Skip to main content
Ανέκδοτα για την Εκκλησία
Γελάει καλύτερα όποιος έχει καλύτερα δόντια.
Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν δεν πεινούσαν.
Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Κύλησε ο τέτζερης και χύθηκε η σούπα.
Δώσε αέρα στον χωριάτη όταν κάνει καταδύσεις.
Στου κουνγκ-φού την πόρτα υπάρχει μία τρύπα από κλωτσιά.
Όποιος βαριέται να ζυμώσει παίρνει έτοιμο ψωμί.
Όποιος βιάζεται φτάνει γρηγορότερα.
Μη μιλάς, μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς.
Από την πόλη έρχομαι και πάω στο χωριό.
Όποιος δεν έχει μυαλό, είναι άμυαλος.
Ένα μήλο την ημέρα δεν μπορεί να σε χορτάσει.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, εκεί υπάρχει κερασιά.
Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και γοβάκι.
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, πάνε τα λεφτά των συνταξιούχων.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι, από το να σου βάζουν χέρι.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού δεν τα φτάνει κι η νυφίτσα.
Το καλό το παληκάρι βοηθάει την μαμά του.
Δουλειά δεν είχε ο διάολος και γράφτηκε στον Ο. Α. Ε. Δ.
Η γριά κότα θα ψοφήσει όπου να ναι.
Ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από Θηβών.
Κάνε το καλό και δώσε το σε μένα.
Σαν (Sun) θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, Ντέιλυ Μίρρορ (Daily mirror) θέλει ο πεθερός.
Η πολλή δουλειά απαιτεί υπερωρίες.
Όποιος νυχτοπερπατεί κοιμάται ξημερώματα.
Γύρο-γύρο όλοι, εγώ προτιμώ μπιφτέκι.
Από μικρό κι από τρελλό μαθαίνεις παραμύθια.
Στερνή μου γνώση επιτέλους ήρθες.
Έλα μπάρμπα μου να σου δείξω το INTERNET.
Μπρος γκρεμός και πίσω δρόμος.
Η αρχή είναι το ήμισυ του αρχιμανδρίτη.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη βρίσκει.
Φύλαγε τα ρούχα σου βάζοντας ναφθαλίνη.
Μάρτυς γδάρτης θα σε στείλει φυλακή.
Πήγε για μαλλί (της γριάς) και βγήκε με ποπ-κορν.
Ή στραβός είναι ο γιαλός ή ίσιος.
Κάποιο λάκκο έχει ο δρόμος.
Χέσε μέσα Πολυχρόνη, γιατί δεν μπορώ να καθαρίζω άλλο.
Κι αν είσαι και παπάς μάλλον στον Παράδεισο θα πας.
Μάτια που δεν βλέπονται χρειάζονται επειγόντως λίφτιγκ.
Όταν λείπει η γάτα έχεις οικονομία στα friskies.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα ας τρώει καλαμπόκι.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κοκόρι.
Κάποιος είχε χρόνια να πάει στην εκκλησία. Ήταν Μ. Παρασκευή και του λέει η γυναίκα του:
- Δεν πας στην εκκλησία, χρόνια έχεις να πας.
- Να πάω, της λέει αυτός, αλλά δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω.
- Ότι κάνουν οι άλλοι, του λέει αυτή.
Πηγαίνει αυτός στην εκκλησία, βλέπει κάποιον να παίρνει κερί, παίρνει και αυτός. Το ανάβει ο άλλος, το ανάβει και αυτός. Κάνει τον σταυρό του, τον κάνει και αυτός.
Κάθεται κάπου, και μετά από λίγη ώρα ετοιμάζονται για την περιφορά του επιτάφιου. Αλλοι παίρνουν τα εξαπτέρυγα, άλλοι τον επιτάφιο, κοιτά και αυτός γύρω του να πάρει κάτι, βλέπει την κολυμπήθρα, την βάζει στον ώμο και ξεκινά με τους άλλους.
Όταν τελειώνει η περιφορά, πεθαμένος στην κούραση, επιστρέφει στην εκκλησία, αφήνει την κολυμπήθρα και γυρίζει στο σπίτι.
- Πως τα πέρασες; τον ρωτά η γυναίκα του.
- Καλά ήταν γυναίκα, αλλά εάν δεν έπεφτα σε μετακόμιση, θα ήταν ακόμη καλύτερα.
- Φίλε μου, αδερφέ μου, θέλω μόνο μια χάρη από σένα.
- Τί θες να κάνω;
- Θέλω να πας στον παπά και να τον καθυστερήσεις να πάει στο σπίτι του.
- Γιατί ρε φίλε; Τί τρέχει;
- Να, ξέρεις... Έχω σχέση με την παπαδιά και σκέφτηκα μήπως μπορείς να με βοηθήσεις.
