Είναι ένα μικρό κορίτσι 10-12 χρόνων που έχει κάποιο γυναικολογικό πρόβλημα και η μαμά του το στέλνει σε ένα καλό γυναικολόγο που είναι και φίλος της οικογένειας.
- Πήγαινε, της λέει, ο γιατρός είναι φίλος και θα σε προσέξει κάπως περισσότερο. Θα τον πληρώσω εγώ μόλις συναντηθούμε. Το κορίτσι πηγαίνει και σε 1-2 ώρες γυρίζει. Η μητέρα της την ρωτάει:
- Τι έγινε τελικά, πήγες στο γιατρό; - Πήγα καλέ μαμά... απαντά το κορίτσι.
- Ωραία, και τι έγινε; επιμένει η μητέρα.
- Να καλέ μαμά, με εξέτασε ο γιατρός και μου είπε ότι δεν έχω τίποτα.
- Βρε, της λέει η μητέρα, εγώ για αυτό σε έστειλα; Για να μου λες ότι δεν έχεις τίποτα; Θέλω να μου πεις με λεπτομέρειες... πως σε εξέτασε, τι σου είπε κλπ... Για αυτό νομιζεις πληρωνω εγω τους γιατρους...; Το κορίτσι... κάπως φοβισμένο της λέει.
- Ννννα καλέ μαμά, ο γιατρός με εξέτασε κανονικά και μου είπε ότι... έχω μια κλειτορίδα σαν... Πεπόνι! - Τι έκανε λέει; ξαναλέει η μαμα. Τι εννοεί δηλαδή σαν πεπόνι,... μεγάλη σαν πεπόνι; - Οοοχι καλέ μαμά... Γλυκιά σαν πεπόνι... μου είπε ο γιατρός!
Κάποτε δύο φίλοι ξαναβρίσκονται μετά από πολλά χρόνια. Έχουν ήδη γίνει πατεράδες κι έχουν κόρες της παντρειάς. Μετά λοιπόν από τα πρώτα τι κάνεις, παντρεύτηκες, κλπ. αρχίζει ο διάλογος:
- Τι γίνεται έχεις παιδιά;
- Αμέ έχω μία κόρη 23 ετών λέει αυτός.
- Παντρεμένη; Ρωτάει ο άλλος.
- Α! Που να στα λέω. Έγινε ένας γάμος κάτσε καλά. Τρεις μέρες γλεντούσαμε και χορεύαμε. Έπρεπε να ήσουν εκεί.
- Μπράβο, μπράβο, λέει ο άλλος.
- Αλλά δυστυχώς χώρισε μέσα σ ένα χρόνο λέει ο πατέρας.
- Τι κρίμα! λέει ο άλλος.
- Α! σε έξι μήνες ξαναπαντρεύτηκε. Λέει ο πατέρας. Έγινε ένας γάμος ιστορικός. Κράτησε μία βδομάδα. Καιρό είχε να δει ο κόσμος τέτοιο γλέντι.
- Σώπα λέει ο άλλος. Τουλάχιστον πρόκοψε; Ρωτάει.
- Μπα σε έξι μήνες ξανά χώρισε.
- Κρίμα ρε παιδί μου.
- Α! Κανένα πρόβλημα. Ξαναπαντρεύτηκε. Κι έγινε ένας γάμος που κράτησε δέκα μέρες. Εκεί να ήσουν να έβλεπες γλέντια. Ο κόσμος ακόμα μιλάει. Και συνεχίζει: Αλήθεια εσύ έχεις παιδιά;
- Ναι έχω μία κόρη. Λέει ο δεύτερος.
- Και τι δουλειά κάνει; Ρωτάει ο άλλος.
- Ε! και η δικιά μου που***α έγινε αλλά δεν το γλεντήσαμε τόσο!
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας τύπος που τον είχε 60 πόντους.
