Δυο φίλοι,ο Κώστας κι ο Γιάννης συναντιούνται μετά από πολύ καιρό.
Γιάννης: Τι έγινε, ρε Κώστα, χρόνια και ζαμάνια...
Κώστας: Ναι,ρε συ Γιάννη, καιρό έχουμε να βρεθούμε. Τι έκανες, παντρεύτηκες;
Γιάννης: Ναι, παντρεύτηκα πέρσι. Έλα την Κυριακή για ουζάκι να γνωρίσεις και τη γυναίκα μου.
Την Κυριακή ο Κώστας πάει στο σπίτι του Γιάννη. Ο Γιάννης του συστήνει τη γυναίκα του, που είναι πολύ άσχημη και κουτσαίνει. Ο Κώστας αναρωτιέται αν πρέπει να ρωτήσει και τελικά λέει στο Γιάννη:
- Ρε συ, Γιάννη, με το συμπάθιο κιόλας, αλλά πώς εσύ 2 μέτρα άντρας παντρεύτηκες αυτό το τέρας; Πώς αντέχεις να κοιμάσαι μαζί της;
- Έννοια σου και την έχω βρει τη λύση. Όταν θέλω να την πηδήξω, της βάζω μια μαύρη σακούλα στο πρόσωπο για να μη βλέπω τη μούρη της.
Φωνάζει τη γυναίκα του και της λέει:
- Γυναίκα, φέρε μας το ουζάκι.
Γυναίκα: Το ου-ζά-κι, το ου-ζά-κι...
Μετά από λίγο:Γυναίκα, φέρε και μεζέ.
Γυναίκα: Το με-ζέ, το με-ζέ...
- Πιάσε και λίγα παγάκια!
Γυναίκα: Τα πα-γά-κια, τα πα-γά-κια...
Σε μια στιγμή, πάει ο Γιάννης να φάει το σαγανάκι, δεν το πιάνει καλά και του πέφτει στο παντελόνι. Τσουρουφλίζεται και φωνάζει:
- Α, ρε πούστη μου, να σε γ... Σω!
Γυναίκα: Τη σα-κού-λα, τη σα-κού-λα...
Σε ένα αεροπλάνο, αφού έκανε την καθιερωμένη ανακοίνωση ο πιλότος, ξέχασε να κλείσει το μικρόφωνο. Μετά από λίγη ώρα λέει στον άλλο πιλότο:
- Λοιπόν, πάω να χέσω και μετά θα γ... Σω μετά την αεροσυνοδό.
Το ακούν λοιπόν όλοι οι επιβάτες και αρχίζουν τα κρυφόγελα. Ακούγοντας το και η αεροσυνοδός, αρχίζει να τρέχει, για να τους πει να κλείσουν το μικρόφωνο. Εκεί που έτρεχε, έπεσε πάνω στην τσάντα μιας γριάς. Βλέποντας την αεροσυνοδό, η γριά γελάει και της λέει:
- Σιγά-σιγά κόρη μου. Είπε ότι θα πάει να χέσει πρώτα!
Κοιμότανε που λέτε η καημένη η Χιονάτη πολύ καιρό, μέχρι που τη φίλησε το πριγκιπόπουλο και ζωντάνεψε. Και όπως ήτανε και παίδαρος η μικρή την είδε ο νεαρός και κάτι σκίρτησε επάνω του και αποφάσισε να την παντρευτεί για να της εξηγήσει αυτός...
Παντρευτήκανε λοιπόν με πολιτικό γάμο για να μην καθυστερούνε και επειδή ο γαμπρός τσίμπαγε προς λιγούρη μπήκανε αμέσως στη κρεβατοκάμαρα που είχανε ετοιμάσει οι 7 νάνοι και πιάσανε δουλειά.