- Εγώ τέτοια πράγματα δε κάνω και να μου κάνεις τη χάρη!
Με τα πολλά όμως, ο φίλος πείθεται και πάει στην εκκλησία να καθυστερήσει τον παπά. Τον πετυχαίνει την ώρα που ο παπάς κλείδωνε την πόρτα της εκκλησίας.
- Πάτερ!
- Τί είναι τέκνο μου; Τί σου συμβαίνει;
- Παπά, θέλω να εξομολογηθώ.
- Τέτοια ωρα βρήκες να έρθεις; Έλα αύριο να κάνουμε το μυστήριο.
- Όχι παπά μου, εγώ τώρα νοιώθω την ανάγκη να το κάνω.
Τί να κάνει ο παπάς, άνοιξε την εκκλησία.
- Λοιπόν σε ακούω, του λέει, αφού έβαλε το πετραχήλι. Μα κάπου σε ξέρω. Μήπως είσαι ο γιος του φίλου μου του Σταμάτη από το διπλανό χωριό;
- Ναι.
- Βρε, τί κάνουν οι δικοί σου;
- Καλά είναι πάτερ. Με την κουβέντα βγήκαν μακροσυγγενείς, υποστήριζαν και την ίδια ομάδα, ψήφιζαν και το ίδιο κόμμα.
- Για πες μου λοιπόν, τί θες να ομολογήσεις;
- Παπά, δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Ο φίλος μου τα έχει με την παπαδιά και με έβαλε να σε καθυστερήσω για να πάει να την βρει. Τρελάθηκε ο παπάς, άφρισε, άρχισε να φέρνει βόλτα την εκκλησιά μουρμουρώντας. Στο τέλος, ηρεμεί λίγο, και γυρνά πάλι στον χωριανό και του λέει:
- Βρε βλάκα, είσαι παντρεμένος;
- Ναι παπά μου, λέει αυτός.
- Τράβα, βρε ηλίθιε, γρήγορα σπίτι σου, γιατί η παπαδιά έχει πεθάνει εδώ και χρόνια!
Ήταν ένας παπάς και πνιγόνταν στην θάλασσα και περνάει ένα καράβι:
- Παπά, έλα, πιάσε το σωσίβιο να σωθείς.
- Όχι, τέκνον μου, δεν χρειάζεται, εμένα θα με σώσει ο Θεός, λέει ο παπάς.
Περνάει άλλο καράβι:
- Έλα, παπά, να σε σώσουμε! Θα πνιγείς!
- Όχι, τέκνον μου, δεν χρειάζεται, εμένα θα με σώσει ο Θεός, λέει πάλι ο παπάς.
Περνάει τρίτο καράβι:
- Παπά, έλα να σε σώσουμε!
- Όχι, τέκνον μου, δεν χρειάζεται, εμένα θα με σώσει ο Θεός, λέει ξανά ο παπάς.
Με αυτά και με αυτά ο παπάς πνίγεται, πάει στον παράδεισο και λέει στον Θεό:
- Περίμενα να με σώσεις, και εσύ τίποτα!
- Ρε μαλάκα, τρία καράβια σου έστειλα να σε σώσουνε, και εσύ με έγραψες!
Ένας παπάς κι ένας ραβίνος ζούσαν απέναντι ο ένας από τον άλλο, η εκκλησία και η συναγωγή ήταν επίσης απέναντι, είχαν πάνω κάτω το ίδιο πρόγραμμα και όταν είχε ακολουθίες ο ένας είχε και ο άλλος, κάθε πρωί πήγαιναν με το ίδιο λεωφορείο στη δουλειά τους.
Δεν είχαν μεταξύ τους κανένα πρόβλημα και τα πήγαιναν πολύ καλά.
Κάποια φορά λοιπόν λέει ο παπάς στο ραβίνο να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο από κοινού για να πηγαίνουν στους ναούς τους και να το έχουν μισό μισό.
Όπερ και εγένετο. Αγοράζουν το αυτοκίνητο και το φέρνουν και το παρκάρουν στη γειτονιά, ανάμεσα στα δυο σπίτια. Μετά από καμιά ώρα, όπως χάζευε το αυτοκίνητο από το παράθυρό του ο ραβίνος, βλέπει τον παπά να βγαίνει από το σπίτι του και να πηγαίνει στο αυτοκίνητο και να του ρίχνει νερό.
Παραξενευμένος πλησιάζει και τον ρωτάει:
- Καλά, αφού το αυτοκίνητο είναι καθαρό, γιατί το πλένεις;
- Δεν το πλένω, είναι αγιασμός, μια και είναι καινούριο είπα να το αγιάσω για να είναι καλοτάξιδο.
