O Αδάμ ζεί στον Κήπο της Εδέμ και όλες του οι ανάγκες έχουν εκπληρωθεί: κανένα πρόβλημα στέγης και ντυσίματος, καμιά ανάγκη για να ξεδιψάσει και κυρίως δεν υπάρχει πόνος. Αλλά ένιωθε βαθιά μέσα του ένα κενό και μίλησε στον Θεό γι αυτό:
"Είμαι μόνος"
. Ο Θεός του είπε:
"Σου έχω παραχωρήσει τα πάντα και σε έχω αφήσει ελεύθερο από κάθε τι. Δεν είναι αυτό αρκετό;"
Ο Αδάμ του απάντησε:
"Οχι. Θέλω ένα ακόμη πλάσμα με το οποίο θα μοιραστώ την ζωή μου". Ετσι ο Θεός είπε στον Αδάμ ότι θα εκπλήρωνε την επιθυμία του και θα δημιουργούσε την Γυναίκα. Αυτή η Γυναίκα θα ήταν η σύντροφος της ζωής του, με την οποία θα μοιραζόταν το κρεβάτι του, με την οποία θα μοιραζόταν το φαϊ του και μαζί της θα έτρωγε την κάθε λιχουδιά που θα έβρισκαν, με την οποία θα απολάμβαναν την κάθε σταγόνα που θα έπιναν, με την οποία θα γελούσαν σε κάθε ευχάριστο γεγονός της ζωής τους και η οποία θα ηταν μια μεγάλη ανακούφιση για τον Αντρα.
"Αλλά", είπε ο Θεός, "υπάρχει μια τιμή που πρέπει να πληρώσεις για αυτήν".
"Τι πρέπει να κάνω;" ρώτησε ο Αδάμ.
"Για να φτιάξω την Γυναίκα, θα χρειαστώ το δεξί σου χέρι, το δεξί σου πόδι και το δεξι σου μάτι".
Και ο Αδάμ απάντησε:
"Τι παίρνω με ένα πλευρό;"
Kάποτε ένας τρανός Ιάπωνας γκουρού των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τελείωσε το μακροχρόνιο project του.
Μετά από μανιώδη περισυλλογή στοιχείων από βάσεις δεδομένων σε όλο τον κόσμο, κατασκεύασε έναν υπολογιστή ο οποίος σύμφωνα με τον Ιάπωνα, γνώριζε τα πάντα. Στην πρώτη επίδειξη που έγινε στο Ανόβερο της Γερμανίας, πολύς κόσμος χάζευε το μηχάνημα και έμενε εντυπωσιασμένος αφού μπορούσε να απαντήσει ακόμα και στις πιο ηλίθιες ερωτήσεις. Κάποια στιγμή, περνάει ένας Έλληνας από το stand με τον υπολογιστή, και αφού αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, ζητάει από τον Ιάπωνα να του δώσει την ευκαιρία να κάνει και αυτός μία ερώτηση. Φυσικά ο Ιάπωνας δεν του είπε όχι. Πλησιάζει λοιπόν ο Έλληνας το μικρόφωνο του υπολογιστή, και τον ρωτάει:
- Που βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο πατέρας μου;
Ο υπολογιστής κάνει κάποιους θορύβους, φορτώνει μερικά εκατομμύρια στοιχεία από την Cache του σκληρού, και σε 7 δευτερόλεπτα απαντάει:
- Μπζζ.. Ο πατέρας σου βρίσκεται στον Παγασητικό κόλπο και ψαρεύει... Μπζζ...
Ο Έλληνας τότε γυρνάει στον Ιάπωνα και του λέει:
- Σκάρτο το μηχάνημά σου φίλε. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει εδώ και 3 χρόνια.
- Δεν είναι δυνατόν, λέει ο Ιάπωνας, μάλλον δεν διατύπωσες σωστά την ερώτησή σου... δοκίμασε ξανά...
Δυσαρεστημένος ο Έλληνας σκέφτεται λίγο και ξαναδοκιμάζει...
