Ο τύπος είχε χρόνια πρόβλημα: Δεν μπορούσε να έχει στύση. Πάει στο γιατρό, που μετά από πολλές εξετάσεις, έβγαλε διάγνωση.
- Έχω και καλά και κακά νέα, του λέει. Τα κακά νέα είναι ότι οι
Μύες του πέους σου έχουν εκφυλιστεί και δεν υπάρχει θεραπεία
Μετά από το πρώτο σοκ, ο τύπος ξαναβρίσκει την ψυχραιμία του και ρωτάει:
- Και ποια είναι τα καλά νέα;
- Υπάρχει μια πειραματική θεραπεία, αλλά χωρίς εγγυήσεις. Μεταμοσχεύουμε στο πέος τους μύες απ την προβοσκίδα νεαρού ελέφαντα. Τι λες; Θα το επιχειρήσεις;
- Δεν έχω να χάσω και τίποτα, λέει ο τύπος, και η σκέψη ότι θα περάσω όλη μου τη ζωή, χωρίς να μπορώ να κάνω έρωτα, με ενοχλεί αφόρητα.
Θα προχωρήσουμε!
Ο γιατρός κάνει την επέμβαση και σε μερικές βδομάδες, ο τύπος
Πάει με τη φιλενάδα του σε ένα εστιατόριο, να γιορτάσουν για το
Καινούργιο
Απόκτημά του.
Μόλις καθίσανε στο τραπέζι, νοιώθει μια ενόχληση ανάμεσα στο
Πόδια του, που προοδευτικά χειροτερεύει, μέχρι που γίνεται επώδυνη.
Ξεκουμπώνει το παντελόνι του, για να ανακουφιστεί λιγάκι. Ξαφνικά το πέος του, ελεύθερο πλέον, βγαίνει απ το παντελόνι,
Ανεβαίνει στο τραπέζι, αρπάζει ένα ψωμάκι και επιστρέφει στη θέση
Του.
Wow! λέει έκθαμβη η φιλενάδα. Εντυπωσιακό! Μπορείς να το
Ξανακάνεις;
- Πιθανόν! λέει αυτός, με γουρλωμένα μάτια, αλλά αμφιβάλλω αν χωράει κι άλλο ψωμάκι στον κώλο μου!
Μια μέρα ένας Έλληνας τουρίστας στην Ισπανία πάει σε ένα εστιατόριο και ζητάει να δοκιμάσει αρχίδια ταύρου.
Το γκαρσόν του φέρνει λοιπόν κάτι τεράστια.
Έκπληκτος από το μέγεθος ο Έλληνας τα δοκιμάζει και ενθουσιάζεται από την νοστιμιά τους.
Πριν φύγει λέει στο γκαρσόνι:
- Θα έρχομαι κάθε μεσημέρι όσο είμαι διακοπές εδώ να τρώω αρχ**** ταύρου. Σε παρακαλώ λοιπόν να μου φυλάς μία μερίδα κάθε μέρα.
Πάει την άλλη ημέρα, τη επόμενη, την μεθεπόμενη. Κάθε φορά το γκαρσόν του έφερνε μία μερίδα τεράστια.
Την 5η ημέρα που πήγε για μεσημεριανό το γκαρσόν του φέρνει μία μερίδα τόσο μικρή λες και ήταν κεφτεδάκια!
- Τι είναι αυτά; Τόσο μικρά;
- Ααα, σήμερα νίκησε ο ταύρος και έχασε ο ταυρομάχος.
Ένας Έλληνας τρώει ήσυχα-ήσυχα το δείπνο σε ένα εστιατόριο, όταν ένας τυπικός Αμερικάνος τουρίστας, μασώντας προκλητικά τσίχλα, έρχεται και κάθεται απροσκάλεστος δίπλα του.
Ο Έλληνας τον αγνοεί, και ο Αμερικάνος δυσαρεστημένος, ξεκινάει την παρακάτω κουβέντα.
