Skip to main content
Ήταν ένα ζευγάρι αγροτών. Και είχαν πολλές δουλειές.
Το πρωί σηκώνεται η σύζυγος και λέει:
- Σήκω Μήτσο μου, να πάμε στο χωράφι.
- Δεν μπορώ, δεν είμαι καλά, έχω ΗΤΑ ένα - ΝΙ ένα (H1N1 η νέα γρίπη).
Το επόμενο πρωί πάλι σηκώνεται η σύζυγος και λέει:
- Σήκω Μήτσο μου, να πάμε στο χωράφι, είσαι καλά;
- Δεν μπορώ, δεν είμαι καλά, έχω ΗΤΑ ένα - ΝΙ ένα.
Το μεθεπόμενο πρωί πάλι σηκώνεται η σύζυγος και λέει:
- Σήκω Μήτσο μου, να πάμε στο χωράφι, πρέπει να μαζέψουμε ελιές.
- Δεν μπορώ, δεν είμαι καλά, έχω ΗΤΑ ένα - ΝΙ ένα, πάρε αλβανούς.
Την άλλη μέρα η σύζυγος ήταν πτώμα στην κούραση.
Σηκώνεται ο σύζυγος υγιής και ορεξάτος.
- Σήκω Παγώνα μου να να πάμε στο χωράφι.
- Δεν μπορώ, είμαι πτώμα, ΗΤΑΝ πέντε, ΜΝΙ ένα.
Η κυρία είναι στο κρεβάτι με τον εραστή της. Ξαφνικά ακούν το αυτοκίνητο του συζύγου να παρκάρει έξω απ το σπίτι. Ο εραστής τρέχει πανικόβλητος να κρυφτεί. Η κυρία, πιο ψύχραιμη, του λέει:
- Πήγαινε στη γωνία και κάτσε ακίνητος!
- Μα...
- Δεν έχει μα! Κάτσε εκεί που σου λέω!
Πηγαίνει στο μπάνιο και φέρνει baby-oil και ταλκ. Τον πασαλείβει με το λάδι, τον πασπαλίζει ολόκληρο με ταλκ και του λέει:
- Κάτσε ακίνητος και κάνε το άγαλμα!
- Μα...
- Κάνε το άγαλμα, που σου λέω, αλλιώς μας έσφαξε και τους δυο!
Μπαίνει ο σύζυγος και βλέπει το "άγαλμα".
- Τι είναι αυτό Μαρία;
- Α, τίποτε! Είχα πάει στους Παπαδοπουλαίους το Σαββατοκύριακο κι είχαν ένα τέτοιο άγαλμα και το ζήλεψα. Δεν σε πειράζει που πήρα κι εγώ ε;
- Α μπα, τι να με πειράξει;
Έκατσαν, έφαγαν, είδαν τηλεόραση και κάποια στιγμή έπεσαν για ύπνο. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο, φτιάχνει ένα σάντουιτς, παίρνει και μια μπύρα και πάει στο "άγαλμα".
- Έλα ρε, φάε, πιες!
Ο εραστής παγώνει απ το φόβο του.
- Έλα ρε, φάε κάτι! Εγώ τρεις μέρες έκανα το άγαλμα στους Παπαδοπουλαίους κι ούτε ένα ποτήρι νερό δεν μου δωσαν!
Ένας άντρας βλέπει την γυναίκα του να φοράει ένα πανάκριβο δαχτυλίδι:
- Ρε γυναίκα, που το βρήκες το δαχτυλίδι;
- Που να στα λέω άνδρα μου, πήγα για καφέ, και στο μπάνιο που πήγα να πλύνω τα χέρια μου, βρήκα αυτό το δαχτυλίδι ακουμπισμένο στον νεροχύτη. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, χαζή δεν είμαι, το πήρα το δαχτυλίδι.
Μετά από καμιά βδομάδα ο άνδρας βλέπει την γυναίκα να φοράει μία πανάκριβη γούνα.
- Ρε γυναίκα, που βρήκες την γούνα; Αυτή είναι πανάκριβη!
- Που να στα λέω, άνδρα μου. Πήγα σε ένα εστιατόριο και μόλις έφευγα μου έδωσαν αυτήν την γούνα αντί για την δική μου. Ε, χαζή είμαι; Την πήρα και έφυγα!
- Τί να σου πω, ρε γυναίκα; Εγώ μόνο ένα σώβρακο βρήκα στο μπάνιο, και αυτό μου ήταν μικρό.