Ο τύπος έχει έναν παπαγάλο και τον αφήνει να... βλέπει. Έτσι, ο Παπαγάλος έχει γίνει εξπέρ περί τα σεξουαλικά. Μια μέρα, Όμως, παντρεύεται ο τύπος, οπότε του το λέει του παπαγάλου καθαρά:
"Τέρμα. Από δω και μπρος δεν θα ξαναμπείς ποτέ στο Δωμάτιό μου, αλλιώς θα σε καθαρίσω...". Έτσι και γίνεται. Πρώτη νύχτα Του γάμου, λοιπόν, ο παπαγάλος κάθεται απ έξω και Ακούει. Μέσα, το ζεύγος φτιάχνει τη βαλίτσα του. Δεν κλείνει, όμως.
"Αγάπη μου", λέει η σύζυγος, "λέω να κάτσω από πάνω...".
"Κάτσε, αγάπη μου", λέει ο σύζυγος. Κάθεται, αλλά η βαλίτσα δεν κλείνει.
"Λέω να κάτσω εγώ από πάνω", λέει ο σύζυγος, που Είναι... πιο βαρύς. Κάθεται κι αυτός, αλλά πάλι δεν κλείνει η βαλίτσα.
Τι να κάνουν, λοιπόν, την κοιτάζουν από δω, την κοιτάζουν Από κει, και στο τέλος λέει η σύζυγος:
"Αγάπη μου, νομίζω ότι θα είναι Καλύτερα, αν κάτσουμε και οι δύο από πάνω..."
. Με το Που το λέει αυτό, λοιπόν, μπαίνει με... χίλια ο παπαγάλος στο δωμάτιο Και λέει:
"Αφεντικό, αυτό θα το δω... κι ας πεθάνω"!
Κάποιος αγόρασε ένα παπαγάλο για το σπίτι.
Τόνε πήρε στο σπίτι και άρχισε να τόνε μαθαίνει μερικές κουβέντες, ο παπαγάλος όμως αντί για τις κουβέντες έβριζε.
Του εξήγησε ότι θα είναι καλύτερα να λέει τις κουβέντες που του μάθαινε αλλιώς θα ύπαρξη τιμωρία. Μια δυο τρεις και τέταρτο τον πιάνει τον παπαγάλο και τον βάζει στο ψυγείο, στην κατάψυξη.
Ο παπαγάλος βλέποντας το κοτόπουλο και μια πάπια χωρίς πούπουλα έγινε ανησυχητικά ήσυχος δεν Περνάνε δέκα λεπτά και ζήτησε να τον βγάλει έξω .
Ανοίγει τον καταψύκτη να δει τι γίνετε εκεί μέσα, πιάνει τον παπαγάλο τον
Βγάζει έξω.
Και ο παπαγάλος τρέμοντας λέει:
- « συγνώμη δεν θα το ξανακάνω, σου υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναβρίσω ποτέ αλλά πέστε μου τι έκανε το κοτόπουλο με την πάπια και είναι ακόμη εκεί μέσα ;»
Ένας λύκος με μακριά μαλλιά μπαίνει σ ένα μπαρ και ζητάει ένα ούζο. Με το Που τον βλέπει ο μπαρίστας αρχίζει και σκούζει "ααααααααααααα ένας λύκος με Μακριά μαλλιά που ζητάει ούζο", βγάζει ένα χοντρό μπαστούνι και τον κάνει Μαύρο στο ξύλο. "Θα μισεί τους λύκους" σκέφτηκε ο λύκος κι αποφασίζει να Μεταμφιεστεί σε λυκόσκυλο και να πάει σ ένα άλλο μπαρ. "Όλοι αγαπούν τα Λυκόσκυλα" σκέφτηκε. Μεταμφιέζεται, μπαίνει στο μπαρ και λέει "ένα ούζο Παρακαλώ". Με το που τον βλέπει ο μπαρίστας φωνάζει "ααααααααααααα ένας Σκύλος με μακριά μαλλιά που ζητάει ούζο", βγάζει ένα χοντρό μπαστούνι και Τον κάνει μαύρο στο ξύλο. "Θα μισεί τους σκύλους" σκέφτηκε ο λύκος κι Αποφασίζει να μεταμφιεστεί σε πρόβατο και να πάει σ ένα άλλο μπαρ. "Όλοι Αγαπούν τα πρόβατα" σκέφτηκε. Μεταμφιέζεται, λοιπόν, μπαίνει στο μπαρ και Λέει "ένα ούζο παρακαλώ". Με το που τον βλέπει ο μπαρίστας φωνάζει "Ααααααααααααα ένα πρόβατο με μακριά μαλλιά που ζητάει ούζο", βγάζει ένα Χοντρό μπαστούνι και τον κάνει μαύρο στο ξύλο.