Αμερικάνος:
- Τρώτε ολόκληρο το ψωμί, εσείς οι Έλληνες;
Έλληνας (βαριεστημένος):
- Φυσικά.
Αμερικάνος:
- Εμείς όχι. Τρώμε μόνο το εσωτερικό, το εξωτερικό το βάζουμε σε ένα κοντέινερ, το ανακυκλώνουμε, το κάνουμε κρουασάν και τα πουλάμε στους Έλληνες.
Ο Έλληνας ακούει ατάραχος.
Αμερικάνος:
- Τρώτε μαρμελάδα εσείς οι Έλληνες;
Έλληνας:
- Φυσικά.
Αμερικάνος:
- Εμείς πάλι όχι . Τρώμε φρέσκα φρούτα. Τα υπολείμματα, κουκούτσια, φλούδες κλπ, τα βάζουμε σε ένα κοντέινερ, το ανακυκλώνουμε τα κάνουμε μαρμελάδα και τα πουλάμε στους Έλληνες.
Αταραχος ο Έλληνας τον ακούει δίχως να μειδιάσει. Και ρωτά με τη σειρά του.
Έλληνας:
- Τα προφυλακτικά τι τα κάνετε αφού πηδήξετε;
Αμερικάνος:
- Τα πετάμε φυσικά.
Έλληνας:
- Εμείς όχι. Τα βάζουμε σε ένα κοντέινερ, το ανακυκλώνουμε, τα κάνουμε μαστίχες και τα πουλάμε στους Αμερικάνους.
Μπαίνει ένας κύριος, σε ένα εστιατόριο, κάθεται και παραγγέλνει σούπα.
Μετά από λίγη ώρα το γκαρσόνι του φέρνει την σούπα, έχοντας όμως το δάχτυλο του μέσα στο πιάτο. Νευριασμένος ο κύριος:
- Τι πράγματα είναι αυτά, θέλω να μου φέρεις αμέσως μια άλλη σούπα!
Τι να κάνει το γκαρσόνι, παίρνει την σούπα και Μετά από λίγο του φέρνει
Μια άλλη, με το δάχτυλο όμως πάλι μέσα στο πιάτο.
- Δεν είμαστε καλά, του λέει ο κύριος, πλάκα μου κανείς; Φέρε γρήγορα μια άλλη γιατί πεινάω σαν λύκος!
Παίρνει την σούπα το γκαρσόνι και μετά από λίγο του φέρνει μια άλλη, με το δάχτυλο όμως πάλι μέσα στο πιάτο.
- Ας το διάολο λέει ο κύριος, άσ’ τη να την φάω.
Αρχίζει να την τρώει και ρωτάει το γκαρσόνι:
- Καλά δεν μπορούσες να βγάλεις το δάχτυλο από το πιάτο με την σούπα;
Γκαρσόνι: Ξέρετε υποφέρω από ρευματισμούς και πρέπει να έχω το δάχτυλο συνεχεία μέσα σε κάτι ζεστό!
Κύριος (συνεχίζοντας να τρώει την σούπα): Aντε ρε μαλακά, στην σούπα μου βρήκες να βάλεις το δάχτυλο σου; Ας το έβαζες στο κώλο σου!
Γκαρσόνι: Εκεί το είχα προηγουμένως !
Ένας τουρίστας επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ισπανία.
Πάει σε ένα καλό εστιατόριο και ζητά την σπεσιαλιτέ του μαγαζιού.
Ο σερβιτόρος του φέρνει δύο μεγάλα αρχίδια.
- Τί είναι αυτά; λέει απορημένος ο τουρίστας.
- Α, αυτή είναι η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού! Αμελέτητα με μια μυστική πατροπαράδοτη σάλτσα.
Ο τουρίστας διστάζει, αλλά τελικά τα δοκιμάζει και του αρέσουν τόσο που ξαναπηγαίνει κάθε μέρα, και παραγγέλνει το ίδιο.
