Δημοφιλή ανέκδοτα

Ήταν κάποτε μια ξανθιά σε ένα αεροπλάνο. Έρχεται τότε μια κυρία και της ζητά το εισιτήριο της. Αυτή της το δίνει και η κυρία της λέει:
- Πρέπει να πάτε στη τελευταία θέση.
Και η ξανθιά της απαντά:
- Εγώ είμαι σταρ και πάω στην Νέα Υόρκη.
Φεύγει τότε η κυρία και πάει σε έναν υπεύθυνο και του λέει:
- Εκεί είναι μια κυρία που δεν θέλει να πάει στη θέση της.
Αυτός πηγαίνει τότε στη ξανθιά και της λέει:
- Πρέπει να πάτε στη τελευταία θέση.
Και η ξανθιά απαντά:
- Εγώ είμαι σταρ και πάω στην Νέα Υόρκη.
Πηγαίνουν τότε στον κυβερνήτη και του λένε τι συμβαίνει. Και αυτός απαντά:
- Αφήστε... Εγώ γυναίκα ξανθιά και ξέρω τι να κάνω.
Πηγαίνει τότε στην ξανθιά και της ψιθυρίζει κάτι. Αμέσως αυτή τρέχει και κάθεται στη σωστή θέση.
Έκπληκτοι και οι δυο τον ρωτούν τι της ψιθύρισε. Και αυτός απαντά:
- Ότι η πρώτη θέση δεν πάει στην Νέα Υόρκη!
Ο Κωστίκας κι ο Γιωρίκας πάνε στη ζούγκλα να πιάσουν μαϊμούδες. Ακολουθούν την εξής ανορθόδοξη μέθοδο: Ο Κωστίκας απ το έδαφος πετάει πέτρες στις μαϊμούδες, για να πέσουν κάτω κι ο Γιωρίκας ανεβαίνει στο δέντρο και κουνάει τα κλαδιά, μπας και πέσει κάτω καμιά μαϊμού.
Μόλις τα καταφέρουν και πέσει η μαϊμού στο έδαφος, τρέχει ο σκύλος που χουν μαζί τους, τη μαγκώνει, τη γαμάει (δεν έχω καταλάβει γιατί) και την πετάει σ ένα κλουβί, ο Κωστίκας κλείνει την πόρτα του κλουβιού και ξαναρχίζουν την ίδια διαδικασία.
Όταν είχαν μαζευτεί καμιά τριανταριά, αποφάσισαν να πάνε για το σπίτι. Στο δρόμο όμως βλέπουν πάνω σ ένα δέντρο μια πολύ σπάνια μαϊμού. Αποφασίζουν να την πιάσουν. Ο Κωστίκας αρχίζει να πετάει πέτρες. Ο Γιωρίκας ανεβαίνει στο δέντρο και αρχίζει να κουνάει τα κλαδιά. Η μαϊμού δεν πέφτει όμως. Ο Γιωρίκας ανεβαίνει πιο ψηλά, σε πιο λεπτά κλαδιά και η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη. Σε μια στιγμή βάζει τις φωνές.
- Κωστίκα, έχεις το τουφέκι;
- Ναι, ρε, το χω.
- Είναι γεμάτο και οπλισμένο; ξαναρωτάει ο Γιωρίκας.
- Ναι, οπλισμένο είναι αλλά δε θέλουμε να τη σκοτώσουμε! του απαντάει ο Κωστίκας.
- Να είσαι έτοιμος, λέει ο Γιωρίκας. ?μα πέσω εγώ, σκότωσε το ... σκύλο!
Ήτανε ένας τύπος που ήθελε να γίνει μοναχός . Πάει λοιπόν σε ένα μοναστήρι και μιλάει με τον ηγούμενο και του λέει τι θέλει .
- Εμείς εδώ τηρούμε αυστηρά τον κανόνα της σιωπής τέκνων μου .
- Δηλαδή τι ;
- Να μιλάμε μια φορά κάθε 25 χρόνια και να λέμε 2 με 3 λέξεις !
- Τι ; Μα πως ;
- Είναι εθελούσια η είσοδος τέκνων μου κανείς δεν σε πιέζει .
- Καλά λέει ο τύπος και εισέρχεται στην μονή .
Μετά από 25 χρόνια πάει ο τύπος στον ηγούμενο και του λέει :
- Φαΐ μάπα !
- Εντάξει λέει ο ηγούμενος, θα το φροντίσουμε .