Επειδή όμως οι 60 πόντοι του ήταν κάπως ενοχλητικοί (τύλιγμα γύρω από τη μέση κλπ.) ήθελε να κοντίνει τον πούτσο του. Πήγε σε γιατρούς, χειρούργους, αφροδισιολόγους... Τίποτα! Μια μέρα όμως εκεί που συζητούσε το πρόβλημα με έναν γιατρό, του λέει ο γιατρός:
- Αφού εμείς δεν μπορούμε να σε εξυπηρετήσουμε γιατί δεν δοκιμάζεις τίποτε άλλο;
- Δηλαδή γιατρέ;
- Να... Υπάρχει ένας μάγος σε μια φυλή της Αφρικής που κάνει θαύματα. Δεν χάνεις τίποτε να δοκιμάσεις. Ενθουσιασμένος ο τύπος και ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού πηγαίνει στην Αφρική. Μετά από μέρες ψαξίματος στη ζούγκλα βρίσκει επιτέλους την φυλή που ήταν ο μάγος. Μπαίνει στην σκηνή του μάγου κάθεται και του λέει το πρόβλημα.
- Aκου, λέει ο μάγος, στο ποτάμι δίπλα από το χωριό μας υπάρχει ένας βάτραχος με κόκκινο κεφάλι. Αν τον ρωτήσεις βάτραχε θες να σε γα**σω θα γίνει το εξής: Αν ο βάτραχος πει ναι μεγαλώνει 10 πόντους... Αν πει όχι μικραίνει 10. Χαρούμενος ο τύπος πηγαίνει το άλλο πρωί στο ποτάμι και όντως βλέπει τον βάτραχο με το κόκκινο κεφάλι. Πλησιάζει δήθεν αδιάφορα και ρωτάει:
- Ε βάτραχε... Θες να σε γα**σω;
- ΟΧΙ, λέει ο βάτραχος και ξαφνικά ο τύπος βλέπει το κλαρίνο του να μπαίνει 10 πόντους. Κάνει μια βόλτα και ξαναρωτάει.
- Ε βάτραχε... Θες να σε γα**σω;
- ΟΧΙ! Βλέπει το πουλί του 40 πόντους, μες τη χαρά ο τύπος. Εισπράτει αργότερα ακόμα ένα όχι και τώρα πια είναι στους 30. Όπως όμως το κοίταγε σκέφτηκε ότι οι 40 ήταν καλοί και αποφασίζει να το ριψοκινδυνεύσει σκεφτόμενος ότι (40... Αλλά και οι 20 καλοί είναι). Πλησιάζει πάλι το βάτραχο δήθεν αμέριμνος:
- Ε βάτραχε... Θες να σε γα**σω;
- Αφού σου είπα ρε φίλε... ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ!
Μετά τον γάμο, μαζεύονται οι συγγενείς στο σπίτι του γαμπρού για το τραπέζι. Δίπλα στους νεόνυμφους κάθεται η γιαγιά της νύφης και ο σκύλος της ο Έκτορας κάθεται κοντά στον γαμπρό. Κάποια στιγμή λέει ο γαμπρός στην νύφη:
- Γυναίκα δεν αντέχω άλλο, δεν κρατιέμαι, θέλω να κλάσω...
- Τι να σου πω άντρα μου, θα σε ακούσουν, αλλά αν είναι να μου σκάσεις πρώτη νύχτα γάμου... κλάσε και μετά κάνε τον κινέζο.
Την αμολάει λοιπόν και μετά κάνει ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Ακούει την πορδή η γριά και φωνάζει στον σκύλο:
- Έκτωρα φύγε!
Χαίρεται λοιπόν ο γαμπρός ότι η γριά πιστεύει ότι είναι ο σκύλος που τις αφήνει. Μετά από λίγο, την αμολάει ξανά..
Ξαναφωνάζει η γριά:
- Έκτωρα δεν ακούς; Φύγε!
Δεν πρόλαβαν να περάσουν 2 λεπτά και ο γαμπρός ρίχνει μια κλανιά που εκτός ότι βρωμίζει όλο το τραπέζι, ακούγεται και πολύ δυνατά. Αυτή τη φορά όμως η γριά δεν αντέχει και φωνάζει στον σκύλο:
- Έκτωρα φύγεεεεε! τι περιμένεις; να σε χέσει;
- Ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο κάνοντας μια κρουαζιέρα παθαίνει ένα μεγάλο ρήγμα και βουλιάζει στην μέση του ατλαντικού. Από το πλοίο σώθηκαν ένας πειραιώτης και ένας πόντιος με την γυναίκα του.