Μετά από καμιά δεκαριά μέρες και ενώ έχει παραγγείλει το ίδιο πιάτο, ο σερβιτόρος του φέρνει δύο μικροσκοπικά στρογγυλά πραγματάκια!
- Τί είναι αυτά ρε; ρωτά τον σερβιτόρο.
- Τί να κάνουμε κύριε, δεν κερδίζει πάντα ο ταυρομάχος...
Πέντε μήνες πριν ο Γιούρι Γκαγκάριν εκτοξευτεί στο διάστημα, στέλνουν οι Αμερικανοί ένα κατάσκοπο στη Μόσχα. Ο κατάσκοπος τέλεια εκπαιδευμένος πηγαίνει να φάει σε ένα Ρώσικο εστιατόριο. Φωνάζει τον σερβιτόρο και του λέει:
“Μια βότκα και την σπεσιαλιτέ του μαγαζιού”.
Αφού έφαγε παίρνει τη βότκα και κάθεται στο μπαρ, πιάνεται στη συζήτηση με τον μπάρμαν και προσπαθεί να πάρει τις πρώτες εντυπώσεις, πάνω στη συζήτηση του λέει ο μπάρμαν:
“Σαν Ρώσος έφαγες, σαν Ρώσος πίνεις, μιλάς καλά τα ρώσικα αλλά Ρώσος δεν είσαι.” Ο κατάσκοπος ταραγμένος του ζητά ένα μπουκάλι βότκα ακόμα και αυτός του επαναλαμβάνει:
“Σαν Ρώσος έφαγες, σαν Ρώσος πίνεις, μιλάς καλά τα ρώσικα αλλά δεν είσαι Ρώσος.”
Tο ίδιο γίνεται και την τρίτη φορά Αγανακτισμένος ο αμερικανός τον ρωτάει;
“Καλά ρε μεγάλε που το κατάλαβες;“
“Εμείς εδώ στη Ρωσία μαύρους Ρώσους δεν έχουμε!” του απαντάει!
Στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης φτάνουν στην Νέα Υόρκη ένα Κινέζος, ένας Νέγρος και ένας Πόντιος και συναντιούνται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Καθώς δεν έχουν αρκετά λεφτά αποφασίζουν να νοικιάσουν μαζί ένα δωμάτιο και από την επομένη να ψάξουν για δουλειά.
Πράγματι την επόμενη μέρα φεύγουν και οι τρεις για να βρουν δουλειά και επιστρέφουν αργά το απόγευμα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
- Τι έγινε Κινέζε, βρήκες δουλειά, τον ρωτάνε οι δύο άλλοι.
- Οι άτιμοι όπου και να πήγα με διώχνανε και μου λέγανε: έξω από δω παλιοσχιστομάτη. Τζίφος βρε παιδιά.
- Εσύ Νέγρο;
- Τα ίδια και χειρότερα, δεν φτάνει που με βρίζανε με διώξανε στην κυριολεξία και με τις κλωτσιές, οι άτιμοι.
- Εγώ παιδιά τα κατάφερα λέει ο Πόντιος και αύριο πιάνω δουλειά σε ένα εστιατόριο. Μόνο βρε Κινέζε είδα ότι έχεις ρολόι. Σε παρακαλώ μπορείς να με ξυπνήσεις στις 4 το πρωί για να ετοιμαστώ;
- Φυσικά του λέει ο Κινέζος.
Πάει για ύπνο ο Πόντιος αλλά οι δύο άλλοι ζοχαδιασμένοι που δεν βρήκαν δουλειά σκεφτόντουσαν τι να του κάνουν.
- Το βρήκα λέει ο Νέγρος και ανοίγει τη σόμπα παίρνει τις στάχτες και αρχίζει να πασαλείβει τον Πόντιο στο πρόσωπο και τα χέρια. Κατράμι ο Πόντιος.
Κατά τις 4 ο Κινέζος ξυπνά τον Πόντιο και του λέει "άντε σήκω ώρα για δουλειά".
