Κάποτε ταξίδεψε ένας Έλληνας με τη γυναίκα του στη Ρωσία . Πήγαν λοιπόν σε ένα εστιατόριο για να φάνε . Ο σύζυγος θέλοντας να κάνει τον έξυπνο και ακούγοντας όλους τους ξένους πως μιλάγανε λέει στην γυναίκα του :
- Βρε γυναίκα από ότι ακούω τα Ρωσικά είναι εύκολη γλώσσα . Όλοι βάζουν στο τέλος της λέξης ένα .. ωφ . Μπριζολώφ , κρασώφ , πατατώφ , ρυζώφ κτλ . Κάτσε τώρα να δεις τι ωραία που θα φάμε . Πράγματι λοιπόν , παραγγέλνουν ωραία και καλά , μιλώντας βέβαια πάντα ο άντρας και αφού τελειώνουν το φαΐ φωνάζουν το γκαρσόνι για τον λογαριασμό . Την ώρα λοιπόν που σημείωνε και ακούγοντας τον κύριο να υπερηφανεύεται στην κυρία του για τον τρόπο που συνεννοήθηκε με αυτόν στην παραγγελία , γυρνάει και του λέει :
- Ναι καλά , ας μην ήμουνα Έλληνας και θα έτρωγες σκατά κακομοίρη μου !
Δύο άφραγκοι, μπατήρια τελείως κάποια στιγμή επαναστατούν.
Όχι ρε λέει ο ένας στον άλλο, αυτό είναι άδικο. Να στερούμαστε τα πάντα το καταλαβαίνω αλλά και το φαγητό πάει πολύ. Κάτι πρέπει να βρούμε να τρώμε τουλάχιστον... Κάπως έτσι τους ήρθε η ιδέα. Μαζεύουν λοιπόν ό, τι φραγκοδίφραγκα είχαν και αγοράζουν ένα λουκάνικο. Το σχέδιο ήταν να πηγαίνουν σε κάποιο μαγαζί και αφού φάνε καλά να πέφτει ο ένας στα γόνατα να βγάζει το λουκάνικο από το παντελόνι του άλλου και προσποιούμενος πως είναι το όργανο του να ξεκινάει π**α. Έτσι τα γκαρσόνια έξαλα θα τους πέταγαν έξω με τις κλωτσιές. Το σχέδιο τίθεται σε εφαρμογή με μεγαλύτερη επιτυχία απ ότι περίμενε ο εμπνευστής του. Έτρωγαν στα πιο κυριλέ εστιατόρια και πάντα λίγο πριν το λογαριασμό τους πέταγαν έξω κλωτσοπατινάδα, αλλά πάντα χορτάτους. Πέρασαν έτσι κάποιες εβδομάδες και είχαν αρχίσει να παίρνουν τα πάνω τους για τα καλά. Μετά από ένα ανάλογο εγχείρημα είχαν αράξει κάτω από ένα δέντρο και τότε έρχεται η ώρα της εξομολόγησης. Ξέρεις να, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά έτσι που γλείφω το λουκάνικο, έτσι που είναι ζουμερό-ζουμερό, ζεστό-ζεστό μου ρχεται να το φάω στην πραγματικότητα. Ντρέπομαι που στο λέω αλλά...- Κόψε τα κουφά και σταμάτα τις μαλακίες, του λέει κοφτά ο άλλος και πρόσεχε γιατί το λουκάνικο πεινούσα και το έφαγα από την πρώτη μέρα...
Πριν μερικά χρόνια ο Μητσοτάκης με τον Παπανδρέου ήταν μαζί σε ένα δείπνο στο μέγαρο Μαξίμου. Ήταν πολύ επίσημο δείπνο κι έτρωγαν στην κυριολεξία με χρυσά κουτάλια!
Μια στιγμή λοιπόν ο Παπανδρέου βλέπει έκπληκτος τον Μητσοτάκη να αρπάζει δυο χρυσά πιρούνια και να τα βάζει στην τσέπη του.
"Τον αλήτη! Κλέβει τα πιρούνια!", σκέφτηκε. "Πρέπει να τα κλέψω κι εγώ!"
Πάει να τα πάρει από το πιάτο του αλλά έτρεμαν τα χέρια του (ήταν στα τελευταία του) κι έτσι χτυπούσαν τα πιρούνια πάνω στο πιάτο με αποτέλεσμα το γκαρσόνι να τρέχει να τον εξυπηρετήσει χωρίς έτσι να μπορεί να τα κλέψει μπροστά του.
Αυτό γινόταν συνεχώς. Κάποια στιγμή το γκαρσόνι πήγε κοντά του για πολλοστή φορά ρωτώντας τον μήπως ήθελε κάτι.
Τότε ο Ανδρέας του λέει εκνευρισμένος:
- Να σου κάνω ένα μαγικό;
- Βέβαια ότι θέλετε, του απαντά γεμάτος προθυμία
Τα βλέπεις αυτά τα πιρούνια;
- Ναι τα βλέπω.
- Πάρτα και βάλτα στην τσέπη μου!