Από την πρώτη στιγμή οι 7 νάνοι είχανε μια ανησυχία:
"Μήπως το πονέσει το κορίτσι μας ο χλιμίτζουρας και είναι και αμάθητο", είπε ο Γκρινιάρης,
"Μήπως μας το στεναχωρήσει ο τράγος", είπε ο Συναχωμένος και λέγε-λέγε αποφάσισαν να παρακολουθήσουν και αν τον δουν να της φέρεται άσχημα να επέμβουν".
Η πόρτα όμως ήτανε μασίφ καρυδιά και πολύ ψηλή και μόνο πάνω πάνω είχε ένα φεγγίτη. Ανεβήκανε λοιπόν ο ένας στους ώμους του άλλου και έτσι ο έβδομος, ο Σοφός, έφτανε να βλέπει από το φεγγίτη και να λέει στους υπόλοιπους τι βλέπει.
- Τη φιλάει τώρα στο λαιμό, έχει το χέρι του μέσα από τη μπλούζα της και της χαϊδεύει το στήθος; λέει ο Σοφός στον από κάτω του.
Η πληροφορία διαδίδεται σαν ηχώ προς τα κάτω από τον ένα στον άλλον:
"Της χαϊδεύει το στήθος", "... Χαδεύει το στήθος", "... Ει το στήθος", "... Στήθος", "... Ήθος"
- Της βγάζει το σουτιέν!, λέει μετά ο Σοφός και η πληροφορία διαδίδεται:
"Της βγάζει το σουτιέν", "Βγήκε το σουτιέν", "Πάει και το σουτιέν"..., ..., ".. Σουτιέν"
- Τώρα το δαντελένιο μικρό βρακάκι της, η επόμενη πληροφορία και η ηχώ:
"Τώρα το βρακάκι", "Βγήκε το βρακάκι", ..., ..., ..., "... Βρακάκι"
- Της τον έβαλε και τη πηδάει με πάθος, λέει με βαθιά φωνή ο Σοφός και φυσικά διαδίδεται αμέσως:
"Της τον έβαλε", "Την πηδ***", "Τον έχωσε", ..., ..., "... πηδ***"
- ΧΥΝΕΙ! γρυλίζει ο Σοφός και η ηχώ:
"Κι εγώ", "Κι εγώ", "Κι εγω"...
Προ ημερών ένας στρατιώτης πάει σε έναν οίκο ανοχής μετά από την βασική εκπαίδευση.
Έπειτα από κάποιες ώρες βγαίνει στα κακά του χάλια, δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του, στριγλάει πέφτοντας από εδώ και απ’ εκεί . Τον βλέπει ένας αστυφύλακας και τον πάει στο τμήμα όπου και περιγράφει το τι συνέβη.
Ο αρχιφύλακας μη μπορώντας να κάνει τίποτα τον συμβουλεύει να τον συνοδέψει στον Δεσπότη της περιοχής που είναι σοφός άνθρωπος. Παράλληλα παίρνει μαζί του και τις τέσσερις κοπέλες του οίκου, τη Ζιζή 1, την Ζιζή 2, την Ζιζή 3 και την Ζιζή 4. Ο Δεσπότης αφού άκουσε τον στρατιώτη καλεί την Ζιζή 1 και της λέει τι έχει να πει γι’αυτά.
- Σεβασμιότατε εγώ μόλις που τον ακούμπησα με το δακτυλάκι μου , λέει ναζιάρικα η Ζιζή 1.
Τέλος πάντων της λέει, πήγαινε σ’ εκείνο το κουβά και βούτηξε το δάκτυλό σου μέσα.
Στη συνέχεια καλεί την Ζιζή 2 όπου και αυτή με το ίδιο ναζιάρικο ύφος απολογείται ότι μόνο με το χεράκι της τον ακούμπησε, τότε την παροτρύνει να βουτήξει και αυτή το χέρι στο κουβά. Στη συνέχεια καλεί την Ζιζή 3, τότε πετάγεται η Ζιζή 4 και λέει στον Δεσπότη:
- Σεβασμιότατε σας παρακαλώ να βουτήξω εγώ πρώτα το στόμα μου γιατί αυτή θα βουτήξει τον κώλο της.