Μεσημεράκι, και στο σουβλατζίδικο "Στου Χαρχάν" να σου και μπαίνει μια πάπια.
- Πιασε δυο σουβλάκια και μια μπύρα!
- Ρε, συ, μια πάπια!
- Μπράβο, φίλε, απο όραση καλά πάμε!
- Και μιλάει!
- Και απο ακοή το ίδιο! Πιασε δυο σουβλάκια και μια μπύρα να τελειώνουμε!
- Αμέσως... Αλλά, ξέρεις δεν μού συμβαίνει κάθε μέρα να έχω πελάτη πάπια. Πώς απο δω;
- Δουλεύω στην οικοδομή απέναντι.
Και παίρνει τα σουβλάκια και την μπύρα, πληρώνει και φεύγει.
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε δυο βδομάδες. Και να, που μια μέρα έρχεται στην πόλη ένα τσίρκο. Και τυχαίνει ο αρχιτσιρκολάνος να κάνει μια στάση στο μαγαζί. Ο σουβλατζής δεν κρατιέται και το και το για την πάπια που μιλάει. Κι ο αρχιτσιρκολάνος:
- Να μού την στείλεις οπωσδήποτε, την χρειάζομαι!
Αμ έπος αμ έργων, με το που εμφανίζεται την άλλη μέρα η πάπια, λέει ο σουβλατζής.
- Σού βρήκα δουλειά που θα τα κονομήσεις καλά.
- Τι;
- Στο τσίρκο. ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ!
- Στο τσίρκο;
- Ναι, ντε, στο τσίρκο!
- Στο τσίρκο; Εκεί που έχουν την μεγάλη την τέντα; Και τα μεταλλικά κλουβιά με τα ζώα ; Και τα βαγόνια με τις λαστιχένιες ρόδες;
- Ναι
Η πάπια φαίνεται να τα χει κάπως χαμένα.
- Καλά, και τι μπορεί αυτοί να χρειάζονται έναν σοβατζή;
A guy wakes up one morning to find a gorilla in his tree. He looks in the phone book and finds a gorilla removal service.
When he asks if they can remove the gorilla, the service guy asks;
"Is it a male or female?"
"Male," he replies.
"Oh yeah, we can do it. Ill be right there," he states.
An hour later, the service guy shows up with a stick, a Chihuahua, a shotgun, and a pair of handcuffs. He then gives the man some instructions.
"Im going to climb this tree and poke the gorilla with the stick until he falls out of the tree. When he does, the trained Chihuahua will bite the gorillas testicles off. The gorilla will then cross his hands to protect himself, allowing you to put the handcuffs on him."
The man asks, "What do I do with the shotgun?"
The service guy replies, "If I fall out of the tree before the gorilla does, shoot the Chihuahua."
Οι... αρκουδες!
Δύο κυνηγοί αρκούδων συζητούν. "Πώς καταφέρνεις και τις πιάνεις τόσες αρκούδες;", ρωτά ο ένας. "Α, απλό, απλούστατο", λέει ο άλλος. "Οι αρκούδες είναι χαζές. Αρκεί να βρεις τη σπηλιά τους, μπαίνεις μέσα και φωνάζεις: Ουουουουου. Φωνάζει κι αυτή: Ουουουουου. Περιμένεις να πλησιάσει, να δεις καλά τα μάτια της να γυαλίζουν, σηκώνεις το όπλο, σημαδεύεις ανάμεσά τους και πυροβολείς! Αυτό είναι. Τέζα η αρκούδα".
"Μάλιστα", λέει ο άλλος και κατευθείαν, βγαίνει για κυνήγι και... ξυπνάει στο νοσοκομείο τσακισμένος! "Τι έπαθες, ρε;", του λέει ο φίλος του. "Ασε", λέει αυτός. "Βρίσκω, που λες, τη σπηλιά, μπαίνω μέσα και φωνάζω: Ουουουουου. Ακούω: Ουουουουου. Προχωράω και, όπως μου το χες πει, βλέπω τα μάτια να γυαλίζουν. Συγκινημένος, ξαναφωνάζω: Ουουουουου. Ξανακούω: Ουουουουου. Περιμένω και μόλις βλέπω τα μάτια της να πλησιάζουν πολύ, σηκώνω το όπλο, σημαδεύω, πυροβολώ και τότε... βγαίνει το τρένο!"
Ένας κύριος είχε στο σπίτι του έναν παπαγάλο. Μια μέρα παρήγγειλε πετρέλαιο για την πολυκατοικία. Του έτυχε όμως μια επείγουσα δουλειά και είπε στον παπαγάλο όταν κτυπήσουν το κουδούνι από την ΒP να τους ανοίξει και να τους πει να βάλουν 1 τόνο πετρέλαιο.
Πράγματι σε λίγο κτυπά το κουδούνι, ανοίγει ο παπαγάλος και λέει από το θυροτηλέφωνο στον υπάλληλο της ΒΡ:
"10 τόνους πετρέλαιο, 10 τόνους πετρέλαιο".
Όταν γύρισε ο κύριος μόνο που δεν έπαθε εγκεφαλικό βλέποντας το πετρέλαιο να έχει πλημμυρίσει την είσοδο της πολυκατοικίας, το κλιμακοστάσιο, το λεβητοστάσιο και να τρέχει στο δρόμο.
