Ο Μήτσος καθόταν στο τραίνο και απέναντι καθόταν μια ξανθιά κούκλα που φορούσε ένα μίνι.
Όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να μην κοιτάει.
Με πολύ χαρά ανακάλυψε ότι δεν φορούσε εσώρουχο.
Όταν τον κατάλαβε η ξανθιά του λέει:
- Κοιτάς το μ... μου;
- Ναι, με συγχωρείς, αλλά ...
- Καλά, κοίτα, έχει πολλά ταλέντα, θα σου στείλει ένα φιλάκι
Πράγματι το μ... του στέλνει ένα φιλάκι.
Ο Μήτσος έκπληκτος θέλει να μάθει τι άλλο μπορεί να κάνει.
- Μπορεί ακόμα να ανοιγοκλείνει σαν μάτι.
Ο τύπος παρακολουθεί έκθαμβος να το κάνει.
- Έλα κάτσε δίπλα μου, του λέει.
Φυσικά ο Μήτσος δέχεται.
Τότε του λέει η ξανθιά:
- Μπορείς να βάλεις δυο δάκτυλα μέσα;
Και απαντά τρελαμένος:
- Μα τι λες; Μπορεί και να σφυρίζει;
Η κυρία είναι στο κρεβάτι με τον εραστή της. Ξαφνικά ακούν το αυτοκίνητο του συζύγου να παρκάρει έξω απ το σπίτι. Ο εραστής τρέχει πανικόβλητος να κρυφτεί. Η κυρία, πιο ψύχραιμη, του λέει:
- Πήγαινε στη γωνία και κάτσε ακίνητος!
- Μα...
- Δεν έχει μα! Κάτσε εκεί που σου λέω!
Πηγαίνει στο μπάνιο και φέρνει baby-oil και ταλκ. Τον πασαλείβει με το λάδι, τον πασπαλίζει ολόκληρο με ταλκ και του λέει:
- Κάτσε ακίνητος και κάνε το άγαλμα!
- Μα...
- Κάνε το άγαλμα, που σου λέω, αλλιώς μας έσφαξε και τους δυο!
Μπαίνει ο σύζυγος και βλέπει το "άγαλμα".
- Τι είναι αυτό Μαρία;
- Α, τίποτε! Είχα πάει στους Παπαδοπουλαίους το Σαββατοκύριακο κι είχαν ένα τέτοιο άγαλμα και το ζήλεψα. Δεν σε πειράζει που πήρα κι εγώ ε;
- Α μπα, τι να με πειράξει;
Έκατσαν, έφαγαν, είδαν τηλεόραση και κάποια στιγμή έπεσαν για ύπνο. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο, φτιάχνει ένα σάντουιτς, παίρνει και μια μπύρα και πάει στο "άγαλμα".
- Έλα ρε, φάε, πιες!
Ο εραστής παγώνει απ το φόβο του.
- Έλα ρε, φάε κάτι! Εγώ τρεις μέρες έκανα το άγαλμα στους Παπαδοπουλαίους κι ούτε ένα ποτήρι νερό δεν μου δωσαν!