Skip to main content
Γυρίζει ο Μητσάρας από τη δουλειά και ο 2χρονος γιος του του λέει:
- Να σου πω ποια νούμερα θα κερδίσουν στο λόττο; 4,37,29,31,11 και 40.
Τα παίζει ο Μητσάρας στο Λόττο και πιάνει 6άρι. Τρελλαίνεται από χαρά. Την άλλη μέρα λέει ο γιος του:
Να σου πω ποιες ομάδες θα κερδίσουν στο Προπό;
Του λέει τις ομάδες, παίζει ο Μητσάρας Προπό και κερδίζει! Πάει όλο χαρά την άλλη μέρα στο μικρό και του λέει:
- Έχεις τίποτα να μου προβλέψεις;
- Ναι, λέει το παιδί. Αύριο το μεσημέρι θα πεθάνει ο πατέρας μου.
Στενοχώρια ο Μητσάρας, πήγε να σκάσει. Τι να κάνει όμως, πάει κι αγοράζει ένα φέρετρο και νοικιάζει κι ένα τάφο και περιμένει ως το μεσημέρι. Περνάνε 2 ώρες κι έρχεται η γυναίκα του στο σπίτι. Τη βλέπει ο Μητσάρας να κλαίει και τη ρωτάει:
- Τι έγινε βρε γυναίκα, γιατί κλαις;
Και κείνη απαντάει:
- ʼστα, Μήτσο μου, πέθανε ο κουμπάρος!
Φθινόπωρο και πρώτη μέρα στα θρανία για τους μαθητές του αμερικανικού κολεγίου.
Η δασκάλα παρουσιάζει στα αμερικανάκια έναν καινούριο συμμαθητή τους, τον Ιάπωνα Σακίρο Σουζούκι (γιο του διευθυντή της Σόνυ) και το μάθημα αρχίζει με μικρές ερωτήσεις ιστορίας.
- «Για να δούμε λοιπόν, πόσο καλοί είστε στην αμερικανική ιστορία;» λέει η δασκάλα. «Ποιος είπε ; δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο;»
Κάποιοι μουρμουρίζουν αλλά κανείς δεν σηκώνει το χέρι του, εκτός από τον καινούριο:
- «Ο Πάτρικ Χένρυ το 1775 στη Φιλαδέλφεια», απαντά.
- «Μπράβο Σουζούκι, και ποιος είπε: ;Κυβέρνηση του λαού, από το λαό και για το λαό;», ξαναρωτά την τάξη η δασκάλα.
- «Ο Αβραάμ Λίνκολν, το 1863 στο Γκέτυσμπουργκ», απαντά και πάλι ο Σουζούκι.
Η δασκάλα κοιτάζει αυστηρά την τάξη και λέει:
- «Ντροπή σας! Ο Σουζούκι είναι γιαπωνέζος και ξέρει την αμερικανική ιστορία καλύτερα από σας!»
Τη σιωπή στην τάξη σπάει μια μικρή φωνή από τα πίσω θρανία:
- «Ρε δεν πάτε να γα**θείτε όλοι, μα**κες γιαπωνέζοι!»
- «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάει αυστηρά η δασκάλα.
Ο Σουζούκι σηκώνει το χέρι του και χωρίς να περιμένει λέει:
- «Ο στρατηγός Μακάρθουρ, το 1942, στη διώρυγα του Παναμά και ο Λι Ιακόκα, το 1982 στη γενική συνέλευση της Τζένεραλ Μότορς.
Η τάξη βυθίζεται στη σιωπή. «Θέλω να ξεράσω», ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
- «Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρωτάει με το ίδιο βλοσυρό ύφος η δασκάλα.
Και ο Σουζούκι πετάγεται πάλι:
- «Ο Τζορτζ Μπους ο πρώτος, στον πρωθυπουργό Τανάκα κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου στο Τόκιο το 1991».
Ένας μαθητής σηκώνεται όρθιος και ξεσπάει:
- «Ρε δε μας παίρνεις καμιά π**α, λέω γω!»
Και ο Σουζούκι, ψύχραιμα:
- «Μπιλ Κλίντον στη Μόνικα Λουίνσκι, το 1997, στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου».
Δυο τρεις μαθητές πετάγονται και φωνάζουν:
- «Α γα**σου ρε μα**κισμένο, Σουζούκι».
Ατάραχος ο γιαπωνέζος:
- «Βαλεντίνο Ρόσι, παγκόσμιο πρωτάθλημα μοτοσικλέτας, ράλι Νότιας Αφρικής, το 2002».