Βουτάει από το λαιμό το παπαγάλο και τον ρωτά έξαλλος:
"Πόσο πετρέλαιο τους είπες;"
"Παράγγειλα λίγο περισσότερο για να έχουμε, αφεντικό!", απαντά ο παπαγάλος.
Τον αρπάζει αυτός και για να μην τον πνίξει του ανοίγει τα φτερά και τον καρφώνει στον τοίχο.
"Εκεί θα μείνεις", του λέει, "Ακου 10 τόνους πετρέλαιο! 10 ώρες θα μείνεις κρεμασμένος μέχρι να καταλάβεις τι έκανες".
Ο παπαγάλος που από το φόβο του καθόταν κρεμασμένος χωρίς να μιλάει για ώρες, κάποια στιγμή κοιτάζει στον απέναντι τοίχο που ήταν κρεμασμένος ένας μεγάλος Σταυρός με τον Εσταυρωμένο και του λέει:
"Φαντάσου πόσους τόνους πετρέλαιο είχες παραγγείλει εσύ για να σ έχει τόσα χρόνια κρεμασμένο τ αφεντικό!".
Ο Οδυσσέας είναι ένα απαιτητικό γατί. Μόνιμα καθόταν στο κρεβάτι ενός νιόπαντρου ζευγαριού. Ο σύζυγος λοιπόν αποφασίζει να το πάρει και να το αφήσει κάπου μακριά, έτσι ώστε να μην γυρίσει. Έλα όμως που ο Οδυσσέας πάντα γυρίζει. Αυτό επαναλαμβάνεται αρκετές φορές και κάποια φορά αποφασίζει να τον πάει το γάτο κάπου πολύ μικρά. Στην επιστροφή λοιπόν αφού είχε αφήσει το γάτο αποφασίζει να γυρίσει. Αντιλαμβάνεται ότι έχει χαθεί και ο ίδιος. Δεν μπορεί να γυρίσει. Παίρνει τηλέφωνο την γυναίκα του και της λέει...
"Γυναίκα χάθηκα, είναι εκεί αυτό το πουστόγατο ο Οδυσσέας;"
" Εδώ είναι" του απαντά η σύζυγος.
"Δώσ το στο τηλέφωνο να μου πει πως θα γυρίσω..."
Κάποτε έψαχνε κάποιος αγρότης έναν νταβραντισμένο κόκορα για το κοτέτσι.
Αγοράζει έναν που έμοιαζε αρχοντικός. Μόλις μπαίνει στο κοτέτσι και βλέπει 180 κότες, κάνει κικιρίκου και ψοφάει. Αγοράζει άλλον, που έδειχνε αγέρωχος, μονομάχος κόκορας, με στιλπνό τρίχωμα. Μόλις μπαίνει στο κοτέτσι, κουτουπώνει 2 κότες, κάνει κικιρίκου και ψοφάει.
Απελπισμένος ο τύπος ξαναπηγαίνει στον έμπορο και του λέει:
"Ή μου δίνεις έναν άξιο κόκορα, η σ τα κάνω λαμπόγυαλα". Του δίνει ο έμπορας έναν κόκορα ξεπουπουλιασμένο και καχεκτικό, ένα πλάσμα στα πρόθυρα να πέσει κάτω. "Δεν ήθελα να σου τον δώσω γιατί είναι λίγο περίεργος, αλλά μια που τον ζητάς."
Παραξενεμένος ο τύπος τον βάζει στο κοτέτσι. Με το που βλέπει τις κότες ο κόκορας ξαφνικά γεμίζει αέρα, φουσκώνει, γουρλώνουν τα μάτια του, κάνει
ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ! και παίρνει αμπάριζα τρέχοντας τη μια μετά την άλλη κότα, ώσπου κάνει το γύρο και των 180 δυο φορές! Στα άχυρα είχανε μείνει κότες με ένα ηλίθιο χαμόγελο ευτυχίας.
Ανήσυχος ο αγρότης πάει να τον πιάσει, αλλά ο κόκορας του φεύγει από το κοτέτσι. Κυνηγώντας τον ο αγρότης, βλέπει το δρόμο σπαρμένο με ζωάκια που είχαν ηλίθιο βλέμμα ευτυχίας: γουρούνια, σκύλους, γάτες, γαϊδούρια, άλογα, πάπιες, χήνες, σκίουρους, αλεπούδες, ακόμα και χελώνες και σκαντζόχοιρους κι όλα τα ζωάκια του δάσους ανάσκελα!
Ώσπου μετά από λίγο, βλέπει τον κόκορα πεσμένο ανάσκελα, ημιθανή με τη γλώσσα έξω κι από πάνω του να φέρνουνε κύκλο 2-3 όρνια. Πανικόβλητος που χάνει τέτοιο απίστευτο ζώο, τρέχει κοντά του και τον παρακαλεί:
- Μη μου ψοφήσεις κι εσύ αρχηγέ!
Οπότε του απαντάει ο κόκορας:
- Μην κάνεις φασαρία γιατί θα μου φοβίσεις τα όρνια!