Skip to main content
Ο ιδιοκτήτης ενός τσίρκο βάζει μια αγγελία για να βρει κάποιον που να μπορεί να "δουλεύει" με λιοντάρια. Εμφανίζεται ένας όμορφος νεαρός γύρω στα 25 και μια κουκλάρα ξανθιά, περίπου στην ίδια ηλικία.
Ο του τσίρκο τους λέει:
"Δεν θα χρυσώσω το χάπι. Έχω ένα πολύ άγριο λιοντάρι. Έφαγε τον προηγούμενο που το είχε εξημερώσει και γι αυτό φροντίστε να την ξέρετε καλά τη δουλειά. Λοιπόν, θα χρειαστείτε, αυτό το όπλο, το μαστίγιο και το σκαμνί. Ποιος θέλει να ξεκινήσει πρώτος;"
"Εγώ", λέει η κούκλα, δεν αγγίζει καν το μαστίγιο, το όπλο και το σκαμνί, ανοίγει την πόρτα του κλουβιού και μπαίνει μέσα.
Το λιοντάρι την κοιτάζει, γλείφεται και ετοιμάζεται να ορμήσει. Στα μισά της απόστασης, εκείνη ξεκουμπώνει τη φόρμα της και αποκαλύπτει ένα καταπληκτικό γυμνό κορμί.
Το λιοντάρι "παγώνει" στη θέση του για μια στιγμή και μετά αρχίζει να την πλησιάζει σιγά σιγά, γλυκά γλυκά σαν ερωτευμένο γατάκι γουργουρίζοντας... Πλησιάζει και αρχίζει να της γλύφει τα πόδια και, με μουρμουρητά, συνεχίζει... Της γλύφει τις γάμπες και ανεβαίνει... στους γλουτούς... και συνεχίζει ... για να ακουμπήσει κάποια στιγμή το κεφάλι του, σαν νυσταγμένο μωράκι στην αγκαλιά της.
Ο ιδιοκτήτης του τσίρκο έχει ανοίξει ένα στόμα δέκα πιθαμές...
"Ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάδα κάτι τέτοιο λέει," και, γυρνώντας στον νεαρό "εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό;"
"Φυσικά," λέει εκείνος. "Αν πάρεις το λιοντάρι απ τη μέση..."
Μια κρύα νύχτα του φθινοπώρου, ο γάτος αποφασίζει ότι ο γιος του έχει φτάσει πλέον σε μια ηλικία όπου θα πρέπει να μάθει τι παίζεται με τις γυναίκες. Έτσι φωνάζει το γατάκι και του λέει:
- Γιε μου, σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Σήμερα θα σου μάθω πώς να κάνεις έρωτα!
Χαρά το γατάκι, το οποίο δεν πολυκατάλαβε, αλλά μοιράστηκε τον ενθουσιασμό του γάτου-πατέρα του. Το πιάνει λοιπόν και βγαίνουν έξω στα κεραμίδια.
- Τώρα πρόσεχε καλά, λέει ο πατέρας, θα κάνεις ό,τι κάνω, εντάξει;
- Εντάξει, πατέρα, λέει το γατάκι.
Αρχίζει λοιπόν ο γάτος να νιαουρίζει μεστά και πονεμένα, φωνάζοντας όποια γάτα τύχαινε να βρίσκεται στην περιοχή. Αμέσως μετά το γατάκι, με την ψιλή φωνή προσπαθεί να μιμηθεί τον πατέρα του.
Του κάκου όμως, το κρύο είναι τσουχτερό και καμία γάτα με σώας τας φρένας δεν έχει ξεμυτίσει. Έτσι λοιπόν ο γάτος ξαναδοκιμάζει την τύχη του, νιαουρίζει και πάλι, ακόμα πιο δακρύβρεχτα, από πίσω το γατάκι προσπαθεί να μιμηθεί και πάλι τον πατέρα του. Για μια ακόμα φορά όμως καμία γάτα δεν εμφανίζεται. Ο πατέρας πεισμώνει και αρχίζει να νιαουρίζει συνεχώς, ενώ το γατάκι με δυσκολία προσπαθεί να μιμηθεί τη χροιά του νιαουρίσματος του πατέρα του.
Αφού έχει περάσει κάνα τέταρτο συνεχούς νιαουρίσματος, το γατάκι σκουντάει τον πατέρα του στην πλάτη και του λέει:
- Ρε πατέρα, αρκετά γαμήσαμε. Δεν πάμε τώρα μέσα γιατί έχω ξεπαγιάσει;
Κάποτε έψαχνε κάποιος αγρότης έναν νταβραντισμένο κόκορα για το κοτέτσι.
Αγοράζει έναν που έμοιαζε αρχοντικός. Μόλις μπαίνει στο κοτέτσι και βλέπει 180 κότες, κάνει κικιρίκου και ψοφάει. Αγοράζει άλλον, που έδειχνε αγέρωχος, μονομάχος κόκορας, με στιλπνό τρίχωμα. Μόλις μπαίνει στο κοτέτσι, κουτουπώνει 2 κότες, κάνει κικιρίκου και ψοφάει.
Απελπισμένος ο τύπος ξαναπηγαίνει στον έμπορο και του λέει:
"Ή μου δίνεις έναν άξιο κόκορα, η σ τα κάνω λαμπόγυαλα". Του δίνει ο έμπορας έναν κόκορα ξεπουπουλιασμένο και καχεκτικό, ένα πλάσμα στα πρόθυρα να πέσει κάτω. "Δεν ήθελα να σου τον δώσω γιατί είναι λίγο περίεργος, αλλά μια που τον ζητάς."
