Φθινόπωρο και πρώτη μέρα στα θρανία για τους μαθητές του αμερικανικού κολεγίου.
Η δασκάλα παρουσιάζει στα αμερικανάκια έναν καινούριο συμμαθητή τους, τον Ιάπωνα Σακίρο Σουζούκι (γιο του διευθυντή της Σόνυ) και το μάθημα αρχίζει με μικρές ερωτήσεις ιστορίας.
- «Για να δούμε λοιπόν, πόσο καλοί είστε στην αμερικανική ιστορία;» λέει η δασκάλα. «Ποιος είπε ; δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο;»
Κάποιοι μουρμουρίζουν αλλά κανείς δεν σηκώνει το χέρι του, εκτός από τον καινούριο:
- «Ο Πάτρικ Χένρυ το 1775 στη Φιλαδέλφεια», απαντά.
- «Μπράβο Σουζούκι, και ποιος είπε: ;Κυβέρνηση του λαού, από το λαό και για το λαό;», ξαναρωτά την τάξη η δασκάλα.
- «Ο Αβραάμ Λίνκολν, το 1863 στο Γκέτυσμπουργκ», απαντά και πάλι ο Σουζούκι.
Η δασκάλα κοιτάζει αυστηρά την τάξη και λέει:
- «Ντροπή σας! Ο Σουζούκι είναι γιαπωνέζος και ξέρει την αμερικανική ιστορία καλύτερα από σας!»
Τη σιωπή στην τάξη σπάει μια μικρή φωνή από τα πίσω θρανία:
- «Ρε δεν πάτε να γα**θείτε όλοι, μα**κες γιαπωνέζοι!»
- «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάει αυστηρά η δασκάλα.
Ο Σουζούκι σηκώνει το χέρι του και χωρίς να περιμένει λέει:
- «Ο στρατηγός Μακάρθουρ, το 1942, στη διώρυγα του Παναμά και ο Λι Ιακόκα, το 1982 στη γενική συνέλευση της Τζένεραλ Μότορς.
Η τάξη βυθίζεται στη σιωπή. «Θέλω να ξεράσω», ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
- «Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρωτάει με το ίδιο βλοσυρό ύφος η δασκάλα.
Και ο Σουζούκι πετάγεται πάλι:
- «Ο Τζορτζ Μπους ο πρώτος, στον πρωθυπουργό Τανάκα κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου στο Τόκιο το 1991».
Ένας μαθητής σηκώνεται όρθιος και ξεσπάει:
- «Ρε δε μας παίρνεις καμιά π**α, λέω γω!»
Και ο Σουζούκι, ψύχραιμα:
- «Μπιλ Κλίντον στη Μόνικα Λουίνσκι, το 1997, στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου».
Δυο τρεις μαθητές πετάγονται και φωνάζουν:
- «Α γα**σου ρε μα**κισμένο, Σουζούκι».
Ατάραχος ο γιαπωνέζος:
- «Βαλεντίνο Ρόσι, παγκόσμιο πρωτάθλημα μοτοσικλέτας, ράλι Νότιας Αφρικής, το 2002».
Κόλαση στην τάξη, οι μαθητές ουρλιάζουν και πετάνε καρέκλες, η δασκάλα έχει σωριαστεί λιπόθυμη και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο διευθυντής:
- «Ε, μα την Παναγία δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μπου**έλο».
Και στο βάθος ακούγεται πάλι η φωνή του Σουζούκι:
- «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Καραμανλής, το 2004, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του».
Η Τζένη είναι παντρεμένη μ έναν άντρα « πολλά βαρύ », που δεν κάνει τίποτα στο σπίτι, για να βοηθήσει τη γυναίκα του στα οικιακά, παρ όλο που και οι δυο δουλεύουν όλη μέρα .
Μια μέρα η Τζένη μπαίνει στο σπίτι, επιστρέφοντας απ τη δουλειά, και έμεινε άφωνη απ την έκπληξη : Το σπίτι ήταν συγυρισμένο, ένας σωρός ρούχα πλενόντουσαν στο πλυντήριο, ένας άλλος ήταν στο στεγνωτήριο, το φαγητό ψηνότανε στο φούρνο, το τραπέζι στρωμένο όμορφα .
