φρέσκα ανέκδοτα

Μια φορά ήτανε η Ωραία Ελένη και καθόταν σε μία καφετέρια και έπινε καφέ.
Να σου και ένας παππούς, κάπου 85 με 90 χρονών. Του αρέσει η Ελενίτσα και την ρωτάει:
- Σε παντρεύει η μάνα σου;
- Με παντρεύει η μάνα μου, αλλά ο άντρας που θα μου με πάρει πρέπει να φέρει όλα τα νησιά του κόσμου στα πόδια μου, λέει η Ελένη για να τον ξεφορτωθεί.
- Για την Ελενίτσα, ότι θέλει, απαντά ο παππούς. Θα φέρουμε και όλα τα νησιά στα πόδια, λέει και κάνει κάτι μαγικά, και φλαπ, γίναν όλα τα νησιά δικά της.
Πάει στο σπίτι της η Ελένη και λέει στην μάνα της ό,τι έγινε...
- Του είπα να μου φέρει τα νησιά όλου του κόσμου, και μου τα έφερε... Πες μου, ρε μάνα, τι να κάνω...
- Λοιπόν, όταν θα τον ξαναδείς, να του πεις ότι αυτός που θα πάρεις πρέπει να την έχει 75 πόντους.
- Ωραία, λέει η Ελένη, γέρος άνθρωπος είναι, τι στο καλό θα κάνει να την βρει;
Την άλλη μέρα ξαναπερνά ο παππούς:
- Σε παντρεύει η μάνα σου;
- Με παντρεύει η μάνα μου, αλλά ο άντρας που θα μου με πάρει πρέπει να την έχει 75 πόντους!
- Για την Ελενίτσα, ότι θέλει, απαντά ο παππούς. Τι να κάνουμε, θα κόψουμε και 25 πόντους...
Στα όρια του Θεσσαλικού κάμπου γίνεται ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Ανω και Κάτω Κοιλάδας.
Ο Μήτσος όμως, από την Ανω Κοιλάδα, πρέπει να πάει στο χωράφι να διορθώσει μια ζημιά και χάνει τον αγώνα. Αργότερα στο καφενείο ρωτάει τους φίλους του να του πουν τι έγινε. (Οι διάλογοι προσπαθούν να μιμηθούν
Την θεσσαλική προφορά. Μην περιμένετε πάντως να στείλω και mp3).
- "Κιρδίσαμε 3 - 0", του λένε.
- "Κι ποιους έβαλε το πρώτ;", ρωτάει ο Μήτσος.
- "Ο Γιάννς, τς Φωτούλας, που χει το φούρνο στον πέρα μαχαλά!" του λένε.
- "Κι του δεύτερου;" ρωτάει πάλι όλο αγωνία ο Μήτσος.
- "Η Κώτσους, τον ξέρς, δεν τον ξερς;" έρχεται η απάντηση.
- "Κι του τρίτου; Ποιους έβαλι του τρίτου;" συνεχίζει τις ερωτήσεις ο Μήτσος.
- "Μόνιτς! (= Μόνη της! Μάλλον το γήπεδο ήταν κατηφορικό... Μάλλον προς Κίσσαβο, Όλυμπο μεριά έγινε.)", του απαντάνε.
Και ο Μήτσος:
- "Αρε, δεν ήξηρα ότι είχαμι κι Γιουνγκουσλάβο!"
Αγόρασε ένας γελαδάρης μια μηχανή αρμέγματος για τις αγελάδες.
Μία μέρα που ήταν στον σταύλο, και του ήρθε "όρεξη", σκέφτηκε να βάλει το παπάρι του στο μηχάνημα για τις αγελάδες.
Το βρήκε εξαιρετικά ευχάριστο, και τελείωσε πολλές φορές, όμως παρά τις προσπάθειες του γελαδάρη, το μηχάνημα δεν σταματούσε.
Παίρνει απο το κινητό την εταιρεία κατασκευής και μιλάει με το σέρβις:
- Προσπαθώ να σταματήσω το μηχάνημα που αρμέγει, αλλά δεν γίνεται τίποτε...
- Α, μην ανησυχείτε! Το μηχάνημα σταματά αυτόματα μόλις μαζέψει ένα κιλό γάλα...
Συναντιούνται 2 φίλοι από τα παλιά στον δρόμο. Αγκαλιές, φιλιά, χαρές. Λέει ο πρώτος:
- Ρε Μήτσο, θες να πάμε σπίτι να γνωρίσεις και την οικογένεια;
- Πάμε ρε!
Όταν έφτασαν, άνοιξαν την πόρτα και είδαν την γυναίκα του να πλένει τα πιάτα.
- Ήρθες, ρε ακαμάτη; Τί ώρα είναι αυτή; Έφερες ρε και το γομάρι τον φίλο σου; Εγώ μαγείρεψα μόνο για την οικογένειά μου, οπότε πάρτε τα κουβαδάκια σας και σε άλλη παραλία!
Μπαίνει ο γιος στο σαλόνι.
- Γεια σου, κωλόγερε!
Μπαίνει η πεθερά.
- Ήρθες, ρε μαλάκα; Γιατί δεν πας στο καλό, να αφήσεις το κοριτσάκι μου ήσυχο ρε;
- Ρε φίλε, δεν παμε στο δικό μου σπίτι; Εδώ τα πράγματα είναι λίγο άγρια...
- Να πάτε στον αγύριστο! φωνάζει η πεθερά.
