if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Πρόστυχα ανέκδοτα - Page 41
Skip to main content
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης στην οποία έμενε. Μια μέρα τον συνάντησε ένας φίλος του και του λέει:
- Εντάξει ρε συ έχεις πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης μας αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Με την βασιλοπούλα δεν θα μπορούσες να πας ποτέ.
- Πάμε ένα στοίχημα; λέει αυτός.
- Πάμε, του λέει ο φίλος του.
Την άλλη μέρα λοιπόν το πρωί πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται σαν μάγειρας.
Τον βλέπει ο βασιλιάς και τον ρωτάει:
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου;
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασιλιά μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλιάς όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός λέει στον βασιλιά ψιθυριστά:
- Με λένε πούτσο.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασιλιάς. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Μετά από λίγο κατέβηκε στην κουζίνα η βασίλισσα.
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου; τον ρωτάει.
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασίλισσά μου, λέει πάλι αυτός, ο νονός μου μου δωσε πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν η βασίλισσα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε μουνί.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασίλισσα. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Τελευταία κατέβηκε στην κουζίνα κι η βασιλοπούλα. Τον ρωτάει λοιπόν κι αυτή:
- Ποιος είσαι εσύ;
- Ο καινούριος μάγειρας, της λέει αυτός.
- Και πως σε λένε;
- Αχ, βασιλοπούλα μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σου το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σου το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλοπούλα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε κεφτεδάκια.
- Α! Πράγματι το όνομά σου είναι πολύ παράξενο! λέει κι η βασιλοπούλα.
Εντάξει σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Πάει λοιπόν αυτός το βράδυ στο δωμάτιο της βασιλοπούλας κι αρχίζει να την ξεντύνει. Βάζει η βασιλοπούλα τις φωνές:
- Μαμά, μαμά με πειράζουν τα κεφτεδάκια.
- Τρελάθηκες παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες;
- Όχι, μαμά δεν τρελάθηκα. Έλα και θα δεις.
Πηγαίνει η βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι συμβαίνει κι εκείνη την στιγμή αυτός της τον είχε κιόλας χώσει. Τρομαγμένη η βασίλισσα φωνάζει τον βασιλιά:
- Βασιλιά έλα να δεις το μουνί είναι ανάμεσα στα σκέλια της κόρης μας.
- Ε, στη θέση του είναι ρε γυναίκα, τι φωνάζεις;
- Τρέξε, τρέξε βασιλιά να δεις.
Ανεβαίνει κι ο βασιλιάς στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι γίνεται κι αυτός μόλις είχε τελειώσει την δουλειά του και ντυνόταν. Μόλις είδε τον βασιλιά πήδηξε από το παράθυρο. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς στους φρουρούς:
- Φρουροί, πιάστε τον πούτσο. Τον πιάσατε;
- Ναι, απαντάνε όλοι μαζί οι φρουροί.
- Ωραία, λέει ο βασιλιάς. Βαράτε τον τώρα!
Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-
Στο σχολείο, ρωτάει η δασκάλα τα παιδιά, αν γνωρίζουν κάποιο εξωτικό ή παράξενο, φαγητό ή φρούτο!
- Το πιο παράξενο, παίρνει, άριστα 10, λέει η δασκάλα.
Τα παιδιά σκέφτονται πάρα πολύ σοβαρά.
Ο Μπόμπος όμως, σηκώνει το χέρι και λέει περήφανος!
- Η λάμπα, κυρία.
Η δασκάλα και τα παιδιά γελούν και η δασκάλα λέει:
- Ρέ Μπόμπο, η λάμπα δεν τρώγετε. Γιατί πιστέυεις κάτι τέτοιο;
- Κυρία, κάθε βράδυ λέει ο πατέρας μου, στήν μάνα μου:
- Γυναίκα! Σβήσε την λάμπα και έλα να την φας.
Προσπαθώντας να εντυπωσιάσει την κοπέλα στο πρώτο τους ραντεβού, ο νεαρός την πηγαίνει σε ένα πανάκριβο γαλλικό ρεστοράν, αλλά εκεί παθαίνει σοκ, όταν την ακούει να παραγγέλνει για τον εαυτό της δύο ορεκτικά, δύο σούπες, δύο σαλάτες, δύο κύρια πιάτα και δύο επιδόρπια, συν ένα μπουκάλι εξαίρετο και πανάκριβο κρασί Βουργουνδίας.
- Απ ότι βλέπω, της λέει ψιθυριστά σκύβοντας κοντά στο αυτί της, η μαμά σου δεν σε ταΐζει και τόσο καλά.
- Όχι, του απαντάει εκείνη ατάραχη, αλλά, βλέπεις, η μαμά μου δεν σκοπεύει να με πηδ**** μετά το δείπνο!