Μετά από έρευνα στο σπίτι και διακριτικές ερωτήσεις που υπέβαλε στον άντρα της, η Τζένη διαπιστώνει ότι όλη αυτή η στροφή 180 μοιρών οφειλότανε στο γεγονός ότι ο Κώστας ο άντρας της είχε διαβάσει ένα άρθρο σ ένα περιοδικό, που έλεγε ότι, αν οι γυναίκες που δουλεύουν είχαν μια βοήθεια στα οικιακά, θα έδειχναν μεγαλύτερη επιθυμία για τα ... παιχνίδια του κρεβατιού .
Την επόμενη μέρα στη δουλειά, το πρώτο πράμα που είπε στις φιλενάδες της ήταν το να περιγράψει το προηγούμενο βράδυ .
- Τα πάντα ήταν τέλεια, κορίτσια . Το φαγητό ήταν τέλειο, ο Κώστας μάζεψε και έπλυνε τα πιάτα μετά, δίπλωσε τα πλυμένα ρούχα, ώστε να είναι έτοιμα για το σιδέρωμα, βοήθησε τα παιδιά με το διάβασμά τους . Πραγματικά το απόλαυσα το βράδυ μας .
- Και μετά ; και μετά ; ρωτήσανε οι άλλες , που άλλου είδους περιγραφές περιμένανε .
- Μετά δεν έγινε τίποτα ! Ο Κώστας ήταν πολύ κουρασμένος , για να έχει όρεξη και για ερωτικά παιχνίδια ...
Ένας Έλληνας πεθαίνει και φτάνει στη ρεσεψιόν της Κόλασης.
Ο υπάλληλος του ανακοινώνει ότι επειδή είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπορεί να διαλέξει μία από τις κολάσεις των χωρών-μελών. Σκέφτεται λίγο και αποφασίζει να πάει στη Γερμανική. Οργανωμένη χώρα σου λέει, τόσα χρόνια στην Ελλάδα τι κατάλαβα... μου βγάλανε το λάδι. Τουλάχιστον, ας πάρω μυρωδιά του τι σημαίνει Ευρώπη, έστω και στην κόλαση.
Φτάνει λοιπόν μπροστά στην πύλη της γερμανικής κολάσης. Μαύρο μάρμαρο, καλογυαλισμένο, σιδερένια πύλη και ψηλά γράφει με μεγάλα γράμματα ΚΟΛΑΣΗ στα γερμανικά. Χτυπάει... Του ανοίγει ένας άψογα ντυμένος υπάλληλος και τον ρωτά τι θέλει.
- Να δω πώς είναι, του απαντά εκείνος.
- Ούτε να το σκέφτεστε, του απαντά ο υπάλληλος! Όλη την ημέρα μας δέρνουνε με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια γεμάτα σκατά! Φρίκη! Φρίκη!
Όπου φύγει-φύγει ο ρωμιός... Δοκιμάζει τις υπόλοιπες κολάσεις, τα ίδια. Έτσι απογοητευμένος, καταφεύγει στην έσχατη λύση, την ελληνική κόλαση!
Φτάνει λοιπόν έξω από την πύλη. Μία πύλη εγκαταλειμμένη, βρώμικη, όπου στο ψηλότερο σημείο της υπάρχει με μεγάλα φωσφορίζοντα γράμματα η λέξη ΚΟΛΑΣΗ. Το Κ και το Λ φυσικά δεν ανάβουν. Έτσι η επιγραφή γράφει Ο ΑΣΗ.
- Ελληνική ανοργανωσιά... Μουρμουρίζει...
Όσο πλησιάζει, ακούει κάτι περίεργους θορύβους... Μοιάζουν με μουσική. Πλησιάζει περισσότερο. Η μουσική πλέον ακούγεται ολοκάθαρα. Μπουζούκια, μπαγλαμάδες κλπ. Χτυπάει... Του ανοίγει ένας τύπος κρατώντας μία μπουκάλα στο χέρι, εντελώς φέσι, και τον ρωτά τι θέλει.
- Ήρθα να δω πώς είναι, του λέει και βάζει το κεφάλι του μέσα... Τραπέζια, κάπνα, κάτι γκόμενες χορεύουν πάνω στα τραπέζια τσιφτετέλια, νταούλια... Γενικώς, μπάχαλο.
Τρελαίνεται ο τύπος...
- Καλά ρε φίλε, τι γίνεται εδώ; ρωτά.