Μόλις έφτασαν στο σπίτι του άλλου, είδαν την γυναίκα του να μαγειρεύει.
- Ήρθες, αντρούλη μου; Κολώνα του σπιτιού μου! Έφερες βλέπω και τον φίλο σου! Καλά έκανες, αγάπη μου!
- Γεια σου μπαμπακούλι, του λέει η κόρη του σε στάση προσοχής.
- Γαμπρούλη μου, καλώσόρισες! Το φαγητό είναι έτοιμο, ωραίο και ζεστό!
- Ρε φίλε, πώς τους καταφέρνεις όλους και σου φέρονται έτσι;
- Να, είναι απλό. Όλα άρχισαν από μια γατα. Μια μέρα την είδα να κοιμάται στο κρεβάτι μου. Της δείχνω κίτρινη κάρτα. Μια άλλη φορά μπλέχτηκε στα πόδια μου. Της δείχνω πάλι κίτρινη κάρτα. Ως τώρα είχε δύο κίτρινες. Μία άλλη φορά την είδα να τρώει από το πιάτο μου! Της δείχνω κίτρινη κάρτα, τραβάω το περίστροφο και την καθαρίζω. Όλοι αυτοί που βλέπεις εδώ μέσα έχουν ήδη από 2 κίτρινες κάρτες!
Έφτασε κάποτε στο χωριό ένας επιθεωρητής, φανατικός υποστηρικτής του κόμματος που κυβερνούσε, για να ελέγξει ένα δάσκαλο γνωστό «αντιφρονούντα».
- "Ώστε αντίθετος με το κόμμα μας ο δάσκαλος έ; Το γαϊδούρι! Θα του δείξω εγώ αύριο στο σχολείο," έλεγε στο καφενείο του χωριού θυμωμένος.
Κάτι πήρε το αυτί του δάσκαλου από τις απειλές του επιθεωρητή και προετοιμάστηκε κατάλληλα για το μάθημα που θα έκανε την επομένη στα παιδιά, παρουσία του επιθεωρητή.
- "Σήμερα παιδιά, είπε ο δάσκαλος, θα μιλήσουμε για τα σημεία στίξης. Ένα από τα σημεία στίξης είναι και το κόμμα."
Ο επιθεωρητής παρακολουθούσε έτοιμος να ξεμπροστιάσει το δάσκαλο, μόλις αυτός θα έκανε το πρώτο λάθος στη διδασκαλία.
- "Σας γράφω στον πίνακα δύο παραδείγματα," συνέχισε ο δάσκαλος.
Και γράφει:
"Ο δάσκαλος, είπε ο επιθεωρητής, είναι γαϊδούρι."
"Ο δάσκαλος είπε ο επιθεωρητής είναι γαϊδούρι."
Ρωτάει κατόπιν στα παιδιά :
- "Μπορείτε να καταλάβετε παιδιά ποιος τελικά αποκαλείται
Γαϊδούρι;"
- "Στην πρώτη περίπτωση κύριε," απάντησε ο καλύτερος μαθητής της τάξης, "είναι ο δάσκαλος, γιατί υπάρχει το κόμμα, ενώ στην δεύτερη περίπτωση ο επιθεωρητής ,γιατί δεν υπάρχει το κόμμα."
- "Μπράβο Γιαννάκη," είπε ο δάσκαλος και απευθυνόμενος σε όλους τους μαθητές της τάξης:
- "Βλέπετε παιδιά ότι όταν στην εκπαίδευση μπερδεύουμε τα κόμματα τότε ο καθένας από μας μπορεί να γίνει γαϊδούρι!"
Ο σύζυγος επέστρεψε μιαν ημέρα νωρίτερα από το επαγγελματικό τουταξίδι και πήρε ταξί από το αεροδρόμιο μετά τα μεσάνυκτα. Κατά την διαδρομή, ρώτησε τον ταξιτζή αν θα ήθελε να είναι μάρτυρας.
Υποψιαζόταν ότι η γυναίκα του τον απατούσε και ήλπιζε να την τσακώσειεπ΄ αυτοφόρω. Για 10 χιλιάδες ο ταξιτζής δέχτηκε να έρθει μαζί του. Έφτασαν ήσυχα στο σπίτι, και πήγαν με τις άκρες των δακτύλων τωνποδιών τους στο δωμάτιο. Ο σύζυγος άναψε τα φώτα και τράβηξε απότομα την κουβέρτα,και να την η σύζυγος ήταν εκεί με ένα άλλον άντρα Ο απατηθείς έβαλε το όπλο του στο κεφάλι του εραστού, και τότες τουφώναξε η κυρία του:
"Μην το κάνεις αυτό ! αυτός ο άντρας είναι πολύ γενναιόδωρος. Ποιος πλήρωσε για το αυτοκίνητο, που σου είπα ότι σου πήρα; Αυτός. Ποιος πλήρωσε για την θαλαμηγό μας; Αυτός. Ποιος πληρώνει κάθε μήνα για το κλαμπ, που νομίζεις ότι πλήρωσα εγώ; Αυτός."
Ο σύζυγος κοίταξε τον ταξιτζή και τον ρώτησε:
"Εσύ τι θα έκανες σε μια τέτοια περίπτωση;"
Και απαντά ο ταξιτζής:
"Θα τον ξανασκέπαζα με την κουβέρτα, μη τυχόν και αρπάξει κανένα κρύωμα!"