Παραξενεμένος ο τύπος τον βάζει στο κοτέτσι. Με το που βλέπει τις κότες ο κόκορας ξαφνικά γεμίζει αέρα, φουσκώνει, γουρλώνουν τα μάτια του, κάνει
ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ! και παίρνει αμπάριζα τρέχοντας τη μια μετά την άλλη κότα, ώσπου κάνει το γύρο και των 180 δυο φορές! Στα άχυρα είχανε μείνει κότες με ένα ηλίθιο χαμόγελο ευτυχίας.
Ανήσυχος ο αγρότης πάει να τον πιάσει, αλλά ο κόκορας του φεύγει από το κοτέτσι. Κυνηγώντας τον ο αγρότης, βλέπει το δρόμο σπαρμένο με ζωάκια που είχαν ηλίθιο βλέμμα ευτυχίας: γουρούνια, σκύλους, γάτες, γαϊδούρια, άλογα, πάπιες, χήνες, σκίουρους, αλεπούδες, ακόμα και χελώνες και σκαντζόχοιρους κι όλα τα ζωάκια του δάσους ανάσκελα!
Ώσπου μετά από λίγο, βλέπει τον κόκορα πεσμένο ανάσκελα, ημιθανή με τη γλώσσα έξω κι από πάνω του να φέρνουνε κύκλο 2-3 όρνια. Πανικόβλητος που χάνει τέτοιο απίστευτο ζώο, τρέχει κοντά του και τον παρακαλεί:
- Μη μου ψοφήσεις κι εσύ αρχηγέ!
Οπότε του απαντάει ο κόκορας:
- Μην κάνεις φασαρία γιατί θα μου φοβίσεις τα όρνια!
Μια φήμη κυκλοφορεί στο δάσος ότι μια αγριεμένη αρκούδα έχει κάνει μια λίστα στην οποία έχει βάλει όλα τα ζώα τα οποία πρόκειται να κατασπαράξει.
Έντρομα τα ζώα αρχίζουν και πανικοβάλλουν το ένα το άλλο. Οι μέρες περνάνε, οι επιθέσεις ακόμα δεν έχουν ξεκινήσει και τα νεύρα όλων των ζώων έχουν σπάσει. Κάποια από αυτά δεν θέλουν να ζουν πλέον με την αβεβαιότητα και παίρνουν την απόφαση να πάνε στην αρκούδα. Πάει πρώτα η αλεπού.
- Αρκούδα, έμαθα ότι έχεις μια λίστα με τα ζώα που θα κατασπαράξεις. Είναι αλήθεια;.
- Ναι, έτσι είναι, απαντάει η αρκούδα.
- Δεν μου λες κάτι; Κάνε μου μια χάρη. Δεν μπορώ να ζω άλλο με την αβεβαιότητα. Είσαι πιο δυνατή, το ξέρω, αλλά τουλάχιστον θα μου πεις αν είμαι κι εγώ στη λίστα;.
- Για κάτσε να τσεκάρω... Αλφα, αλεπού, ναι, μέσα είσαι.
- Αμάν, γαμώτο, τι ατυχία είναι να τελειώσω έτσι. Ας το κάνεις γρήγορα.
Χραπ, της τρώει το κεφάλι, πάει η αλεπού.
Πάει μετά ο σκύλος και λέει στην αρκούδα:
- Πες μου αν έχεις και μένα στη λίστα. Κοιτάει η αρκούδα...
- Π, ρ, σ, σκύλος, μέσα είσαι, φίλε.
- Οχι, ρε γαμώτο, εγώ που έχω τρομάξει τόσες γάτες να πεθάνω από μια αρκούδα;
Δεν θέλω να ταπεινωθώ μπροστά στους άλλους. Ο,τι είναι να κάνεις κάν το τώρα. Παπ, με μια δαγκωνιά πάει και ο σκύλος.
Μπαίνει μετά ο λαγός...
- Αρκούδα, κυκλοφορεί η φήμη και το ξέρουμε όλοι. Ας τελειώνει εδώ η ιστορία. Είμαι κι εγώ στη λίστα;.
- Ι, κ, λ, ναι, είσαι.
- Να σου πω κάτι, μπορείς να με σβήσεις;
- Ναι, αμέ, και τον σβήνει.
Περπατάν ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας και βρίσκουν μία κούτα με δύο νεογέννητα γατάκια.
- Α, πάντα ήθελα ένα γατάκι, λέει ο Κωστίκας. Να πάρουμε το ένα εγώ και το άλλο εσύ.
- Και πώς θα τα ξεχωρίζουμε;
- Χμμ, στο δικό σου γατάκι θα κόψουμε λίγο το αυτάκι του.
Του κόβουν το αυτάκι, αλλά όπως περπατούν το άλλο γατάκι τους ξεφεύγει από τα χέρια, το χτυπά ένα αυτοκίνητο, και κόβεται και αυτουνού το αυτάκι.
- Και τώρα; λέει ο Γιωρίκας. Πώς θα τα ξεχωρίζουμε τώρα;
- Χμμ, στο δικό σου γατάκι θα βγάλουμε το ένα μάτι, και θα τα ξεχωρίζουμε.
Του βγάζουν το μάτι, αλλά το γατάκι του Κωστίκα ξαναξεφεύγει και χάνει και αυτό το μάτι του.
- Ε, δεν ξέρω τί άλλο να κάνουμε πια! λέει ο Κωστίκας. Εγώ λέω να πάρεις εσύ το μαύρο, και εγώ το άσπρο.