- Aσε φίλε, χάλια του λέει ο μεθυσμένος. Η κατάσταση είναι δραματική εδώ πέρα. Μας δέρνουν όλη μέρα με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια με σκατά.
- Πλάκα μου κάνεις, απαντάει ο πεθαμένος. Εδώ πίνετε και γλεντάτε...
- Εεε, ξέρεις πώς είναι εδώ στην Ελλάδα. Τη μία δεν έχουμε σκατά, την άλλη χαλάνε τα μαστίγια...
Ένας τύπος που δεν αισθάνεται πολύ καλά, πάει στο γιατρό, που του λέει ότι αν δεν αλλάξει τρόπο ζωής, δεν θα ζήσει για πολύ.
Όταν είπε στο γιατρό το πρόγραμμα της ημέρας του, ο γιατρός του είπε ότι, αντί να παίρνει το τραίνο, κάθε μέρα, για να πάει στη δουλειά του, θα έπρεπε να πηγαίνει με το σπόρ αυτοκίνητό του, με ανοικτή τη σκεπή, για να παίρνει καθαρό αέρα.
Αυτό έκανε ο ασθενής, αλλά δεν είδε βελτίωση.
Τότε ο γιατρός του σύστησε να αφήσει το αυτοκίνητο και να πάρει
Ποδήλατο. Ο τύπος διαμαρτύρεται ότι είναι μεγάλη απόσταση, ο γιατρός επιμένει και, τελικά, πάιρνει ποδήλατο. Αλλά καμιά βελτίωση πάλι.
Τότε ο γιατρός του είπε να πάρει ένα στεφάνι βαρελιού κι ένα ξυλάκι και να κυλάει το τσέρκι, κάθε πρωί, μέχρι το γραφείο του και μετά πίσω στο σπίτι, το βράδυ. Διαμαρτύρεται ο ασθενής, φωνάζει, αλλά στο τέλος πείθεται στο τέλος κι αγοράζει το τσέρκι.
- Πώς αισθάνεσαι; ρωτάει ο γιατρός.
- Περίφημα, λέει αυτός και συνεχίζει να τρέχει με το τσέρκι κάθε πρωί και κάθε βράδυ.
Κάποτε όμως, βρήκε το τσέρκι στραβωμένο και στραπατσαρισμένο, εκεί που το είχε παρκάρει, στο υπόγειο γκαράζ.
- Κάποιος έκανε όπισθεν και δεν το είδε. Δεν είναι δα και καμιά μεγάλη ζημιά, προσπαθεί να τον ησυχάσει ο γκαραζιέρης. Η ασφάλεια θα πληρώσει.
- Η ασφάλεια; Δεν είναι μεγάλη ζημιά; Μούτζωσε την ασφάλεια! Εγώ πώς θα πάω σπίτι μου τώρα, μου λες;
Μόλις τα κατάφεραν να ξεφύγουν από το γλέντι του γάμου οι νεόνυμφοι, μπαίνουν μέσα στο αυτοκίνητο, που θα τους μετέφερε στο ξενοδοχείο τους;
Αλλά, νέοι και βιαστικοί, έπιασαν... δουλειά μέσα στο αυτοκίνητο κι άσε τον οδηγό να... οδηγεί, πράγμα βεβαίως τελείως επικίνδυνο, γιατί πώς να οδηγήσει ο άνθρωπος, με το μάτι καρφωμένο στο εσωτερικό
Καθρέφτη;
Κάποια στιγμή ο οδηγός, που, όπως αποδείχτηκε, κοίταζε και λίγο έξω, (όχι μόνο τον καθρέφτη), επεσήμανε οδικές εργασίες μπροστά τους και ένα φορητό φανάρι, που ήταν κόκκινο.
- Φίλε, δεν μπορώ να κάνω τίποτ άλλο, από του να περιμένω τη σειρά μου, λέει ο οδηγός στο γαμπρό, που, όπως είπαμε, είχε πέσει στο βάζο με το γλυκό!
- Να βρεις δικιά σου, λέει ο γαμπρός. Αυτή εδώ είναι όλη δική μου!
(Μοναχοφάγος ο γαμπρός και δεν ακολουθούσε τις προσταγές του Πλάτωνα, που είπε ότι τα πάντα πρέπει να ναι κοινά, ακόμη κι οι... γυναίκες!)
