φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένας Έλληνας,ένας Ιταλός και ένας Γάλλος σε ένα αεροπλάνο το οποίο έπεσε στην ζούγκλα και τους έπιασαν οι Μαο-Μαο... Ο αρχηγός της φυλής τους λέει:
- Θα σας ρωτήσω κάτι και θα πρέπει να επιλέξετε. Και μετά αναλόγως θα γυρίσετε πίσω στην χώρα σας. Ιταλέ εσύ πρώτος... Για πες μου... Λάλατο ή Θάνατο;
- Λάλατο, είπε ο Ιταλός. Δεν ξέρω τί είναι, αλλά πρέπει να είναι καλύτερο από τον θάνατο.
- Αμπντουλάχ, λάλατο!
Πιάνει ο Αμπντουλάχ τον Ιταλό και τον πηδάει.
- Γάλλε, έλα εσύ τώρα... Λάλατο ή Θάνατο;
- Λάλατο!
- Αμντουλάχ, λάλατο!
Πιάνει ο Αμπντουλάχ τον Γάλλο και τον πηδάει.
- Έλληνα, για έλα και συ... Λάλατο ή Θάνατο;
- Κοίτα να δεις, φίλε, του λέει ο Έλληνας. Εγώ πούστης στην Ελλάδα δεν γυρνάω... ΘΑΝΑΤΟ!
- Αμπντουλάχ! Λάλατο μέχρι θάνατο!
Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας ήταν κολλητοί από μικροί, και όπου πήγαιναν, πήγαιναν μαζί.
Ήρθε η στιγμή και ο Γιωρίκας παντρεύεται!
Έγινε ο γάμος και ήταν να πάει το αντρόγυνο ταξίδι του μέλιτος. Και επειδή ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας δεν μπορούσαν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο, αποφάσισαν να πάνε και οι τρεις μαζί στο ταξίδι.
Φτάνουν στο ξενοδοχείο και ζητούν ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και ένα μονόκλινο.
Αλλά ο ξενοδόχος τους λέει ότι έχει μόνο ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και δεν υπάρχουν άλλα άδεια δωμάτια.
Αναγκάζονται λοιπόν να πάρουν αυτό το δωμάτιο και να κοιμηθούν όλοι μαζί. Πέφτουν να κοιμηθούν, και ο ο Κωστίκας νιώθει ένα χέρι στο πουλί του.
Το πρωί, με τύψεις γιατί θα χαλάσει τον γάμο του φίλου του, αποφασίζει να το πει στον Γιωρίκα:
- Ρε Γιωρίκα, συγνώμη που θα στο πω, αλλά το βράδυ που κοιμόμασταν η γυναίκα σου μου έπιανε το πουλί.
Και λέει ο Γιωρίκας:
- Ρε χαζέ, εγώ σου έπιανα το πουλί, γιατί ήθελα να ξέρω που ακριβώς βρίσκεται!