θα ζητήσω;
08.15 Ξύπνημα με χάδια και φιλιά.
08.30 Ζυγίζει 2 κιλά λιγότερο από την προηγούμενη μέρα.
08.45 Πρωινό στο κρεβάτι με φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι και κρουασάν. Ανοιγμα δώρων διαλεγμένα από τον ευγενικό σύντροφο.
09.15 Ζεστό μπάνιο με αρωματικό λάδι.
10.00 Ελαφριά γυμναστική με ωραίο προσωπικό γυμναστή με χιούμορ.
10.30 Περιποίηση προσώπου, μανικιούρ, πλύσιμο μαλλιών, πιστολάκι.
12.00 Μεσημεριανό με την καλύτερη της φίλη σε in-εστιατόριο.
12.45 Χάζεμα της πρώην του συντρόφου συνειδητοποιώντας ότι έχει πάρει 7 κιλά.
13.00 Ψώνια με φίλες αγοράζοντας πανάκριβα πράγματα, καλλυντικά και ρούχα.
15.00 Μεσημεριανός ύπνος.
16.00 Παράδοση 3 ντουζίνων τριαντάφυλλων με κάρτα από άγνωστο θαυμαστή.
16.15 Ελαφριά γυμναστική στο γυμναστήριο, ακολουθούμενη από μασάζ από έναν δυνατό αλλά φιλικό τύπο ο οποίος λέει ότι ποτέ ξανά δεν έχει κάνει μασάζ σε τόσο τέλειο σώμα.
17.30 Δοκιμή ρούχων από ακριβή designer-συλλογή και οργάνωση μικρής πασαρέλας μπροστά από μεγάλο καθρέφτη.
19.30 Δείπνο υπό το φως των κεριών με κομπλιμέντα.
22.00 Ζεστό μπάνιο (μόνη).
22.50 Μεταφορά στο κρεβάτι από υπέροχο γυμνασμένο άνδρα σε φρεσκοπλυμένα και φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια.
23.00 Χαϊδολογήματα.
23.15 Αποκοιμιέται στα στιβαρά του μπράτσα Η ΤΕΛΕΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ06.00 Χτυπάει ξυπνητήρι.
06.15 Π*πα. 06.30 Πρωινό ευχάριστο χέσιμο διαβάζοντας τα αθλητικά στην εφημερίδα.
07.00 Πρωινό : μπριζόλα με αυγά και καφέ ετοιμασμένα από γυμνή υπηρέτρια.
07.30 Αφιξη λιμουζίνας.
07.45 Μερικά ποτηράκια ουίσκι στο δρόμο προς το αεροδρόμιο.
09.15 Πτήση με ιδιωτικό jet .
10.30 Λιμουζίνα με σοφέρ με προορισμό το golf club (π**α καθ οδών).
11.45 Μεσημεριανό: Fast Food, 3 μπύρες
12.15 Π*πα. 12.30 Γκολφ.
14.15 Λιμουζίνα πίσω στο αεροδρόμιο (ουίσκι καθ οδών).
14.30 Πτήση προς Monte Karlo.
15.30 Απογευματινή εκδρομή για ψάρεμα (οι γυναίκες συνοδοί είναι όλες γυμνές).
17.00 Πτήση για το σπίτι, μασάζ από τις αδερφές Κανονίδου.
18.45 Χέσιμο, μπάνιο, ξύρισμα.
19.00 Ειδήσεις: O Michael Jackson δολοφονήθηκε, η μαριχουάνα και τα σκληρά πορνό νομιμοποιήθηκαν .
19.30 Απογευματινό: αστακός για ορεκτικό, Dom Perignon (1953), μεγάλο χυμώδες φιλέτο μπριζόλας ακολουθούμενο από κρέμα παγωτού επάνω στα στήθη της υπηρέτριας.
21.00 Κονιάκ Ναπολέων και πούρα Αβάνας μπροστά από τηλεόραση (home-cinema), αθλητικά: Ελλάδα-Γερμανία: 11-0. 21.30 Σεξ με 3 γυναίκες.