Μετά από 25 χρόνια πηγαίνει πάλι στον ηγούμενο και λέει :
- Κρεβάτι σκληρό !
- Μην ανησυχείς τέκνων μου θα το φροντίσουμε .
Μετά και την τρίτη 25ετία πηγαίνει πάλι στον ηγούμενο και του λέει :
- Εγώ φεύγω !
Και απαντά ο ηγούμενος :
- Να φύγεις ρε ! Μας έχεις πρήξ** με την γκρίνια σου !
Ένας Πόντιος, ένας Αμερικανός, και ένας Γάλλος, Δραπέτευσαν από τις φύλακες ανδρών.
Εκεί που τρέχανε βρεθήκανε σε ένα δάσος και ανεβαίνουνε ο καθένας σε ένα δέντρο να κρυφτούνε .
Όταν οι τρεις αστυνομικοί ψάχνοντας φτάσανε στο δάσος, πηγαίνουνε κάτω από το δέντρο όπου είχε ανέβει ο Γάλλος και λένε:
- «Ξέρουμε
Ότι είσαι εκεί πάνω, Κατέβα κάτω.»
Ο Γάλλος σκέφτεται γρήγορα και λέει:
- «Τουίτ, Τουίτ, Τουίτ.»
Οι αστυνομικοί σκέφτονται «είναι ένα πουλί» και πηγαίνουνε στο άλλο δέντρο όπου είχε ανέβει ο Αμερικανός.
Και λένε:
- «Ξέρουμε ότι είσαι εκεί πάνω, Κατέβα κάτω.»
Ο Αμερικανός και αυτός σκέφτεται γρήγορα και λέει:
- «Γούού, Γούού, Γούού.»
Οι αστυνομικοί σκέφτονται «είναι μια Κουκουβάγια» και πηγαίνουνε στο άλλο δέντρο όπου ήταν ο Πόντιος.
Και πάλι λένε: :
- «Ξέρουμε ότι είσαι εκεί πάνω, Κατέβα κάτω.»
Ο Πόντιος σκέφτεται για λίγο . . . και λέει ««Μπέέέεε, Μπέέέεε, Μπέέέεε.»
Στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης φτάνουν στην Νέα Υόρκη ένα Κινέζος, ένας Νέγρος και ένας Πόντιος και συναντιούνται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Καθώς δεν έχουν αρκετά λεφτά αποφασίζουν να νοικιάσουν μαζί ένα δωμάτιο και από την επομένη να ψάξουν για δουλειά.
Πράγματι την επόμενη μέρα φεύγουν και οι τρεις για να βρουν δουλειά και επιστρέφουν αργά το απόγευμα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
- Τι έγινε Κινέζε, βρήκες δουλειά, τον ρωτάνε οι δύο άλλοι.
- Οι άτιμοι όπου και να πήγα με διώχνανε και μου λέγανε: έξω από δω παλιοσχιστομάτη. Τζίφος βρε παιδιά.
- Εσύ Νέγρο;
- Τα ίδια και χειρότερα, δεν φτάνει που με βρίζανε με διώξανε στην κυριολεξία και με τις κλωτσιές, οι άτιμοι.
- Εγώ παιδιά τα κατάφερα λέει ο Πόντιος και αύριο πιάνω δουλειά σε ένα εστιατόριο. Μόνο βρε Κινέζε είδα ότι έχεις ρολόι. Σε παρακαλώ μπορείς να με ξυπνήσεις στις 4 το πρωί για να ετοιμαστώ;
- Φυσικά του λέει ο Κινέζος.
Πάει για ύπνο ο Πόντιος αλλά οι δύο άλλοι ζοχαδιασμένοι που δεν βρήκαν δουλειά σκεφτόντουσαν τι να του κάνουν.
- Το βρήκα λέει ο Νέγρος και ανοίγει τη σόμπα παίρνει τις στάχτες και αρχίζει να πασαλείβει τον Πόντιο στο πρόσωπο και τα χέρια. Κατράμι ο Πόντιος.
Κατά τις 4 ο Κινέζος ξυπνά τον Πόντιο και του λέει "άντε σήκω ώρα για δουλειά".
Ευχαριστώ λέει ο Πόντιος, σηκώνετε και πάει για κατούρημα.
Καθώς ξαλάφρωνε κοιτά στον καθρέφτη, γουρλώνει τα μάτια και λέει όλο θυμό :
"Ρε τον π**στη τον Κινέζο τον μα**κα τον Νέγρο ξύπνησε!"