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο κυρ-Γιώργης γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά.
Καθώς προχωρούσε κατά μήκος του ήσυχου συνοικιακού δρόμου που βρισκόταν το σπίτι του, βλέπει τον φίλο του τον Νώντα να κάθεται σκεφτικός στα σκαλοπάτια του δικού του σπιτιού, που βρισκόταν στον ίδιο δρόμο και σε μικρή απόσταση από το δικό του.
- Τί συμβαίνει,Νώντα; Γιατί κάθεσαι εδώ με τέτοιο κρύο;
- Τί να γίνει, ρε Γιώργη, να... καπνίζει το τζάκι μου απόψε και βγήκα να πάρω μια ανάσα, με έπνιξε, βλέπεις ο καπνός...
- Α! Αυτό δεν είναι πρόβλημα,αδελφέ! Εγώ ξέρω από τέτοια, πάω μέσα να βρω την αιτία αμέσως...
Ανέβηκε τα λιγοστά σκαλιά τρέχοντας και πριν προλάβει ο Νώντας να πει λέξη, έσπρωξε τη πόρτα και μπήκε μέσα. Την ίδια στιγμή όμως μπαμ! του ήρθε ένα κούτσουρο, από κείνα που ήσαν δίπλα στο τζάκι, στο κεφάλι, ενώ μια γυναικεία φωνή ακούστηκε να στριγγλίζει και να λέει.
- Τόλμησες και μπήκες μέσα πάλι, βρε μπεκρούλιακα; Τσακίσου και βγες έξω, εκεί, στα σκαλιά θα κοιμηθείς απόψε...
Γύρισε ο καημένος ο κυρ-Γιώργης μπρος πίσω και κατέβηκε τα σκαλιά.
Περνώντας δίπλα από τον Νώντα που καθόταν εκεί, στην ίδια θέση ακούνητος, τον χτύπησε με συμπόνια στην πλάτη και του είπε.
- Μη στενοχωριέσαι, ρε φίλε! Πολλές φορές και το δικό μου τζάκι καπνίζει, τί να κάνουμε;
Ήταν μία φορά ένας φαντάρος και φίλαγε σκοπιά. Ε, μετά από λίγες ώρες το φανταράκι το πήρε ο ύπνος οπότε κάποιοι άλλοι φαντάροι που το πήρανε χαμπάρι πάνε και του κλέβουν το όπλο. Μόλις ξυπνάει ο φαντάρος κοιτάει, πουθενά το όπλο.
- Ο ρε πο**στη μου τι γαμ**με τώρα, σκέφτεται.
Τι να κάνει, πάει στο λοχαγό για να ομολογήσει. Ο λοχαγός έξω φρενών του λέει ότι μόνο μια περίπτωση υπάρχει για να μην περάσει στρατοδικείο.
Λοχαγός: Θα σου ρίξω μια κλανιά. Δεν ξέρω τι θα κάνεις άλλα πρέπει να την πιάσεις και να μου την φέρεις πίσω. Συμφωνείς!
Φαντάρος: Σύμφωνοί κύριε λοχαγέ μου.
Λοχαγός: Έτοιμος;
Φαντάρος: Ναι κύριε λοχαγέ!
Λοχαγός: Πρρρρρ! Τρέξε πιαστεί ρε μα**κα!
Ο φαντάρος με τι μία αρχίζει να τρέχει. Πηδάει από το παράθυρο και γίνεται καπνός. Περνάνε 3 μέρες πουθενά ο φαντάρος. Την τέταρτη μέρα παρουσιάζεται στο γραφείο του λοχαγού μες τις μουτζούρες και με ξεσκισμένα ρούχα.
Λοχαγός: Τι έγινε παιδί μου; Την έπιασες την κλανιά;
Φαντάρος: Μάλιστα κύριε λοχαγέ μου!
Λοχαγός: Και που είναι για δώσε μου τι!
Φαντάρος: Πρρρρρ! Πάρτη κύριε λοχαγέ μου.