Απελπισμένος ο λύκος μπαίνει σ ένα άλλο μπαρ, πιάνει τον μπαρίστα από το Λαιμό και του λέει "θέλω να μου εξηγήσεις γιατί όλοι εσείς οι μπαρίστες με Χτυπάτε χωρίς οίκτο με το που θα με δείτε να μπαίνω στο μπαρ σας."
"Ηρέμησε Φίλε μου, δεν είμαστε όλοι οι μπαρίστες ίδιοι. Εγώ τους αγαπάω τους λύκος με Μακριά μαλλιά, πες μου τι θες να σε κεράσω".
"Συγγνώμη για τη σκηνή αλλά Σήμερα πέρασα μια πολύ άσχημη μέρα. Θα ήθελα να πιω ένα ούζο".
"Αααααααααααααααα ένας λύκος με μακριά μαλλιά που θέλει να πιει ούζο" και Βγάζει ένα χοντρό μπαστούνι και τον κάνει τόπι στο ξύλο.
Ηθικό δίδαγμα:
- Μπορείς να είσαι λύκος.
- Να έχεις μακριά μαλλιά.
- Αλλά ρε πούστη να θες να πιεις και ούζο παραπάει.
Ένας παπάς αποφάσισε μια Κυριακή για να πάει για κυνήγι αρκούδας. Καθώς περπατούσε, περπατούσε εις το δάσος όταν ο λύκος δεν ήταν εκεί, βλέπει από μακριά μια αρκούδα. Πλησιάζει σιγά-σιγά εκεί που αρκούδα έπινε νερό. Όμως, μη γνωρίζοντας περί ανέμων και πως οι αρκούδες μπορούν να σε μυρίσουν στα πενήντα μέτρα, μόλις πλησίασε πολύ, η αρκούδα γύρισε να τον αντιμετωπίσει.
Πολλοί ίσως να μην ξέρετε πως παρόλο που οι αρκούδες έχουν ένα άλφα όγκο και κάποια βήτα κιλά, είναι πολύ γρήγορα ζώα και εύκολα μπορούν να κυνηγήσουν έναν άνθρωπο στην ευθεία. Και έτσι κι έγινε. Η αρκούδα άρχισε να τρέχει κατά πάνω του, ο παπάς άρχισε να γίνεται παπα-σούζας. Μπροστά ο παπάς, πίσω η αρκούδα, αρχίζει ο παπάς να κατεβαίνει το βουνό με πόδια στους ώμους. Για κακή του τύχη όμως, σκοντάφτει σε μία ρίζα δέντρου, τρώει μια σούπα, φέρνει κάτι κουτρουβάλες και πάει και πέφτει σε ένα τεράστιο βράχο, σπάζοντας τα πόδια του. Η αρκούδα τώρα έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Πλησιάζει τον παπά, έτοιμη να τον κάνει κομματάκια και να φωνάξει και τις φίλες της για μπάρμπεκιου.
Ο παπάς, μέσα στον πόνο του και την τρομάρα του, αρχίζει να προσεύχεται:
"Θεέ μου, συγγνώμη που σήμερα βγήκα για να κυνηγήσω αρκούδες. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό και εκπλήρωσέ μου μια ευχή. Κάνε αυτή την αρκούδα να δει τις αξίες του Χριστιανισμού και να γίνει αμέσως ένας καλός Χριστιανός."