23.00 Μασάζ και μπάνιο σε πισίνα με πρόγραμμα whirlpool, με πίτσα και κρασί.
23.30 Π*πα για καληνύχτα.
23.45 Μόνος στο κρεβάτι.
23.50 Κλανιά 12 δευτερολέπτων η οποία αλλάζει τόνο κάθε 4 δευτερόλεπτα και ειδοποιεί τον σκύλο να βγει έξω.
Η γιαγιούλα η καημένη πλησίαζε τα 80 και για να έχει ήσυχο το κεφάλι της κάλεσε μια μέρα ένα δικηγόρο στο σπίτι της για να του υπαγορεύσει τη διαθήκη της.
Ερχεται λοιπόν ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και βγάζοντας ένα μπλοκ και στυλό, κάθεται απέναντί της στο καναπέ του σαλονιού και αρχίζει να γράφει ότι του έλεγε η γιαγιά.
Ρίχνοντας μια ματιά στο τραπέζι μπροστά του βλέπει ένα μεγάλο μπωλ με αμύγδαλα.
- Μπορώ να πάρω κανένα; ρωτάει με ευγένεια την ηλικιωμένη γυναίκα.
- Και το ρωτάς αγόρι μου; Οσα θέλεις να πάρεις, του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.
Αρχίζει λοιπόν κι ο φίλος μας να τρώει τα αμυγδαλάκια το ένα μετά το άλλο. Πέρασε καμμιά ώρα με την υπαγόρευση και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα είχε φάει τελικά όλα.
- Χίλια συγγνώμη που σας τα έφαγα όλα τα αμύγδαλα, της είπε με απολογητικό ύφος ο δικηγόρος. Ξέρετε είχα σκοπό να φάω μόνο ένα δύο, αλλά παρασύρθηκα.
- Μη το σκέφτεσαι καθόλου αγόρι μου, του απάντησε γλυκά η γιαγιούλα. Αλλωστε από τότε που έβαλα μασέλα, δεν μπορώ εγώ να τα φάω. Μόνο τη σοκολάτα απέξω γλείφω και τα ξαναβάζω στο μπωλ.
Ήταν ένας Γερμανός, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας και πήγαν σε ένα ξενοδοχείο. Αλλά ήταν άφραγκοι και είπαν να πάρουν ένα μονόκλινο δωμάτιο και να κοιμούνται με βάρδιες.
- Το μοναδικό μονόκλινο δωμάτιο που έχω, λέει ο ρεσεψιονίστας, έχει ένα φάντασμα. Το διάσημο Φάντασμα Με Τα Δώδεκα Σώβρακα!
- Εντάξει, δεν μας πειράζει, λέει ο Έλληνας.
Πηγαίνει πρώτα ο Τούρκος για ύπνο.
Ξαφνικά ξυπνάει και ακούει:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Τρομάζει, πηδάει από το παράθυρο και πεθαίνει!
Μετά πάει ο Γερμανός για ύπνο:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Τρομάζει, πηδάει από το παράθυρο και πεθαίνει κι αυτός!
Ήρθε η σειρά του Έλληνα. Ξυπνάει μέσα στον ύπνο του και ακούει:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Γυρνάει πλευρό ο Έλληνας και ξανακοιμάται.
Μετά από λίγο:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Λέει ο Έλληνας αγανακτισμένος:
- Μου δίνεις το ένα γιατί χέστηκα;
Ο ιδιοκτήτης ενός τσίρκο βάζει μια αγγελία για να βρει κάποιον που να μπορεί να "δουλεύει" με λιοντάρια. Εμφανίζεται ένας όμορφος νεαρός γύρω στα 25 και μια κουκλάρα ξανθιά, περίπου στην ίδια ηλικία.