Κόλαση στην τάξη, οι μαθητές ουρλιάζουν και πετάνε καρέκλες, η δασκάλα έχει σωριαστεί λιπόθυμη και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο διευθυντής:
- «Ε, μα την Παναγία δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μπου**έλο».
Και στο βάθος ακούγεται πάλι η φωνή του Σουζούκι:
- «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Καραμανλής, το 2004, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του».
Ένας τύπος που δεν αισθάνεται πολύ καλά, πάει στο γιατρό, που του λέει ότι αν δεν αλλάξει τρόπο ζωής, δεν θα ζήσει για πολύ.
Όταν είπε στο γιατρό το πρόγραμμα της ημέρας του, ο γιατρός του είπε ότι, αντί να παίρνει το τραίνο, κάθε μέρα, για να πάει στη δουλειά του, θα έπρεπε να πηγαίνει με το σπόρ αυτοκίνητό του, με ανοικτή τη σκεπή, για να παίρνει καθαρό αέρα.
Αυτό έκανε ο ασθενής, αλλά δεν είδε βελτίωση.
Τότε ο γιατρός του σύστησε να αφήσει το αυτοκίνητο και να πάρει
Ποδήλατο. Ο τύπος διαμαρτύρεται ότι είναι μεγάλη απόσταση, ο γιατρός επιμένει και, τελικά, πάιρνει ποδήλατο. Αλλά καμιά βελτίωση πάλι.
Τότε ο γιατρός του είπε να πάρει ένα στεφάνι βαρελιού κι ένα ξυλάκι και να κυλάει το τσέρκι, κάθε πρωί, μέχρι το γραφείο του και μετά πίσω στο σπίτι, το βράδυ. Διαμαρτύρεται ο ασθενής, φωνάζει, αλλά στο τέλος πείθεται στο τέλος κι αγοράζει το τσέρκι.
- Πώς αισθάνεσαι; ρωτάει ο γιατρός.
- Περίφημα, λέει αυτός και συνεχίζει να τρέχει με το τσέρκι κάθε πρωί και κάθε βράδυ.
Κάποτε όμως, βρήκε το τσέρκι στραβωμένο και στραπατσαρισμένο, εκεί που το είχε παρκάρει, στο υπόγειο γκαράζ.
- Κάποιος έκανε όπισθεν και δεν το είδε. Δεν είναι δα και καμιά μεγάλη ζημιά, προσπαθεί να τον ησυχάσει ο γκαραζιέρης. Η ασφάλεια θα πληρώσει.
- Η ασφάλεια; Δεν είναι μεγάλη ζημιά; Μούτζωσε την ασφάλεια! Εγώ πώς θα πάω σπίτι μου τώρα, μου λες;
Ήταν ένας φαντάρος και πήρε ένα γράμμα που του έστειλε η γκόμενά του:
"Γιώργο,
Θέλω να σου πω ότι σε απάτησα και...
Θέλω να χωρίσουμε.
Σε παρακαλώ, στείλε πίσω τις φωτογραφίες μου...
Μαρία...
Ο καημένος ο Γιώργος ναι μεν στεναχωρήθηκε, αλλά ήθελε να εκδικηθεί, έτσι ζήτησε από όλους στον κοιτώνα του να του δώσουν φωτογραφίες από γιαγιάδες, αδερφές, θείες, μανάδες και οτιδήποτε θηλυκό.
Πήρε όλες τις φωτογραφίες, τις έβαλε σε έναν φάκελο και τις έστειλε στην Μαρία με την εξής σημείωση:
"Αγαπητή Μαρία,
Επειδή δε θυμάμαι ποια από όλες είσαι, πάρε τις φώτογραφίες σου και τις άλλες στείλτες μου πίσω...
Ευχαριστώ."
Στις πύλες του παραδείσου περιμένουν 3 άνθρωποι για να μπουν μέσα. Ο ένας ήταν ληστής, ο άλλος δολοφόνος και ο τρίτος ομοφυλόφιλος. Έρχεται ο Άγιος Πέτρος και ρωτάει τον ληστή:
- Εσύ τέκνων μου τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Τίποτα μωρέ, καμιά δεκαριά διαρρήξεις και 5-6 ληστείες...
- Λοιπόν, θα κάνεις 20 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 20000 Ευρώ και μπορείς να περάσεις.
Έπειτα στρέφεται στον δολοφόνο:
- Εσύ μου έχεις αμαρτήσει;
- Ε, έχω κάνει μια δεκαριά φόνους μόνο...
- Μάλιστα... Θα κάνεις 40 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 30000 Ευρώ και πέρνα
Τέλος ρωτάει και τον ομοφυλόφιλο:
- Εσύ τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Ε, τίποτα... ήμουνα μόνο.