- Μάλιστα απαντάει έκπληκτος το γκαρσόνι και χωρίς δεύτερη κουβέντα βάζει τα πιρούνια στην τσέπη του Παπανδρέου.
- Ωραία, του λέει μετά ο Ανδρέας. Βγάλτα τώρα από την τσέπη του Μητσοτάκη!
·Ένας τύπος πηγαίνει σε ένα καινούργιο εστιατόριο για να δοκιμάσει την
Ποιότητα του αλλά και τις τιμές του.
Παραγγέλνει μια μπριζόλα με όλα τα παρελκόμενα και τελικά μια ζουμερή
Γκαρσόνα του φέρνει μια ζουμερή μπριζόλα.
Τελειώνει το γεύμα του και μετά από λίγες μέρες ξαναεμφανίζεται αλλά τώρα με
Τους φίλους του (που τους είχε αναφέρει για αυτό το πολύ καλό εστιατόριο).
Παραγγέλνουν και αυτοί μπριζόλες και με χαρά περιμένουν αυτή τη γευστική
Απόλαυση.
Με μεγάλη τους όμως έκπληξη διαπιστώνουν ότι οι μπριζόλες όχι μόνο δεν είναι
Ζουμερές αλλά στεγνές και υπέρ του δέοντος ψημένες.
Αγανακτισμένος ο τύπος φωνάζει το μοναδικό ζουμερό πράγμα σε ακτίνα πολλών
Μέτρων, τη γκαρσόνα, και της λέει:
- Μου λέτε παρακαλώ τι συμβαίνει; Γιατί οι μπριζόλες δεν είναι όπως την
Προηγούμενη φορά;
- Γιατί κύριε μου αυτή τη φορά δε κάθεστε στο παράθυρο !
Ήταν ένας και έτρωγε σ` ένα ιταλικό εστιατόριο μια μακαρονάδα.
Λίγο πριν την τελειώσει, φωνάζει το γκαρσόν εκνευρισμένος και του λέει:
- "Δεν είναι κατάσταση αυτή. Τι είναι αυτή η τρίχα; Μπορείς να μου πεις; Εγώ δεν πληρώνω."
Και σηκώνεται να φύγει. Το γκαρσόν δεν προλαβαίνει να αντιδράσει και αρχίζει να τον ακολουθεί. Ο μεσήλικας άντρας στρίβει κάποια στιγμή σ` ένα στενό και ανεβαίνει τις σκάλες ενός μπουρδέλου.
Το γκαρσόν που βρίσκεται από πίσω του, ανοίγει διστακτικά την πόρτα, που μόλις προ λίγου είχε μπει ο μεσήλικας άντρας, και τον βλέπει να κάνει γλυφομούνι σε μια πουτάνα. Τότε το γκαρσόνι, φανερά τσαντισμένος, του λέει:
- "Ρε μεγάλε, εσύ δεν πλήρωσες πριν επειδή βρήκες μια τρίχα στα μακαρόνια σου και τώρα κάνεις γλυφομούνι;"
Και τότε του λέει ο άλλος:
- "Εεε, και εδώ άμα βρω μακαρόνια δεν θα πληρώσω."
Έπειτα από τρεις εβδομάδες παντρεμένος ο Θανάσης έκανε το λάθος Να βγει με τη γυναίκα του έξω .
Και την πήγε σε ένα disco club που σύχναζε ο ίδιος όταν ήταν εργένης .
Αυτή σταθερά ενοχλημένη όλο και περισσότερο όταν είδε με ποιον τρόπο τον Χαιρέτισε η κοπέλα της υποδοχής, η κοπέλα πίσω από το μπαρ και μετά οι Γκαρσόνες που ήταν όλες καλοφτιαγμένα κορμιά και τον χαιρέτισαν εντυπωσιακά Με φιλόστοργο θαυμασμό .
Αλλά η τελευταία χαστουκιά της ήρθε όταν μια λεπτή ψηλή Ξανθομαλλούσα ήρθε στο τραπέζι τους Του έδωσε ένα τρυφερό φιλάκι στο μάγουλο και του ψιθύρισε , Θα σε δω κάποιο άλλο βραδάκι χρυσέ μου όταν δεν θα είσαι απασχολημένος .
Η γυναίκα του εξαγριώθηκε σηκώθηκε προχωρώντας γρήγορα Βγήκε έξω από το club, ο Θανάσης ακολουθώντας από πίσω της .
Μπήκανε και δυο σε ένα ταξί το οποίο άρχισε να προχωρά .
Ο Θανάσης προσπάθησε να της εξηγήσει ότι το παρελθόν του το άφησε πίσω του Και ότι αγαπούσε μόνο αυτή .
Σε παρακαλώ άκουσε με της λέει και η γυναίκα του Καθόλου καθησυχασμένη του λέει Σε πολύ υψηλό τόνο δεν θέλω να ακούσω τίποτα Ο ταξιτζής καθώς οδηγούσε κοιτάζει πίσω πάνω από τον ωμό του και λέει Δεν είναι καλή αυτή Θανάση θέλεις να πάμε πίσω στο disco club να πάρεις Κάποια άλλη!