Με το που το λέει αυτό ο παπάς, η αρκούδα πέφτει στα γόνατά της, σκύβει το κεφάλι ευλαβικά μπροστά στον παπά και λέει:
"Σε ευχαριστώ Κύριε για το φαγητό που μου προσφέρεις σήμερα ..."
Συναντιούνται στον δρόμο ένα άλογο και ένας γάιδαρος που ήταν φίλοι από παλιά.
- Χαθήκαμε, λέει το άλογο στον γάιδαρο. Ελα απο το σπίτι να πιούμε ένα καφέ και να τα πούμε.
Πηγαίνουν λοιπόν στο σπίτι του αλόγου και εκεί ο γάιδαρος βλέπει εκπληκτος πως ήταν γεμάτο κύπελλα, έπαθλα και βραβεία.
- Που τα κέρδισες όλα αυτά; ρωτάει.
- Α, αυτά δεν είναι τίποτα, του απαντάει το άλογο. Απλά όταν ήμουν πιο μικρός έτρεχα σε αγώνες.
Την επόμενη μέρα ήταν η σειρά του γάιδαρου να καλέσει το άλογο σπίτι του.
Τι να κάνω σκέφτεται για να εντυπωσιάσω το αλογο; Εγώ δεν έχω ούτε βραβεία, ούτε έπαθλα.
Πηγαίνει λοιπόν και αγοράζει ένα μεγάλο κάδρο με μία ζέβρα και το καρφώνει στο σαλόνι. Ερχεται λοιπόν την επόμενη μέρα το άλογο για την επίσκεψη και όπως τον ξεναγεί στο σπιτι βλέπει το τεράστιο κάδρο με την ζέβρα.
- Τι είναι αυτό γάιδαρε;
- Α αυτό, δεν είναι τίποτα, απλά όταν ήμουν πιο μικρός έπαιζα στην Γιουβέντους!
Πέφτει ένα αεροπλάνο και σώζετε ένας μόνο βιολιστής μαζί με το βιολί του στην Αφρική.
Εκεί που περπατούσε ξαφνικά ακούει σαματά πίσω του γυρνάει και βλέπει μια αγέλη λιοντάρια να τρέχουν προς τα πάνω του(πολύ πεινασμένα).
- Αρχίζει λοιπόν το τρέξιμο και τα λιοντάρια από πίσω. Τι θα κάνω σκέφτεται . Θα με φάνε τα θηρία!
- Του έρχεται ξαφνικά η ιδέα να παίξει βιολί μήπως και ηρεμήσουν.
- Όντως μετά από λίγο βλέπει τα λιοντάρια να σταματούν, σταματάει και αυτός και παίζει.
- Ξαφνικά από μακριά τρέχει ένα λιοντάρι και τον κατασπαράζει τον βιολιστή.
Δυο ινδιάνοι από την κορυφή του βουνού που παρακολουθούσαν όλη τη φάση.
- Λέει ο ένας στον άλλον, δεν σου είπα ότι θα έρθει το κούφο λιοντάρι όπου να νάνε;
Ο Κωστίκας κι ο Γιωρίκας πάνε στη ζούγκλα να πιάσουν μαϊμούδες. Ακολουθούν την εξής ανορθόδοξη μέθοδο: Ο Κωστίκας απ το έδαφος πετάει πέτρες στις μαϊμούδες, για να πέσουν κάτω κι ο Γιωρίκας ανεβαίνει στο δέντρο και κουνάει τα κλαδιά, μπας και πέσει κάτω καμιά μαϊμού.
Μόλις τα καταφέρουν και πέσει η μαϊμού στο έδαφος, τρέχει ο σκύλος που χουν μαζί τους, τη μαγκώνει, τη γαμάει (δεν έχω καταλάβει γιατί) και την πετάει σ ένα κλουβί, ο Κωστίκας κλείνει την πόρτα του κλουβιού και ξαναρχίζουν την ίδια διαδικασία.
