Skip to main content
Ένας εξερευνητής αιχμαλωτίζεται από μια άγρια φυλή της Αφρικής.
Την ώρα που τον έχουν δεμένο σε ένα πάσσαλο και τον ετοιμάζουν για το καζάνι, οι ανθρωποφάγοι ψάχνουν τις αποσκευές του και μέσα στο σακίδιο του ανακαλύπτουν λίγα κρεμμύδια. Τα πηγαίνουν στο βασιλιά τους και τα βρίσκει γευστικότατα. Διατάζει να του φέρουν τον εξερευνητή. Αυτός λέει στο βασιλιά πως το κρεμμύδι είναι ένα θαυμάσιο έδεσμα, πολύ ωφέλιμο, πολύ νοστιμο, που μόνο οι βασιλιάδες το τρώνε και πως μπορεί να εφοδιάσει τη φυλή του με άφθονα κρεμμύδια αν τον αφήσουν ελεύθερο.
Σε λίγους μήνες ο εξερευνητής είχε καλλιεργήσει με τη βοήθεια των ιθαγενών σε πολλά από τα χωράφια του χωριού κρεμμύδια. Ενθουσιασμένος ο βασιλιάς τον αφήνει ελεύθερο να επιστρέψει στην πατρίδα του και μάλιστα του δίνει και ένα σακί χρυσάφι!
Γυρίζοντας στη πατρίδα του, πιο σοφός και πιο πλούσιος, ο εξερευνητής διηγείται στους φίλους του την περιπέτειά του. Ένας από αυτούς, θέλοντας κι αυτός να γίνει πλούσιος, έχει την ιδέα να πάει eθελοντικά στους ιθαγενείς και να τους προσφέρει ένα άλλο άγνωστο φαγητό: σκόρδο
Πραγματικά φορτώνει σακιά σκόρδο και τα πηγαίνει στο βασιλιά τους. Ο βασιλιάς ενθουσιάζεται, τον συγχαίρει, και του λεει:
- Θα σου δώσω ένα ανεκτίμητο δώρο που μόνο οι βασιλιάδες το έχουν.
Και του δίνει ένα σακί κρεμμύδια...
Ήταν 4 φίλοι, που πήγαιναν για κυνήγι, για πολλά χρόνια.
Φέτος, δύο μέρες πριν αναχωρήσουν, η γυναίκα του ενός, του Γιάννη, πατάει πόδι και του λέει ότι:
"Δεν θα πάς!"
Οι άλλοι τρεις θύμωσαν, απογοητεύτηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και τίποτα.
Σε δύο μέρες, που έφθασαν στον προορισμό τους, βλέπουν τον Γιάννη (!) να έχει στήσει σκηνή, είχε μαζέψει ξύλα και ανάψει φωτιά, και είχε έτοιμο και το φαγητό !
- Καλά ρε φίλε, του λέει ο Κώστας, πόση ώρα είσαι εδώ?
- Για να σας πω την αλήθεια, λέει ο Γιάννης, ήρθα χθες το βραδάκι.
- Και πως έγινε αυτό; του λένε.
- Να, χθες το απογευματάκι, καθόμουν στην πολυθρόνα και έβλεπα τηλεόραση, όταν ήρθε η γυναίκα μου από πίσω, μου κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και με ρώτησε:
- "Μάντεψε, ποιος είναι;"
Της τράβηξα τα χέρια και φορούσε ένα ολοκαίνουριο σέξι νεγκλιζέ!. Με τράβηξε στο υπνοδωμάτιο, το οποίο είχε στολίσει με ροδοπέταλα και είχε ανάψει κεριά! Στο κρεβάτι, είχε χειροπέδες και σχοινιά. Μου είπε να την δέσω στο κρεβάτι, και όταν το έκανα μου είπε:
- Κάνε ότι γουστάρεις!
Να ‘μαι κι εγώ εδώ! Ήρθα!
Εύπορη αλλά μοναχική κυρία δημοσιεύει αγγελία ζητώντας σύντροφο:
- «Κυρία σεβαστής ηλικίας με αμύθητα πλούτη ζητά κύριο να τη συντροφέψει στο υπόλοιπο της ζωής της ο οποίος θα τηρεί τις εξής 3 προϋποθέσεις:
1. Δε θα την εγκαταλείψει ποτέ,
2. Δε θα την χτυπήσει ποτέ,
3. Στο κρεβάτι θα είναι ταύρος.
Η αγγελία δημοσιεύεται, η κυρία περιμένει 1 εβδομάδα, 1 μήνα, 1 εξάμηνο, 1 χρόνο. Έχει πια απελπιστεί:
- «Τι να τα κάνω τα πλούτη όταν δεν έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου! Θα με φάει η μαύρη μοναξιά!».
Κι ενώ η κυρία μοιρολογεί χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Η κυρία ακούει το κουδούνι και τρέχει να ανοίξει. Έκπληκτη αντικρίζει έναν κύριο σε αναπηρικό καρότσι.
- Γεια σας, λέει ο κύριος. «Ήρθα για την αγγελία!».
Η κυρία μένει έκπληκτη αλλά προσπαθεί να φανεί ψύχραιμη.
- Δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά υπήρχαν και κάποιες προϋποθέσεις.
- Το γνωρίζω.
- Ναι, αλλά χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, εσείς δεν έχετε πόδια.
- Aρα δεν πρόκειται να φύγω ποτέ μακρυά σας.
- Ε, ναι. Ίσως έχετε δίκιο αλλά και πάλι χωρίς να θέλω να σας στενοχωρήσω εσείς δεν έχετε ούτε χέρια.
- Aρα δεν πρόκειται ποτέ να σας χτυπήσω!
- Ίσώς έχετε και πάλι δίκιο αλλά δεν ξέρω αν προσέξατε ότι υπήρχε και τρίτη προϋπόθεση!
- Το πρόσεξα, κυρία μου, αλλά αν προσέξατε κι εσείς κατάφερα και χτύπησα το κουδούνι της πόρτας.