Ευχαριστώ λέει ο Πόντιος, σηκώνετε και πάει για κατούρημα.
Καθώς ξαλάφρωνε κοιτά στον καθρέφτη, γουρλώνει τα μάτια και λέει όλο θυμό :
"Ρε τον π**στη τον Κινέζο τον μα**κα τον Νέγρο ξύπνησε!"
Είναι ένας τύπος διακοπές στην Ισπανία. Περνάει μπροστά από ένα εστιατόριο που βρίσκεται δίπλα από μια αρένα ταυρομαχιών και μπαίνει μέσα να φάει.
Έρχεται ο σερβιτόρος και του ζητάει ο τύπος να του φέρει την σπεσιαλιτέ του μαγαζιού. Μετά από λίγο έρχεται ο σερβιτόρος με μια σκεπασμένη πιατέλα. Την ανοίγει και βλέπει δυο τεράστια κομμάτια κρέατος. Αυτός τα τρώει με όρεξη και αμέσως μετά, ρωτάει τον σερβιτόρο τι ήταν αυτό το υπέροχο κρέας που έφαγε.
Ο σερβιτόρος του απαντάει πως ήταν οι ορχείς του ταύρου. Φεύγει ο τύπος και μετά από ένα χρόνο ξαναπάει στην Ισπανία με κάτι φίλους του και τους λέει:
- Θα σας πάω σε ένα μαγαζί το οποίο έχει μια φοβερή μερίδα με κρέας από ορχείς ταύρου, θα ξετρελαθείτε!
- Ενθουσιασμένοι πάνε όλοι στο μαγαζί και ζητάνε την ίδια μερίδα. Μετά από λίγο ο σερβιτόρος έρχεται με μια πιατέλα σκεπασμένη. Την ανοίγουν και αντί να βρουν δυο τεράστια κομμάτια κρέας, βλέπουν δυο μικρά κομματάκια σαν κουτσουλιές. Αμέσως ο τύπος μας φωνάζει το σερβιτόρο και τον ρωτάει γιατί δεν είναι το ίδιο κρέας με αυτοί που είχε φέρει την περασμένη φορά όταν είχε πάει μόνος του. Τότε ο σερβιτόρος του απαντάει:
- Ξέρετε κύριέ μου, δεν κερδίζει πάντα ο άνθρωπος...!
Ένας Έλληνας εκεί τρώει χαλαρά χαλαρά σε ένα εστιατόριο. Όταν ένας τυπικός Αμερικάνος μασώντας προκλητικά τσίχλα έρχεται και κάθεται απροσκάλεστος δίπλα του.
Ο Έλληνας τον αγνοεί. Αλλά μετά ο Αμερικάνος φτύνει την τσίχλα και του πιάνει την κουβέντα:
- Δε μου λέτε, sorry, τρώτε ολόκληρο το ψωμί εσείς οι Greeks;
- Τι είπες;
- Τρώτε ολόκληρο το ψωμί εσείς οι Έλληνες; Ξαναρωτάω!
- Εμ τι, το μισό θα φάμε;
- Α! Εμείς no! Εμείς τρώμε μόνο το εσωτερικό, τη ψίχα πως το λέτε! Το εξωτερικό το βάζουμε σε ένα container, το ανακυκλώνουμε και το δίνουμε στους Έλληνες!
- Ναι καλά! Ασε με τώρα μεσημεριάτικα!
- Δε μου λέτε marmelade τρώτε εσείς οι Έλληνε;
- Τι είπες;
- Marmelade, αυτό πάνω στο ψωμί;
- Εμ τι, μαρμελάδα δε θα φάμε;
- Α! Εμείς no! Εμείς τρώμε μόνο φρέσκα φρούτα. Fresh Fruit! Αυτά τα κουκούτσια και τις φλούδες τα βάζουμε σε ένα container, τα ανακυκλώνουμε και τα δίνουμε στους Έλληνες!
- Καλά, λέει ο Έλληνας, να σε ρωτήσω και εγώ κάτι.