Ο του τσίρκο τους λέει:
"Δεν θα χρυσώσω το χάπι. Έχω ένα πολύ άγριο λιοντάρι. Έφαγε τον προηγούμενο που το είχε εξημερώσει και γι αυτό φροντίστε να την ξέρετε καλά τη δουλειά. Λοιπόν, θα χρειαστείτε, αυτό το όπλο, το μαστίγιο και το σκαμνί. Ποιος θέλει να ξεκινήσει πρώτος;"
"Εγώ", λέει η κούκλα, δεν αγγίζει καν το μαστίγιο, το όπλο και το σκαμνί, ανοίγει την πόρτα του κλουβιού και μπαίνει μέσα.
Το λιοντάρι την κοιτάζει, γλείφεται και ετοιμάζεται να ορμήσει. Στα μισά της απόστασης, εκείνη ξεκουμπώνει τη φόρμα της και αποκαλύπτει ένα καταπληκτικό γυμνό κορμί.
Το λιοντάρι "παγώνει" στη θέση του για μια στιγμή και μετά αρχίζει να την πλησιάζει σιγά σιγά, γλυκά γλυκά σαν ερωτευμένο γατάκι γουργουρίζοντας... Πλησιάζει και αρχίζει να της γλύφει τα πόδια και, με μουρμουρητά, συνεχίζει... Της γλύφει τις γάμπες και ανεβαίνει... στους γλουτούς... και συνεχίζει ... για να ακουμπήσει κάποια στιγμή το κεφάλι του, σαν νυσταγμένο μωράκι στην αγκαλιά της.
Ο ιδιοκτήτης του τσίρκο έχει ανοίξει ένα στόμα δέκα πιθαμές...
"Ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάδα κάτι τέτοιο λέει," και, γυρνώντας στον νεαρό "εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό;"
"Φυσικά," λέει εκείνος. "Αν πάρεις το λιοντάρι απ τη μέση..."
Ήτανε δύο φίλοι σε ένα καφέ και συζητούσανε για γκόμενες!
- Μαλάκα χθες που έλειπες καθόμουν εδώ μόνος μου και έρχεται που λες μια γκομενάρα κάτσε καλά, λέει ο Νίκος.
- Καλή ρε, ρωτάει ο Τάκης;
- Θεά ρε. Και της ρίχνω κάτι ματιές και τσιμπάει, λέει ο Νίκος.
- Σώπα ρε μεγάλε, λέει ο Τάκης!
- Ναι ρε σου λέω, λέει ο Νίκος!
- Και μετά, ρωτάει ο Τάκης;
- Ε... Κάνουμε παιχνίδι και φεύγουμε με το jeep της για το σπίτι μου, λέει ο Νίκος!
- Πω, πω... Λέγε, λέγε, λέει ο Τάκης και αρχίζει να τρίβεται.
- Είχε μια σωματάρα ρε μεγάλε απερίγραπτη, κάτι μπουτάρες τέλειες και της βάζω χέρι ... Φίλε τι να σου λέω, λέει ο Νίκος.
- Σώπα ρε μεγάλε, λέει ο Τάκης.
- Ναι ρε μεγάλε, λέει ο Νίκος! Ε... τότε δεν αντέχει ο Τάκης και τη βγάζει και αρχίζει και την πέζει κάτω από το τραπέζι!
- Λέγε, λέγε, λέει ο Τάκης, με έφτιαξες...
- Και φτάνουμε στην πολυκατοικία που μένω και αρχίζουμε και φιλιώμαστε στην είσοδο,είχε ένα στόμα βελούδο...
- Σώπα ρε μεγάλε, λέει ο Τάκης.
- Ναι ρε μεγάλε σου λέω, λέει ο Νίκος!
- Λέγε, λέγε λέει ανυπόμονα ο Τάκης.
- Και αρχίζουμε τα μάτσα μούτσα και κωλοπιασίματα και βυζοπιασίματα και πάμε παλεύοντας στο ασανσέρ και ανοίγω την πόρτα και τη χώνω μέσα και της κατεβάζω τη μπλούζα... Και τί θέαμα ήταν αυτό μεγάλε... Τρελάθηκα... κάτι στηθάρες κάτσε καλά, λέει ο Νίκος.
- Σώπα ρε μαλάκα, λέει ο Τάκης.