- Κολυμπώντας λοιπόν μετά από αρκετή ώρα βρίσκουν ένα μικρό νησάκι με ένα φοίνικα μεγάλο στη μέση.
- Αφού συνήλθαν λίγο, λέει ο πειραιώτης στο πόντιο, ρε συ ξέρεις τι θα κάνουμε;θα ανεβαίνουμε στον φοίνικα με βάρδιες και θα βλέπουμε αν έρχεται κανένα καράβι μπας και σωθούμε εντάξει; Εντάξει λέει ο πόντιος. Πάω εγώ πρώτος λέει ο πειραιώτης, ανεβαίνει πάνω λοιπόν και άρχισε να κοιτάει βάζοντας το χέρι πάνω από τα μάτια του.
- Σε μια στιγμή κοιτάει κάτω που ήτανε οι άλλοι και φωνάζει του πόντιου, ρε συ τι κανείς γ**ας ρε και εγώ κοιτάω να σωθούμε, όχι ρε του λέει ο πόντιος, πλάκα κάνεις; Απλώς μιλάμε( και όντως δεν έκανε τίποτα ο πόντιος απλώς μιλάγανε), "καλά" του λέει ο πειραιώτης και συνεχίζει να κοιτάει το πέλαγος. Σε λίγο κοιτάει πάλι κάτω, και φωνάζει πάλι στο πόντιο, ρε μαλακά πλάκα μου κάνεις αφού την γ**ας στραβός είμαι;Έλα πανάγια μου λέει ο πόντιος μα αφού μιλάμε σου λέω δεν κάνω τίποτα. Aσε ρε τις μαλακίες αφού τη γ**ας! Κατεβαίνω κάτω του λέει.
- Κατεβαίνει κάτω λοιπόν και λέει του πόντιου ανέβα εσύ τώρα και σοβαρέψου αν θες να σωθούμε. Πράγματι με σκυφτό το κεφάλι ο πόντιος ανέβηκε στο φοίνικα. Μέσα σε λίγα λεπτά ο πειραιώτης έχει ψήσει την πόντια και της έχει βγάλει τα ρούχα και τη πη**ει.
- Ο πόντιος που κοίταγε για καράβι κοιτάει κάτω και με γουρλωμένα μάτια φωνάζει του πειραιώτη,
- Ρε μαλάκα έχεις δίκιο, ρε από δω πάνω σαν γα**σι φαίνεται.
Ήταν μια φορά ένα ζιγκολό που την είχε πενήντα (50) πόντους και χρέωνε με τον πόντο. Ο κάθε πόντος πήγενε 10.000 δρχ. Δηλαδή σου έβαζε 30 πόντους, πλήρωνες 30.000. Αν σου έβαζε 40 πόντους, πλήρωνες 40.000 δρχ. κ. Ο. Κ. Ήταν λοιπόν μια κοπέλα που τον γούσταρε πολύ αλλά δεν είχε λεφτά. Τόσες φορές τον είχε παρακαλέσει αλλά εκείνος ήταν ανένδωτος:
"Τζάμπα δε γ**ώ". Το βάζει λοιπόν σκοπό η κοπέλα, και αρχίζει να κάνει οικονομίες. Όταν είχε μαζέψει 10.000 πάει και τον βρίσκει, του δίνει τα λεφτά, "παίρνεις δέκα πόντους με αυτά τα χρήματα".
"Εντάξει" του λέει αυτή, συμβιβάζεται αφού δεν είχε άλλα λεφτα. Πάνε λοιπόν, για να το κάνουν.
Γδύνετε η κοπέλα, βγάζει ο τύπος τη μαλαπέρδα. Μετράει δέκα πόντους και βάζει σημάδι με το μαρκαδόρο, και τσουπ της τη βάζει. Δέκα πόντους, ούτε χιλιοστό παραπάνω. Εκει λοιπόν που το κάνανε, τρώει μια γλίστρα ο τυπάς, και τη βάζει κατά λάθος μέσα όλη!
"ΑΑΧΧ ! Το μο**ί μου!" ουρλιάζει η λεγάμενη! "Ποιό μου** σου μωρέ... εδώ πάθαμε 40.000 ζημιά..!"