- Αsk me, ask me!
- Τα προφυλακτικά τί τα κάνετε αφόυ πηδήξετε τις γκόμενές σας;!
- Εμ τα πετάμε, τι θα κάνουμε;
- Α! Εμείς όχι! Εμείς τα βάζουμε σε ένα container, τα ανακυκλώνουμε, τα κάνουμε τσίχλες και τα δίνουμε στους Αμερικάνους!
Ο κύριος της ιστορίας μας είχε ένα φοβερό πάθος στην ζωή του. Αγαπούσε υπερβολικά ένα φαγητό: Τα βραστά φασόλια! Του άρεσαν πολύ, αλλά του δημιουργούσαν μια μάλλον προσβλητική για τους άλλους αντίδραση, που παράλληλα τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση.
Κάποτε συνάντησε μια όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε. Όταν ήταν προφανές ότι η σχέση τους οδηγούσε σε γάμο, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια αν δεν έκανε κάτι πάνω στο πάθος που τον είχε κυριεύσει. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την ύστατη θυσία: Εγκατέλειψε τα φασόλια!
Λίγους μήνες αργότερα, καθώς γύριζε από την δουλειά, το αυτοκίνητό του χάλασε. Καθώς η δουλειά του ήταν εκτός πόλης, έπρεπε να περπατήσει αρκετά πριν μπορέσει να φτάσει στο σπίτι του και τηλεφώνησε για να ειδοποιήσει την γυναίκα του ότι θα αργούσε λιγάκι παραπάνω εκείνο το απόγευμα.
Όταν πέρασε έξω από ένα τοπικό μικρό εστιατόριο, το μαγευτικό άρωμα των βραστών φασολιών πλημμύρισε την μύτη του. Καθώς είχε ακόμη αρκετά χιλιόμετρα να περπατήσει, σκέφτηκε ότι με το περπάτημα, οι δυσάρεστες παρενέργειες των φασολιών θα είχαν εξασθενήσει φτάνοντας στο σπίτι. Μπήκε λοιπόν μέσα και έφυγε μόνο όταν είχε φάει τρία σπέσιαλ μεγάλα πιάτα από το αγαπημένο του φαγητό. Σε όλη την διάρκεια του περπατήματός του, συνεχώς άφηνε πίσω του χαρακτηριστικά την μυρωδιά του.
Τις αμόλαγε συνεχώς στην ανηφόρα και στην κατηφόρα και θα έλεγε κανείς ότι σημάδευε τον δρόμο πίσω του. Όταν, λοιπόν, έφτασε έξω από την πόρτα του, ένιωσε αρκετά ασφαλής και εκτονωμένος. Η γυναίκα του άνοιξε την πόρτα και του φάνηκε ότι ήταν κάπως ξαναμμένη. Του εξήγησε ότι του είχε την πιό απίθανη έκπληξη για το βραδινό του φαγητό και ότι η καθυστέρησή του δεν ήταν τίποτα εμπρός σε αυτό που θα του σερβίριζε!
Του πέρασε ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια και τον οδήγησε στην καρέκλα στο κεφάλι του τραπεζιού και του ζήτησε να της υποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε.
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς του, να κατεβαίνει προς τα κάτω. Την ώρα που η γυναίκα του ετοιμαζόταν να του βγάλει το μαντήλι και να του εμφανίσει την έκπληξη, το τηλέφωνο χτύπησε. Τον υποχρέωσε να της ξαναϋποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε μέχρις ότου γυρίσει από το τηλέφωνο και πήγε να απαντήσει. Όσο εκείνη έλειπε, άδραξε την ευκαιρία, στήριξε το βάρος του στο ένα πόδι και την άφησε να φύγει. Δεν ήταν μόνο δυνατή αλλά βρωμούσε και σαν χαλασμένο αυγό. Ακόμη και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ανασάνει και γι αυτό, πηρε την χαρτοπετσέτα του και άρχισε να την κινεί γύρω του, ανακινώντας τον αέρα.
