Πάει ένας τύπος σε ένα μαγαζί με εκκλησιαστικά είδη. Εκεί λοιπόν που χάζευε, βλέπει σε μινιατούρα την εκκλησία της Αγ. Σοφίας.
- Πόσο κάνει αυτό το σπιτάκι; ρωτάει τον μαγαζάτορα.
- Ρε άσχετε, αντίχριστε, δεν είναι σπιτάκι! Η εκκλησία της Αγ. Σοφίας είναι, απαντάει ο μαγαζάτορας. Τέλος πάντων 900 ευρώ κάνει, απαντάει όλο νεύρα...
- Ααα, πολύ ακριβή είναι! Δεν την θέλω!
Λίγο πιο δίπλα, βλέπει ένα καντήλι και λέει:
- Ωραίο αυτό το κεράκι, πόσο κάνει;
Ξανανευριάζει ο μαγαζάτορας και λέει:
- Δεν είναι κεράκι, καντήλι είναι αντίχριστε, και κάνει 500 ευρώ!
- Ααα, πολύ ακριβό είναι! Δεν το θέλω!
Πάει λίγο πιο πέρα, και βλέπει ένα σταυρό με τον Χριστό και λέει:
- Ωραίος αυτός ο σταυρός, πόσο έχει;
Ενθουσιασμένος ο μαγαζάτορας που επιτέλους αναγνώρισε κάτι, λέει:
- Ευτυχώς, ξέρεις και κάτι από θρησκεία, θα στον δώσω 1 ευρώ...
Και λέει ο κύριος:
- Μαζί με αυτόν τον τύπο επάνω;
Το θαύμα.
Ένας γεροδεμένος και βαρβάτος ηγούμενος, χάθηκε μέσα στο δάσος. Για καλή του τύχη βλέπει ένα φωτάκι. Πλησιάζει και χτυπά τη πόρτα.
- Έλεος, είμαι χαμένος, βοηθήστε με πριν πεθάνω από το κρύο και τη πείνα.
- Μα εδώ είναι μοναστήρι των καλογραιών είπε η μοναχή που του άνοιξε. Περιμένετε να φωνάξω την ηγουμένη.
Ήρθε η ηγουμένη, πολύ όμορφη γυναίκα. Σωστός πειρασμός.
- Ναι μεν είναι γυναικείο το μοναστήρι αλλά δεν μπορώ να σας αφήσω έξω να πεθάνετε από το κρύο. Περάστε μέσα του λέει αλλά υπάρχει και κάποια δυσκολία. Το κελί που πρόκειται να σας βάλω περνάει από το δικό μου.
- Ουδεμία δυσκολία λέει ο ηγούμενος, το βράδυ που θα πάμε για ύπνο θα μπω πρώτος εγώ στο κελί μου και το πρωί θα είστε σεις που θα βγείτε πρώτη.
Έτσι και έγινε, αλλά ο παπάς που δεν τον κόλλαγε ύπνος, άρχισε να προσεύχεται:
- Παναγία μου, διώξε τον Εωσφόρο που κατακαίει τα σωθικά μου και δεν με αφήνει να κλείσω μάτι. Και μετά, λίγο δυνατότερα:
- Παναγία μου κάνε το θαύμα σου! Δώσε θάρρος στην ηγουμένη να έρθει και να με επισκεφτεί!
Και Ω του θαύματος. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται μπροστά του μεγαλοπρεπής σαν την Ήρα η ηγουμένη με ξεπλεγμένα μαλλιά. Κοίταξε ο ένας τον άλλον και ξαφνικά η ηγουμένη γυρίζει το κεφάλι πίσω και λέει:
- Εντάξει Παναγία μου το μήνυμα ελήφθη αλλά μη με σπρώχνεις έτσι;
Ένας γεράκος πάει στην εκκλησία και θέλει να εξομολογηθεί.
Λέει:
- Πάτερ, έχω αμαρτήσει!
- Εντάξει .. Τέκνον μου... (Τί "τέκνον"; Τον έκοβε ο παπάς με το μάτι για να του βρεί θέση εκεί όπου κανείς με τα σωστά του δεν θέλει να πάει, αλλά που θα πάμε όλοι μας...)
