Το καλό, το άσχημο και το χειρότερο!
Καλό : η γυναίκα σου δεν σου μιλάει.
Ασχημο : θέλει διαζύγιο.
Το χειρότερο : είναι δικηγόρος.
Καλό : ο γιος σου μεγαλώνει.
Ασχημο : έχει δεσμό με μια γυναίκα σε προχωρημένη ηλικία.
Το χειρότερο : με την ίδια έχεις δεσμό κι εσύ.
Καλό : ο γιος σου περνάει πολύ χρόνο στο δωμάτιό του.
Ασχημο : έχεις βρει εκεί τσόντες.
Το χειρότερο : σε μερικές παίζεις κι εσύ.
Καλό : ο άνδρας σου επιτέλους συμφώνησε « όχι άλλα παιδιά ».
Ασχημο : δεν μπορείς να βρεις τα αντισυλληπτικά χάπια.
Το χειρότερο : τα έχει πάρει η κόρη σου.
Καλό : κάνεις συζήτηση με τη κόρη σου για την πρόληψη.
Ασχημο : συνέχεια σε διακόπτει.
Το χειρότερο : και σε διορθώνει.
Καλό : ο γιος σου έχει το πρώτο ραντεβού.
Ασχημο : με άνδρα.
Το χειρότερο : που είναι ο καλύτερος σου φίλος.
Καλό : η κόρη σου βρήκε δουλειά αμέσως μετά το πανεπιστήμιο.
Ασχημο : σαν που**να.
Το χειρότερο : μερικοί φίλοι σου είναι πελάτες της.
Καταστροφή : βγάζει περισσότερα από σένα.
Καλό : ο άνδρας σου έχει γούστο στη μόδα.
Ασχημο : ανακαλύπτεις ότι κρυφά φοράει τα ρούχα σου.
Το χειρότερο : του πάνε περισσότερο απ ότι σε σένα.
Καλό : διαβάζοντας αυτά γελούσες.
Ασχημο : ξέρεις ανθρώπους με παρόμοιες καταστάσεις.
Το χειρότερο : ένας από αυτούς είσαι κι εσύ !
Ένας φρέσκος απόφοιτος του Harvard στα οικονομικά, πάει για συνέντευξη σε μια τράπεζα προκειμένου να τον προσλάβουν.
Εκεί που τελείωνε η συνέντευξη, τον ρωτάει ο διευθυντής:
"Και για να κλείσουμε, σε τι επίπεδο θα ήθελες να κυμαίνεται ο μισθός σου;"
"Κοιτάξτε, γύρω στα 2.000.000 δρχ το μήνα, καθαρά, λαμβάνοντας υπ όψη και τα διάφορα προνόμια που θα μου παρέχετε."
"Ωραία κοίτα, τι θα έλεγες για 5 εβδομάδες το χρόνο άδεια, 14 μισθούς το χρόνο,
Πλήρης ασφαλιστική κάλυψη και αυτοκίνητο της εταιρείας, μια BMW Ζ3 καμπριολέ;"
"Ουάου, θα αστειεύεστε!"
"Ναι, αλλά εσύ άρχισες!"
Η κυρα-Μαρία στέλνει τον άντρα της τον κυρ-Στέλιο στην αγορά να πάρει σαλιγκάρια .
" Μη πιάσεις τη κουβέντα στην αγορά . Να πας και να γυρίσεις αμέσως . Δε θα προλάβουνε να γίνουνε τα σαλιγκάρια για το μεσημέρι "
Φεύγει ο κυρ-Στέλιος και πάει γρήγορα-γρήγορα στην αγορά , παίρνει τα σαλιγκάρια και ξεκινάει για το σπίτι .
Καθώς περνούσε από ένα καφενείο κοντά στην αγορά , βλέπει μέσα 2 φίλους του να πίνουν το ουζάκι τους . Τους χαιρετάει και κάθεται μαζί τους " για λίγο , γιατί πρέπει να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι ". Πίνει κι αυτός τα ουζάκια του , ένα , δύο , τρία καραφάκια όταν θυμάται τη γυναίκα του .
" Αμάν ! άργησα ! Φεύγω , θα τα πούμε μια άλλη φορά ! " και φεύγει βιαστικός .
Είχε φτάσει στα μισά του δρόμου όταν βλέπει το γείτονά του τον Θανάση .
" Πάμε για καμιά μπυρίτσα ; ", του λέει ο Θανάσης .
" Έχω αργήσει , Θανάση μου . Αλλά μη σου χαλάσω το χατίρι . Πάμε, αλλά για λίγο "
Και κάθονται σε ένα μαγαζάκι . Πίνουν μια , δυο , τρεις , δέκα , έντεκα μπύρες και ξαφνικά ο κυρ-Στέλιος κοιτάζει το ρολόι του . Είναι 5 η ώρα .
" Ποιος την ακούει τη κυρα-Μαρία ! " λέει και σηκώνεται να φύγει . Έχει ψιλομεθύσει , του αρέσει άλλωστε το ποτό . Προχωράει όσο πιο γρήγορα μπορεί , αλλά 2 τετράγωνα πριν από το σπίτι του , συναντάει το φίλο του το Βαγγέλη .
" Έλα για λίγο στο σπίτι " του λέει ο Βαγγέλης . " Aνοιξα χθες ένα καινούργιο βαρέλι κρασί . Πρέπει να το δοκιμάσουμε ! "
Ανεβαίνει ο κυρ-Στέλιος στο σπίτι του Βαγγέλη με τα σαλιγκάρια στο χέρι . Δοκιμάζει το καινούργιο κρασί και πριν προλάβει να τελειώσει το δεκατοπέμπτο ποτήρι διαπιστώνει ότι έχει σκοτεινιάσει . Δεν τον παίρνουν τα πόδια του , αλλά τρεκλίζοντας και με τα σαλιγκάρια παραμάσχαλα πάει προς το σπίτι .
"Δε θα ξανασταματήσω πουθενά ! " λέει μέσα στο μεθύσι του .
Φτάνει στο σπίτι , βγάζει τα κλειδιά , προσπαθεί να βρει το σωστό κλειδί . Δύσκολο όμως με το μεθύσι που έχει . Παραπατάει και του πέφτει η σακούλα με τα σαλιγκάρια από τα χέρια . Σκίζεται και χύνονται τα σαλιγκάρια στα σκαλοπάτια .
Η κυρα-Μαρία που καθόταν στα καρφιά από το πρωί , μόλις άκουσε το θόρυβο άνοιξε την πόρτα έξαλλη , έτοιμη να του χιμήξει .
" Που ήσουνα , βρε γαϊδούρι , όλη μέρα ; "
Κι ο κυρ-Στέλιος :
" Σσσσσσσσστ , μη φωνάζεις ! Δε βλέπεις ; "
Της λέει δείχνοντας τα σαλιγκάρια . Και γυρίζοντας προς τα πεσμένα σαλιγκάρια τους :
" Ελάτε ? ελάτε ? ελάτε , σαλιγκαράκια μου , κουράγιο , λίγο ακόμα και φτάσαμε !"