Μόλις είχε αρχίσει να νιώθει πιό καλά όταν μια ακόμη βιαστική εμφανίστηκε. Σήκωσε το πόδι του και ππρρρρρρρρρρρρτ, την άφησε ελεύθερη. Ακούστηκε σαν ντηζελομηχανή που αγκομαχούσε στην ανηφόρα και βρωμούσε ακόμη χειρότερα. Αρχισε να κουνά τα χέρια του τριγύρω, ελπίζοντας ότι η μυρωδιά θα αραίωνε, όταν η γυναίκα του θα επέστρεφε από το τηλέφωνο. Η κατάσταση άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό όταν την ξανάνιωσε.. Στηρίχτηκε στο άλλο πόδι του και την ελευθέρωσε. Αυτή ήταν πραγματικά φαρμακερή! Τα παράθυρα έτριξαν, τα πιάτα στο τραπέζι ταρακουνήθηκαν και ένα λεπτό αργότερα τα λουλούδια στο βάζο είχαν μαραθεί. Καθώς προσπαθούσε να κρατάει και τον νού του στην κουβέντα της γυναίκας του που βρισκόταν στο χωλ και κρατώντας την υπόσχεσή του να μην κρυφοκοιτάξει όση ώρα απουσίαζε, πέρασε το επόμενο δεκάλεπτο κλάνοντας και κουνώντας τα χέρια του με την χαρτοπετσέτα.
Όταν άκουσε τους τηλεφωνικούς αποχαιρετισμούς, πράγμα που σήμαινε ότι το τηλεφώνημα έφτανε στο τέλος του, προσεκτικά δίπλωσε την χαρτοπετσέτα του και την άφησε δίπλα στο πιάτο του, στο σημείο που βρισκόταν από την αρχή. Χαμογελώντας συγκαταβατικά, ήταν η εικόνα της αθωότητας, όταν η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιο.
Ζητώντας συγνώμη που άργησε τόσο πολύ στο τηλέφωνο, τον ρώτησε αν είχε κρυφοκοιτάξει στο τραπέζι και όταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε κάνει ζαβολιά, εκείνη τράβηξε το μαντήλι και φώναξε :
Εκπληξη!
Με ένα μεγάλο σοκ και με τρόμο, ανακάλυψε ότι δώδεκα άτομα ήταν καθισμένα γύρω από το τραπέζι, μαζεμένοι για το γενέθλιο πάρτυ του!
- Στο τραίνο έχει γίνει λάθος και έχει δοθεί ένα κουπέ /καμπίνα σε έναν άντρα και μια γυναίκα.
Χωρίς να μπορούν να κάνουν αλλιώς οι άνθρωποι το δέχονται.
Ο άντρας, όμως, έχει ερωτικές βλέψεις προς την γυναίκα.
- Αρχίζει να την φλερτάρει πολύ άγρια. Της αγοράζει ότι ζητήσει απο το μαγαζί του τραίνου και της κάνει πολλά δώρα.
Την πηγαίνει στο εστιατόριο και της κάνει το τραπέζι με ότι καλύτερο έχει το μαγαζί.
- Όταν έρχεται το βράδυ και πηγαίνουν στο βαγόνι για ύπνο, η γυναίκα του λέει:
Μην σου περάσει καν απο το μυαλό σου, δεν θέλω!
Έτσι πέφτουν για ύπνο.
- Ο άντρας στην επάνω κουκέτα και η γυναίκα στην κάτω.
Σ-ε λίγο η γυναίκα βλέπει να έρχεται απο πάνω ένα ραβασάκι δεμένο σε ένα σκοινάκι.
- Το παίρνει και το διαβάζει: !Αν θέλεις να κάνουμε έρωτα τράβηξε το σκοινάκι μια φορά.
Αν δεν θέλεις, τράβηξε το 40 φορές, τις τελευταίες 10 πολύ γρήγορα!