Μια όμορφη γυναίκα μπαίνει σε ένα μαγαζί που πουλάνε ζωάκια. Μόλις ήρθε ο πωλητής του είπε ότι επειδή χώρισε πρόσφατα, έψαχνε ένα σκυλάκι για παρέα. Ο πωλητής της απαντά:
- Δεν ξέρω αν προσέξατε αλλά η ταμπέλα από έξω, έγραφε «ΕΞΩΤΙΚΑ ΖΩΑ», οπότε δυστυχώς δεν έχουμε σκυλάκια, αλλά έχω κάτι τέλειο για την περίπτωση σας και τις δείχνει ένα τεράστιο βάτραχο.
Η γυναίκα άρχισε να οδύρεται :
- Δεν πιστεύω να νομίζετε, ότι θα έχω για παρέα ένα βρωμοβάτραχο..
Ο πωλητής προσέχοντας μην τον ακούει κάποιος, της λέει ψιθυριστά:
- Αυτός ο βάτραχος, ήρθε από τον Αμαζόνιο και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να «ικανοποιεί» μοναχικές γυναίκες, καταλάβατε;
Με το που ακούει η γυναίκα σκάει αμέσως ένα χαμόγελο και λέει βιαστικά στον πωλητή :
- Θα τον αγοράσω και δεν ενδιαφέρει πόσο ακριβός είναι, μόνο πείτε μου πως θα καταλάβει ότι πρέπει να κάνει «αυτά που πρέπει».
- Είναι απλό, γδυθείτε και ξαπλώστε δίπλα του στο κρεβάτι και θα καταλάβει. ʼμα όμως υπάρχει πρόβλημα, απλά πάρτε με τηλέφωνο.
Το παίρνει η γυναίκα περιχαρής και πάει σπίτι. Βάζει τον βάτραχο πάνω στο κρεβάτι, γδύνεται και αυτή και ξαπλώνει δίπλα του και ενώ περιμένει να πιάσει «δουλειά», ο βάτραχος δεν κουνιέται καν. «Θα θέλει σπρώξιμο ίσως», σκέφτεται και τον παίρνει και τον βάζει πάνω στο όργανο της, αλλά ο βάτραχος πάλι τίποτα. Δοκιμάζει διάφορες στάσεις και τακτικές αλλά ο βάτραχος πέρα βρέχει. Τρέχει και παίρνει τηλέφωνο τον πωλητή:
- Ο βάτραχος σας δεν κάνει τίποτα.
- Παράξενο, τον «σπρώξατε» λίγο;
- Τον «έσπρωξα» πολύ αλλά τίποτα.
- Πολύ παράξενο, περιμένετε και σε λίγο θα είμαι εκεί.
Όντως, μετά από λίγο φτάνει ο πωλητής και ζητά από την γυναίκα να ξαπλώσει γυμνή δίπλα στον βάτραχο, για να δει και αυτός τι τρέχει. Ξαπλώνει η γυναίκα, αλλά τίποτα. Τότε ο πωλητής, γδύνεται, ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα και γυρίζει και λέει στο βάτραχο:
- Βάτραχε, δεν είσαι καθόλου εντάξει. Λοιπόν θα στο δείξω τελευταία φορά πως γίνεται...
Ένας παθιασμένος Νέο δημοκράτης έχει τόσο πολύ ψύχωση με το κόμμα του που όταν βλέπει γραφείο του ΠΑΣΟΚ σπάει τα τζάμια με μια σφεντόνα . Τελικά η γυναίκα του τον πάει σε μια κλινική μπας και ξεπεράσει αυτή του την ψύχωση .
Μετά από 1 μήνα ιατρικής παρακολούθησης αποφασίζει ο γιατρός να του κάνει ένα τεστ για να δει πως πάει :
- Λοιπόν λέει ο γιατρός για πες μου πόσο χρονών είσαι ;
- 35 , απαντά εκείνος .
- Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις μόλις βγεις από εδώ ;
- Θα πάρω τη σφεντόνα μου και θα σπάσω όλα τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ .
Πάρτε τον μέσα λέει ο γιατρός . Μετά από 2 μήνες ο γιατρός αποφασίζει να τον εξετάσει ξανά για να δει πως πάει . Του κάνει διάφορες ερωτήσεις γενικώς για τη ζωή του και στο τέλος αποφασίζει να τον ρωτήσει την κρίσιμη ερώτηση .
- Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις αν βγεις από εδώ ;
- Θα πάω στη γυναικούλα μου γιατρέ μου.
- Έκπληκτος ο γιατρός του λέει :
- Μπράβο παιδί μου ! και μετά τι θα κάνεις ;
- Θα της βγάλω το μπλουζάκι και μετά τη φούστα .