- Πάμε ξανά... που βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο άντρας της μητέρας μου;
Ο υπολογιστής ξαναμπαίνει στη διαδικασία της επεξεργασίας, και απαντάει σχεδόν άμεσα:
- Μπζζ.. ο άντρας της μητέρας σου έχει πεθάνει εδώ και τρία χρόνια. Ο πατέρας σου εξακολουθεί να ψαρεύει στον Παγασητικό... Μπζζ...
Πέντε μήνες πριν ο Γιούρι Γκαγκάριν εκτοξευτεί στο διάστημα, στέλνουν οι Αμερικανοί ένα κατάσκοπο στη Μόσχα. Ο κατάσκοπος τέλεια εκπαιδευμένος πηγαίνει να φάει σε ένα Ρώσικο εστιατόριο. Φωνάζει τον σερβιτόρο και του λέει:
“Μια βότκα και την σπεσιαλιτέ του μαγαζιού”.
Αφού έφαγε παίρνει τη βότκα και κάθεται στο μπαρ, πιάνεται στη συζήτηση με τον μπάρμαν και προσπαθεί να πάρει τις πρώτες εντυπώσεις, πάνω στη συζήτηση του λέει ο μπάρμαν:
“Σαν Ρώσος έφαγες, σαν Ρώσος πίνεις, μιλάς καλά τα ρώσικα αλλά Ρώσος δεν είσαι.” Ο κατάσκοπος ταραγμένος του ζητά ένα μπουκάλι βότκα ακόμα και αυτός του επαναλαμβάνει:
“Σαν Ρώσος έφαγες, σαν Ρώσος πίνεις, μιλάς καλά τα ρώσικα αλλά δεν είσαι Ρώσος.”
Tο ίδιο γίνεται και την τρίτη φορά Αγανακτισμένος ο αμερικανός τον ρωτάει;
“Καλά ρε μεγάλε που το κατάλαβες;“
“Εμείς εδώ στη Ρωσία μαύρους Ρώσους δεν έχουμε!” του απαντάει!
Στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης φτάνουν στην Νέα Υόρκη ένα Κινέζος, ένας Νέγρος και ένας Πόντιος και συναντιούνται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Καθώς δεν έχουν αρκετά λεφτά αποφασίζουν να νοικιάσουν μαζί ένα δωμάτιο και από την επομένη να ψάξουν για δουλειά.
Πράγματι την επόμενη μέρα φεύγουν και οι τρεις για να βρουν δουλειά και επιστρέφουν αργά το απόγευμα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
- Τι έγινε Κινέζε, βρήκες δουλειά, τον ρωτάνε οι δύο άλλοι.
- Οι άτιμοι όπου και να πήγα με διώχνανε και μου λέγανε: έξω από δω παλιοσχιστομάτη. Τζίφος βρε παιδιά.
- Εσύ Νέγρο;
- Τα ίδια και χειρότερα, δεν φτάνει που με βρίζανε με διώξανε στην κυριολεξία και με τις κλωτσιές, οι άτιμοι.
- Εγώ παιδιά τα κατάφερα λέει ο Πόντιος και αύριο πιάνω δουλειά σε ένα εστιατόριο. Μόνο βρε Κινέζε είδα ότι έχεις ρολόι. Σε παρακαλώ μπορείς να με ξυπνήσεις στις 4 το πρωί για να ετοιμαστώ;
- Φυσικά του λέει ο Κινέζος.
Πάει για ύπνο ο Πόντιος αλλά οι δύο άλλοι ζοχαδιασμένοι που δεν βρήκαν δουλειά σκεφτόντουσαν τι να του κάνουν.
- Το βρήκα λέει ο Νέγρος και ανοίγει τη σόμπα παίρνει τις στάχτες και αρχίζει να πασαλείβει τον Πόντιο στο πρόσωπο και τα χέρια. Κατράμι ο Πόντιος.
Κατά τις 4 ο Κινέζος ξυπνά τον Πόντιο και του λέει "άντε σήκω ώρα για δουλειά".
Ευχαριστώ λέει ο Πόντιος, σηκώνετε και πάει για κατούρημα.
Καθώς ξαλάφρωνε κοιτά στον καθρέφτη, γουρλώνει τα μάτια και λέει όλο θυμό :
"Ρε τον π**στη τον Κινέζο τον μα**κα τον Νέγρο ξύπνησε!"