- Ναι ρε μαλάκα, του λέει ο Νίκος.
- Λέγε, λέγε, λέει ο Τάκης.
- Και αρχίζω και τη γλείφω... φτάνουμε στον όροφο που μένω, βγαίνουμε όπως όπως, γκαπ γκουπ βαράγαμε εδώ και εκεί και φτάνουμε στην πόρτα μου και μετά από πολλές προσπάθειες βρίσκω την τρύπα της κλειδαριάς, ανοίγω μπαίνουμε, με στήνει στον τοίχο, μου κατεβάζει τα παντελόνια και μου τον παίρνει στο στόμα!
- Σώπα ρε μεγάλε λέει ο Τάκης που τον παίζει στο φουλ κάτω απότο τραπέζι!
- Ναι ρε μεγάλε, λέει ο Νίκος.
- Λέγε, λέγε, συνέχισε, λέει μπαρουτιασμένος ο Τάκης, και συνεχίζει ο Νίκος.
- Και μετά την παίρνω εγώ που λες αγκαλιά, την πάω μέσα στο κρεβάτι, την πετάω πάνω, της βγάζω τα ρούχα, της ανοίγω τα πόδια και αρχίζω και την γλείφω...
- Σώπα ρε μεγάλε, λέει ο Τάκης κατακόκκινος.
- Ναι ρε μεγάλε συνεχίζει ο Νίκος! Και της κάνω ένα γλείψιμο κάτσε καλά, και της τον βάζω στο τέλος και αρχίζω τα μέσα έξω και ξαφνικά που λες πάνω στην φάση ακούω ένα "τακ, τακ, τακ" χτυπάει η πόρτα... Και ο Τάκης έτοιμος να εκραγεί...
- Μην ανοιγεισ ρε μαλακαααααααα
Μια φορά ήταν ένας Τούρκος, ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας. Το αεροπλάνο τους έπεσε σε μια άγρια ζούγκλα της Αφρικής και οι μόνοι επιζώντες ήταν αυτοί οι τρεις.
Τους έπιασαν οι ζουλού, και τους έδωσαν μια επιλογή για να γλιτώσουν τη σφαγή: Να μπουν σε μια σπηλιά και αν καταφέρουν αν βγουν από μέσα "άντρες" τότε θα τους χαρίσουν τη ζωή.
Πάει πρώτος ο Τούρκος, ένας άντρας ίσαμε κει πάνω, γεμάτος μυς. Μπαίνει μέσα, ακούγονται διάφορες κραυγές, ξεφωνητά, μετά από 1-2 ώρες, ακούγεται μια φωνή:
- Καλέ, βγαίνω! και βγαίνει ο Τούρκος κουνιστός και λυγιστός.
Μετά σειρά είχε ο Αμερικανός. Ένας άντρας 2 μέτρα, τόσο δυνατός, που τον τρέμανε ακόμα και οι πέτρες. Μπαίνει μέσα γεμάτος αυτοπεποίθηση, ακούγονται κραυγές ξεφωνητά, χαλασμός κυρίου. Μετά από 3 ώρες ακούγεται μια φωνούλα λεπτή:
- Καλέ, βγαίνω! και βγαίνει έξω ο Αμερικανός σεινάμενος και κουνάμενος και με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
Τελευταίος ήταν ο Έλληνας. Περιττό να σας τον περιγράψω, θεριό ανήμερο. Μπαίνει μέσα, ακούγονται φωνές, ξεφωνητά, ουρλιαχτά, γδαρσίματα, αλλά ο Έλληνας δε λέει να βγει. Περνάνε δύο ώρες, τρεις, τέσσερις, τίποτα. Χαλασμός σωστός. Περνάνε δέκα ώρες, περνάνε δεκατρείς, τίποτα. Οι ανθρωποφάγοι άρχισαν να ανησυχούν. Γύρω στις είκοσι ώρες, ακούνε μια φωνή, που κούνησε τη γη:
- Βγαίνω ρε!
Και από μέσα:
- Να μας ξανάρθετε, να μας ξανάρθετε!