Όταν είχαν μαζευτεί καμιά τριανταριά, αποφάσισαν να πάνε για το σπίτι. Στο δρόμο όμως βλέπουν πάνω σ ένα δέντρο μια πολύ σπάνια μαϊμού. Αποφασίζουν να την πιάσουν. Ο Κωστίκας αρχίζει να πετάει πέτρες. Ο Γιωρίκας ανεβαίνει στο δέντρο και αρχίζει να κουνάει τα κλαδιά. Η μαϊμού δεν πέφτει όμως. Ο Γιωρίκας ανεβαίνει πιο ψηλά, σε πιο λεπτά κλαδιά και η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη. Σε μια στιγμή βάζει τις φωνές.
- Κωστίκα, έχεις το τουφέκι;
- Ναι, ρε, το χω.
- Είναι γεμάτο και οπλισμένο; ξαναρωτάει ο Γιωρίκας.
- Ναι, οπλισμένο είναι αλλά δε θέλουμε να τη σκοτώσουμε! του απαντάει ο Κωστίκας.
- Να είσαι έτοιμος, λέει ο Γιωρίκας. ?μα πέσω εγώ, σκότωσε το ... σκύλο!
Κάποτε στις παρυφές του Βορείου Πόλου (στις ποιες, η πόρτα του ιγκλού ανοίγει και μπαίνει τρέχοντας το αρκουδάκι. Πηγαίνει στον πατέρα του που διάβαζε τα κατεξοχήν κατεψυγμένα νέα, και με διστακτικό ύφος τον ρωτάει..
- Μπαμπάαα;..
- Τι είναι παιδί μου; απαντάει αφηρημένος ο πατέρας αρκούδος.
- Είσαι αρκούδα;
- Μα φυσικά και είμαι αρκούδα γιέ μου...
- Είσαι λευκή αρκούδα;
- Από όσο μπορώ να δω.. και εσύ επίσης.. ναι.. λευκή αρκούδα είμαι..
- Πολική αρκούδα;
- Πολική αρκούδα γιέ μου.. τι σόι ερωτήσεις είναι αυτές;.. πήγαινε έξω να παίξεις..
Πραγματικά, το αρκουδάκι φεύγει σκεπτικό και αρχίζει πάλι να παίζει στους πάγους. Μετά από λίγο όμως, ξαναμπαίνει τρέχοντας και πλησιάζει και πάλι τον πατέρα του..
- Μπαμπάααα;
- Τι είναι πάλι γιέ μου;
- Η μαμά είναι αρκούδα;
- Φυσικά και είναι αρκούδα γιέ μου.. πελεκάνος θέλεις να ήτανε;
- Λευκή αρκούδα;
- Ναι γαμώ το στανιό μου.. Λευκή αρκούδα είναι..
- Πολική αρκούδα;
- ΝΑΙ!.. Πολική είναι.. άσε με τώρα να διαβάσω την εφημερίδα μου. Πήγαινε έξω να παίξεις..
Το αρκουδάκι, για ακόμα μια φορά βγαίνει έξω στους πάγους να παίξει.. Σε λιγάκι όμως, να σου το πάλι μπαίνει τρέχοντας και λέει στον πατέρα του..
- Μπαμπάαα;
- Τι θες πάλι;
- Εγώ είμαι αρκουδάκι;
- ... Γβρμ.. την τρέλα μου... ΝΑΙ.. αρκουδάκι είσαι ΚΑΙ εσύ..
- Λευκό αρκουδάκι;
- Αν μπορέσω και συγκροτήσω τα νεύρα μου και δεν σε κάνω μαύρο στο ξύλο... ναι.. λευκό αρκουδάκι είσαι..
- Πολικό αρκουδάκι;
- ΝΑΙ ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ.. ΠΟΛΙΚΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΕΙΣΑΙ... γιατί κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις;
Και το αρκουδάκι...
- Δεν ξέρω ρε πατέρα.. αλλά εγώ κρυώνω!
Σε ένα ζωολογικό κήπο ήταν ένας πολύ θερμός ουραγκοτάγκος με αυξημένη libido.
Είχε δημιουργήσει πρόβλημα μέσα στο κλουβί του γιατί δεν είχε αφήσει απήδηχτο ούτε ουραγκοτάγκο, ούτε χιμπατζή, ούτε μαϊμού.