Προβληματίστηκε ο ραβίνος και έπεσε σε περίσκεψη. Μετά λοιπόν από κανα μισάωρο βγαίνει από το σπίτι του με ένα σιδεροπρίονο και πάει και κόβει 5 πόντους από την εξάτμιση!
Μπαίνει μια μέρα ένας παπάς σε ένα κομμωτήριο πολυτελείας, κάπου πίσω από το Hilton για ένα γενικό service.
Πραγματικά τον περιποιούνται άψογα, λούσιμο, κούρεμα, γενειάδα, μουστάκι, τα πάντα. Πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα (και από τα γλυκύτατα πλάσματα που του χαμογελάγανε), ο ιερωμένος ρωτάει τι χρωστάει.
- Τίποτα πάτερ, του λέει χαμογελώντας ευγενικά ο ιδιοκτήτης. Είναι προσφορά του καταστήματος στην ενορία μας.
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν πάει να ανοίξει το κατάστημά του ο κομμωτής βρίσκει ένα μεγάλο δέμα με Αγιες Γραφές και άλλα βιβλία να τον περιμένει στην είσοδο, μαζί με ένα ευχαριστήριο σημείωμα.
Λίγες μέρες μετά έρχεται να κουρευτεί ένας ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας. Και αυτός, μετά από την καταπληκτική περιποίηση του καταστήματος, όταν ρωτάει για το μπακοτσέτουλο παίρνει την ευγενική απάντηση:
- Δεν χρωστάτε τίποτα. Είναι μια μικρή προσφορά για το τόσο σημαντικό έργο της αστυνομίας στη πόλη μας.
Και πάλι την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε ο κομμωτής ένα κιβώτιο μπύρες και ένα σημείωμα που έλεγε "Να τις πιείτε στην υγειά μου"
Δεν περνάει μια βδομάδα και κάνει την εμφάνισή του ένας βουλευτής. Οργασμός στο κομμωτήριο ! "Από εδώ περάστε, από εκεί καθίστε", το μισό προσωπικό ασχολείτο με τον καλλωπισμό του. Φυσικά, όπως αναμένετο, όταν ρώτησε πόσο κάνει, πήρε την γνωστή πια ευγενική απάντηση του γαλαντόμου επιχειρηματία.
- Μα τι λέτε κύριε βουλευτά μου, χαρά μου να μπορέσω να προσφέρω κι εγώ κάτι στη χώρα μου. Είναι προσφορά του καταστήματος.
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν πήγε να ανοίξει το μαγαζί του ο άνθρωπος, βρήκε ... δέκα βουλευτές να περιμένουν ουρά για κούρεμα.
Μπροστά στην εκκλησια!
Σε μια ενορία ήταν ένας παπάς που είχε ένα μικρό γιο. Μια μέρα, ο γιός του βγήκε μπροστά στην εκκλησία και πουλούσε εικόνες και φυλαχτά. Κάποια στιγμή περνά ένας τύπος και βλέπει τον πάγκο με τις εικόνες. Δείχνοντας, λοιπόν την εικόνα της Παναγίας, λέει στο παιδί:
- Η μανταμίτσα πόσο κάνει;
Τι να κάνει το παιδί, μπαίνει στην εκκλησία και λέει στον παπά:
- Μπαμπά, είναι ένας έξω που αποκάλεσε την Παναγία "μανταμίτσα" και θέλει να αγοράσει την εικόνα!
- Να μη πουλήσεις,παιδί μου, εικόνα σε αυτόν τον ιερόσυλο! Πες του οτι κάνει 5000 ευρώ.
Βγαίνει λοιπόν έξω το παιδί και λέει την τιμή.
- Α, πολύ ακριβή! λέει ο τύπος. Τότε δείχνει μια εικόνα με το Μυστικό Δείπνο και λέει:
- Πόσο έχει το τσιμπούσι;
Μπαίνει ξανά στην εκκλησία το παιδί και λέει στον παπά τι έγινε.
- Να μην την πουλήσεις, παιδί μου, λέει ο παπάς. Πες του ότι κάνει 6000 ευρω!
Βγαίνει ξανά έξω το παιδί και λέει την τιμή.
- Α, πολύ ακριβή, δεν την αγοράζω! Πόσο κάνει αυτός ο σταυρός; ρωτά ξανά ο τύπος δείχνοντας έναν ξύλινο σταυρό, που είχε επάνω το Χριστό.
Μπάινει για τρίτη φορά στην εκκλησία το παιδί και λέει τι έγινε στον παπά.
- Να τον πουλήσεις τον σταυρό, παιδί μου! λέει ο παπάς. Αφού τον αναγνώρισε!
Βγαίνει έξω το παιδί και λέει στον άνθρωπο που περίμενε:
- 6 ευρώ κάνει ο σταυρός.
- Μαζί με τον ακροβάτη;