- Ναι ; ακούει με έκπληξη ο γιατρός και μετά και μετά ;
- Μετά θα της βγάλω το σουτιέν .
Ο γιατρός τα έχει χάσει με την πρόοδο του ασθενή του .
- Τέλος θα της βγάλω το κυλοτάκι .
- Και μετά και μετά ; λέει κοκαλωμένος ο γιατρός .
- Μετά θα της σκίσω το κυλοτάκι θα πάρω το λάστιχο από την κυλόττα θα το βάλω στην σφεντόνα μου και θα σπάσω όλα τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ !
- Μέσαααααααααα , φωνάζει ο γιατρός τρελαμένος .
- Και με ένα σουτ φωτοβολίδα, στέλνει την μπάλα στα Τζούμερκα (βουνά στην ʼρτα). (Κώστας Μπάνιας - Αρτα TV) Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στον τελικό 50 μέτρων ελεύθερο:
- Και φεύγουν καλά Χούγκεμπαντ και Ποπόφ και πάνε μαζί χέρι χέρι... Χούγκεμπαντ και Ποπόφ... Χούγκεμπαντ και Ποπόφ... Χούγκεμπαντ και Ποπόφ, μεγάλη μάχη, ο Ολλανδός και ο Ρώσος... Χούγκεμπαντ και Ποπόφ... Χούγκεμπαντ και Ποπόφ... και τελικά είναι πρώτος ο Χολ ο Αμερικάνος, δεύτερος ο Ερβινγκ ο Αμερικάνος, τρίτος ο Χούγκεμπαντ και έκτος ο Ποπόφ. (Σχολιαστής της ΝΕΤ)
- Ρε παιδιά δεν καταλαβαίνω Αραβικά, δεν είμαι Αραβίδα. (ʼντζελα Δημητρίου)
- Ουδέν καλό αμπιγιέζ καλού. (ʼντζελα Δημητρίου)
Στο αεροπλάνο θέλοντας να καπνίσει, λέει στο διπλανό:
- Μπορείτε μήπως να ανοίξετε το παράθυρο για να φεύγει ο κάπνος; (ʼντζελα Δημητρίου)
- Πείτε μας πως σας φάνηκε η Τουρκική κουζίνα.
- Δεν ξέρω, εγώ στο σπίτι μου εχω Ιταλική. (ʼντζελα Δημητρίου)
Σε συνέντευξη στην ʼννα Παναγιωταρέα:
- Έχετε κάνει κανένα σφάλμα που το μετανιώσατε;
- Φυσικά. Σε αυτή τη ζωή κανείς δεν ειναι άσφαλτος. (ʼντζελα Δημητρίου)
- Από που μας τηλεφωνάτε;
- Από Σκιάθο.
- Α, ωραία... και έχουμε ένα βίντεο για τη Σκόπελο. (Έλενη Μενεγάκη)
Συγκρούστηκαν απεργοσπάστες που απεργούσαν. (Ρεπόρτερ του Alpha)
Σε τηλεοπτικό παράθυρο:
- Έπρεπε να ντρέπεσαι γι’ αυτά που λες.
- Ντρέψου εσύ ρε. (Μάκης Ψωμιάδης)
Είναι δυο φίλοι, ο ένας εργατικός, ο άλλος τεμπέλης.
- Δεν γίνεται, λέει ο εργατικός, πρέπει να βρεις οπωσδήποτε δουλειά. Σου βρήκα μία,θα δουλέψεις κλητήρας σε ένα υπουργείο.
- Εντάξει, λέει ο τεμπέλης, θα κάνω κάτι δεν θα κουράζομαι και θα βγάζω και λεφτά.
Μετά ενα μήνα ξανασυναντιούνται οι δυο φίλοι, άνεργος πάλι ο τεμπέλης.
- Γιατί έφυγες ρε από την δουλειά που σου βρήκα;ρωτάει ο φίλος.
- Γιατί, κάθε 5 λεπτά έπρεπε να σηκώνομαι απο την καρέκλα μου, και να χαιρετάω τους επισήμους που έμπαιναν στο υπουργείο. Έχεις καμιά πιο ξεκούραστη δουλειά;
- Εχω, του απαντάει ο άλλος, σε περίπτερο, θα κάθεσαι συνέχεια και θα πουλάς το εμπόρευμα.