- ; Χέσε 30 φορές και πήγαινε στον απόστολο Ιωάννη!
Τι να κάνει ο καημένος, χέζει 30 φορές και πάει στον απόστολο Ιωάννη, ο οποίος μόλις ακούει το ποιων του, τον βάζει να χέσει άλλες 100 φορές και τον παραπέμπει στον απόστολο Παύλο:
- Τι έχεις κάνει και σε στέλνουν σε μένα;
- Ε, ήμουνα ...
- Χέσε 400 φορές και πήγαινε στο Θεό!
Τι να κάνει ο άνθρωπος, ζορίζεται 10 μέρες και τέλος πάντων πηγαίνει στο Θεό.
- Θεέ μου του λέει, γιατί τον ληστή και τον δολοφόνο τους άφησες έτσι απλά να περάσουν και μένα με ξεκόλωσες στο χέσιμο;
- Για να μάθεις ρε άχρηστε για ποιο λόγο σου έδωσα εγώ τον κόλο!
Τι λέει μια γυναίκα και τι ακούει ο άντρας...
Γυναίκα:
"Το σπίτι είναι χάλια Κώστα,
Πρέπει να το καθαρίσουμε μαζί,
Έλεος, όλα τα πράγματα σου είναι στο πάτωμα,
Μην παραπονιέσαι αύριο αν μείνεις χωρις ρούχα,
Θα πρέπει να βάλω πλυντήριο τώρα!"
Τι ακούει ο άντρας:
"Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα ΚΩΣΤΑ
Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα ΜΑΖΙ
Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ
Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα ΧΩΡΙΣ ΡΟΥΧΑ
Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα ΤΩΡΑ"
Τι ονειρεύεται ένας άντρας να ακούσει από τις γυναίκες...
1. Αγάπη μου είσαι σίγουρος ότι ήπιες αρκετά; Μήπως πρέπει να πιεις μία μπύρα ακόμη;
2. Καλά, τι γ*μάτη κλανιά ήταν αυτή; Ρίξε άλλη μία!
3. Μα καλά, δεν σε περιμένουν οι φίλοι σου να πάτε για μπύρες και κανένα γκομενάκι; Τι κάθεσαι εδώ;
4. Αχ, βαριέμαι, δεν έχω και τίποτα να κάνω, ας σου πάρω μία π**α...
5. Λοιπόν, λέω σήμερα να νοικιάσουμε μια τσόντα, να πάρουμε και ένα κασόνι μπύρες, και να φωνάξω και την κολλητή μου που χαλβαδιάζεις τόσο καιρό, να κάνουμε στο σπίτι ένα τρίο.
6. Ασε τώρα τον άγιο Βαλεντίνο, και πάρε μου άμα θες για δώρο ένα διαρκείας για τον γαύρο/βάζελο/άεκ κτλ.
Αρρώστησε η μητέρα του Γιωρίκα, και έπρεπε να πάει να την δει. Αποφάσισε να αφήσει λοιπόν στην θέση του στο μπαρ τον Κωστίκα, και άρχισε να του δίνει συμβουλές.
- Λοιπόν, τα πράγματα είναι απλά. Όλοι οι πελάτες εδώ είναι καλοί και φιλικοί. Το πιο δύσκολο που έχεις να αντιμετωπίσεις είναι κάποιοι κωφάλαλοι που έρχονται εδώ κάθε βράδυ.
- Καλά, ρε Γιωρίκα, αφού είναι κωφάλαλοι πώς θα ξέρω τι θέλουν; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Α, το έχουμε ταχτοποιήσει αυτό. Εγώ με αυτούς έχουμε βρει συνθήματα. Όταν σου δείχνουν ένα δάχτυλο, θα τους πηγαίνεις Gordons, όταν σου δείχνουν 2, θα τους πηγαίνεις βότκα και όταν σου δείχνουν 3 θα τους πηγαίνεις ουίσκι...
Το επόμενο απόγευμα στο μαγαζί έρχονται και οι κωφάλαλοι.
Δείχνουν 1 με το δάχτυλο, του πάει Gordons. Δείχνουν 2, τους πάει βότκα. Δείχνουν 3, τους πάει ουίσκι.
Μετά από λίγο βλέπει και τους 3 να κοιτάνε το ταβάνι με τα στόματα ανοιχτά. Δεν ξέρει τί σημαίνει αυτό και τηλεφωνεί στον Γιωρίκα.
- Α, έλα ρε, αυτό δεν είναι τίποτε, λέει ο Γιωρίκας!
- Τότε τί έχουν πάθει; ρωτάει ο Κωστίκας;
- Τίποτε ρε... Μεράκλωσαν και τραγουδάνε...