- Λοιπόν, παπά, το 1943 τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους άκουσα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα μου. Δεν φοβόμουνα τους Γερμανούς ούτε τους Γκεσταπίτες γιατί ήμουν μαυραγορίτης. Ανοίγω και τι να δώ! Μιά όμορφη κοπελιά 16-17 χρονών. Μου είπε ότι είναι Εβραία. Μάρτυρας μου ο Θεός την πίστεψα. Την έκρυψα στο μαγαζάκι -πάνω στο πατάρι-, την τάιζα, την πότιζα, την έντυνα, αλλά κάποια στιγμή μπήκε ο πειρασμός και φτάσαμε στα ανεπανόρθωτα.
Και μετά το συνεχίζαμε σχεδόν κάθε βράδυ...
- Εντάξει εντάξει..., λέει και ο παπάς. Αυτά είναι ανθρώπινα! Νέοι και οι δυό σε συνθήκες πολέμου! Και πείνας και στέρησης... Μήν το σκέφτεσαι πια καθόλου!
- Ευχαριστώ πάτερ, αλλά τώρα που γεράσαμε μπορώ να της πω ότι ο πόλεμος τέλειωσε εδώ κι 60 χρόνια;
Eνας παπάς κι ένας καλόγερος στέκονται στην άκρη του δρόμου κρατώντας ένα πανώ που γράφει:
"Το τέλος είναι κοντά. Αλλάξτε δρόμο πριν να είναι πολύ αργά!"
Περνάει το πρώτο αυτοκίνητο κι ο οδηγός του βγάζει το κεφάλι έξω απ το παράθυρο και φωνάζει:
- Δεν τραβάτε σπίτια σας, μουρλοπαπάδες! και πατάει γκάζι.
Δεν περνάνε 5 δευτερόλεπτα και ακούγεται φρενάρισμα και στο τέλος ένα τρομερό τρακάρισμα, οπότε γυρίζει ο παπάς στον καλόγερο και λέει:
- Ρε συ, μήπως θα έπρεπε να γράψουμε καλύτερα:
"Προσοχή, πεσμένη γέφυρα";
Ο Μιχάλης στον φίλο του:
- Κώστα, θέλω να μου κάνεις μία χάρη.
- Τι χάρη θέλεις Μιχάλη;
- Να... ξέρεις θέλω να πας στον παπά να εξομολογηθείς.
- Και τι να εξομολογηθώ ρε Μιχάλη;
- Τίποτα ρε βλάκα, απλώς θέλω να τον απασχολήσεις, για να πάω να πηδήξω την γυναίκα του.
- Κάτσε ρε Μιχάλη δεν είναι σωστό αυτό.
- Κωστάκη είμαστε ή δεν είμαστε φίλοι; Εγώ δεν σου έχω αρνηθεί μέχρι τώρα σε τίποτα.
- Αντε να το κάνω, λέει ο Κώστας.
Πραγματικά πηγαίνει στην εκκλησία, βρίσκει τον ιερέα και αρχίζει μία μακροσκελέστατη εξομολόγηση, στην οποία όμως κάποια στιγμή ο ιερέας ανακαλύπτει πως κάτι δεν πάει καλά.
- Τέκνο μου, νομίζω πως παρ" ότι μου έχεις πει τόσα πράγματα, κάτι μου κρύβεις ακόμη και πρέπει να είναι σοβαρό διότι το βλέπω στα μάτια σου.
- Πατέρα, δεν μπορώ να το κρύψω άλλο στην ιερή αυτή στιγμή της εξομολόγησης και πρέπει να σου πω όλη την αλήθεια. Ο πραγματικός λόγος που ήρθα για εξομολόγηση είναι διότι μου το ζήτησε ο φίλος μου αλλά για κακό σκοπό.
- Δηλαδή τέκνο μου;
- Να... Μου είπε να σε απασχολήσω έτσι ώστε... Να πηδήξει την γυναίκα σου...
- Αμάν! Τέκνο μου είσαι και αμαρτωλός και κόπανος!
- Γιατί πατέρα μου;
- Την δικιά σου γυναίκα πηδάει κορόιδο, εγώ είμαι ιερομόναχος!