Ενα μήνα μετά, πάλι άνεργος ο τεμπέλης.
- Τί συνέβει αυτή τη φορά; ρωτάει ο φίλος.
- Με πήρε ο ύπνος στην καρέκλα και έγινε ληστεία, κλέψανε τα πάντα.
- Ακουσε να σου πω, λέει αγανακτισμένος ο φίλος, αυτή είναι η τελευταία φορά που σε στέλνω σε δουλειά και μην μου πεις ότι κουράστηκες γιατί θα σε πνίξω. Θα πας φύλακας σε νεκροταφείο, θα κάθεσαι μόνος σου και το βράδυ θα κλειδώνεις και θα φεύγεις. Τίποτα άλλο.
- Αυτή μάλιστα! απαντάει ο τεμπέλης. Αυτή είναι δουλειά για μένα.
Ενα μήνα αργότερα συναντιούνται οι δυο φίλοι, άνεργος πάλι ο τεμπέλης.
- Μη μου πεις ότι κουραζόσουνα και στο νεκροταφείο; ρωτάει άγρια ο φίλος του.
- Ακου να δεις, τι έπαθα εκει μέσα, απαντάει ο τεμπέλης. Καθόμουνα όλη μέρα σε μια καρέκλα και κοιτάζοντας γύρω-γύρω έβλεπα διαρκώς γραμμένη τη φράση, ΕΔΩ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ, ΕΔΩ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ, ΕΔΩ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ. Κι έτσι μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ο μόνος που δούλευε εκει μέσα ήμουν εγώ!
Ο τύπος με το μπλαζέ ύφος μπαίνει στο μαγαζί με τα υφάσματα. Κόσμος, ψωνίζει, διαλέγει κ. Λ. Π.
Ο υπάλληλος αμέσως τον πλησιάζει και με ευγένεια το ρωτά τι θα ήθελε. Εκείνος απαντά ό,τι ψάχνει κάτι σε μεταξοβάμβακο, αλλά όχι αυτό το συνηθισμένος σομόν, ούτε το πολύ χονδρό ριγέ. Ο υπάλληλος του δειγματίζει το ένα τόπι μετά το άλλο αλλά ο μπλαζέ τύπος δεν συγκινείται με τίποτα. Τελικά καταλήγουν σ ένα ολοκαίνουργιο τόπι στην κορυφή της σκάλας το οποίο κατεβάζει με πολύ κόπο ο υπάλληλος και κάθιδρος το ξετυλίγει στον πάγκο. Αυτό μάλιστα του λέει ο μπλαζέ. Πόσο θέλετε ρωτάει ο υπάλληλος; Κόψτε μου ένα κομμάτι 35Χ35cm. Τρελάθηκε ο υπάλληλος. Τι θα το κάνετε κύριε αυτό, μπάλωμα; ρωτάει. Ξέρεις, του απαντάει ο μπλαζέ, χειμώνας που έρχεται σκέφθηκα να ράψω ένα κουστουμάκι για τον π***** μου! Αλλά μιας και έκανα τον κόπο μήπως έχεις και κανένα ρόζ; Τι να κάνει ο υπάλληλος ανεβαίνει ξανά στη σκάλα κατεβάζει και το ρόζ τόπι ξανά τα ίδια 35Χ35cm. Την τρίτη φορά που ανέβηκε κόντεψε να τσακιστεί κι ευτυχώς γι αυτόν ήταν και η τελευταία.
Εντάξει κύριε του λέει περάστε από το ταμείο να πληρώσετε και στην παραλαβή να τα παραλάβετε.
Πληρώνει ο Μπλαζέ στην ταμία και αμέσως μετά ακούει την κοπέλα στην παραλαβή να ψάχνει φωναχτά τον κύριο με το ύφασμα για τα τρία κουστουμάκια για τον π***** του. Εγώ είμαι της απαντάει κι εκείνη του δίνει τέσσερα πακέτα! Μα εγώ ζήτησα τρία της εξηγεί, και τρία έχω πληρώσει. Κι η κοπέλα του απαντά:
"Αφού κύριε μπήκατε στον κόπο να ράψετε κουστουμάκια για τον π***** σας, η επιχείρηση σας έβαλε και ένα ύφασμα για ένα ταγιεράκι για το μ**** της μάνας σας"!