Προβληματισμένοι οι φύλακες προσπαθούν να βρουν μια λύση για να μην αρρωστήσουν τα ζώα από τη συνεχή εξάντληση, οπότε λέει ένας φύλακας:
- "Το βρήκα, θα τον πάμε στο κλουβί με τα λιοντάρια. Αποκλείεται να προσπαθήσει να πηδήξει τα λιοντάρια".
Πράγματι τον μεταφέρουν στο κλουβί με τα λιοντάρια, αλλά μάταια. Ο Ουραγκοτάγκος δεν χρειάστηκε παρά δέκα λεπτάκια για να κανονίσει όλα τα λιοντάρια τα οποία ξαπλώθηκαν φαρδιά-πλατιά από την ταλαιπωρία.
Απογοητευμένοι οι φύλακες του κήπου, σκέφτηκαν να προσπαθήσουν κάτι άλλο. Θα τον πάμε στις καμηλοπαρδάλεις. Κοντός ο Ουραγκοτάγκος, θεόψηλες αυτές, αποκλείεται να μπορέσει να τις κανονίσει.
Με το που τον βάζουν όμως στο κλουβί με τις καμηλοπαρδάλεις, μια και δυο σκαρφαλώνει ο ουραγκοτάγκος πάνω τους και αρχίζει να τις πηδάει μία-μία. Τα ίδια και με τους ελέφαντες, τα ίδια και με τις στρουθοκαμήλους. Οπότε δεν έμενα παρά μία λύση: να τον βάλουν στο κλουβί με τις ζέβρες.
Από τη στιγμή που το έβαλαν στο κλουβί με τις ζέβρες ο ουραγκοτάγκος καθόταν σε μία γωνία ανήσυχος, κοιτούσε προς τις ζέβρες και όλο κάτι μουρμούριζε. Οι φύλακες ενθουσιασμένοι που το κόλπο πέτυχε, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Οπότε πετάγεται ο ένας και λέει:
- "Θα πάω να ακούσω τι μουρμουρίζει εκεί που κάθεται". Πλησιάζει λοιπόν τον ουραγκοτάγκο και τον ακούει να λέει:
- "Πούστη γάιδαρε, που θα μου πας, δεν θα βγάλεις την πιτζάμα;"
Ο μπαμπάς καρχαρίας εκπαιδεύει τον νεαρό καρχαρία.
- Βλέπουμε τον άνθρωπο, απομακρυνόμαστε, σηκώνουμε πτερύγιο, πάμε αργά προς τα πάνω του, κάνουμε 2 περιστροφές αριστερόστροφες, απομακρυνόμαστε, επιστρέφουμε για άλλες 2 δεξιόστροφες, απομακρυνόμαστε και κάνουμε επίθεση.
Κατάλαβες; πες τα και εσύ.
- Εεε, ναι, τον βλέπουμε, σηκώνουμε πτερύγιο, 1 στροφή αριστερά.
1 δεξιά και τρώμε!
- Όχι, όχι.. πρόσεχε τα βήματα είναι σημαντικά ! Βλέπουμε τον άνθρωπο, απομακρυνόμαστε, σηκώνουμε πτερύγιο, πάμε αργά προς τα πάνω του, κάνουμε 2 περιστροφές αριστερόστροφες, απομακρυνόμαστε, επιστρέφουμε για άλλες 2 δεξιόστροφες, απομακρυνόμαστε και κάνουμε επίθεση. Κατάλαβες τώρα; πες τα και εσύ.
- Μμμ, ναι, τον βλέπω, σηκώνω πτερύγιο, 2 στροφές γύρω του και τρώμε !
- ΟΧΙ ! , ΟΧΙ !, προσπάθησε ξανά..
- Τον βλέπω.., πλησιάζω αργά.., κάνουμε.. 2 στροφές προς τα δεξιά... δεν τα θυμάμαι ρε μπαμπά είναι πολλά...
- E, τι να σου πω... φάτον με τα σκ@τά!