Δημοφιλή ανέκδοτα

Ένας τεξανός, ήθελε από καιρό να πάει για ψάρεμα σε πάγο. Είχε δει πολλά ντοκυμαντέρ σχετικά, είχε διαβάσει βιβλία, γράφτηκε συνδρομητής σε περιοδικά.
Αγόρασε λοιπόν και το σχετικό εξοπλισμό και την έκανε για την κοντινότερη παγωμένη λίμνη. Στερεώνει την ειδική καρέκλα του, βγάζει το ειδικό καλάμι του και φυσικά και το ειδικό πριόνι και ετοιμάζεται να κόψει μια τρύπα στον πάγο.
Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από τον ουρανό:
- Δεν εχει ψαρια κατω απο τον παγο.
Μένει κόκκαλο ο τύπος. Κοιτάει γύρω δεν βλέπει κανέναν. Ανοίγει το θερμός του, βάζει λίγο καφέ και ξαναξεκινάει να κάνει την τρύπα. Πάλι ακούγεται η φωνή:
- Δεν υπαρχουν ψαρια κατω απο τον παγο.
Ο τεξανός τα έχει παίξει κανονικά, κοιτάει προς τον ουρανό και λέει:
- Εσύ είσαι Κύριε;
Και η φωνή απαντάει:
- Ο επιστατησ του παγοδρομιου ειμαι ρε βλακα!
Όταν ήμουν 14 χρονών, ήλπιζα ότι μια μέρα θα βρω ένα κορίτσι.
Οταν έγινα 16 βρήκα ένα κορίτσι, αλλά δεν είχε καθόλου πάθος, κι έτσι αποφάσισα ότι χρειάζομαι ένα κορίτσι με πάθος για ζωή.
Στο κολέγιο έβγαινα ραντεβού με ένα παθιάρικο κορίτσι, αλλά παραήταν συναισθηματική. Όλα μαζί της ήταν μία κατάσταση εκρηκτική. Ήταν μελοδραματική, έκλαιγε όλη μέρα και με απειλούσε με αυτοκτονίες. Έτσι αποφάσισα ότι χρειάζομαι ένα κορίτσι με συναισθηματική σταθερότητα.
Όταν έγινα 25 βρήκα ένα πολύ σταθερό κορίτσι, αλλά ήταν βαρετή. Ήταν απόλυτα προβλέψιμη και δεν την ενθουσίαζε τίποτα. Η ζωή μου μαζί της ήταν τόσο ανιαρή που αποφάσισα ότι χρειάζομαι ένα κορίτσι γεμάτο με ενθουσιασμό για ζωή.
Όταν έγινα 28 βρήκα ένα ενθουσιώδες κορίτσι, αλλά δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τους ρυθμούς της. Έτρεχε από το ένα πράγμα στο άλλο, ποτέ δεν καθόταν στα αυγά της. Λειτουργούσε παρορμητικά και με έκανε τόσο ευτυχισμένο όσο και δυστυχή. Αρχικά ήταν πολύ ενθουσιώδης, αλλά αλλού την έχανες κι αλλού την έβρισκες. Έτσι αποφάσισα να βρω ένα κορίτσι με πιο εφικτούς στόχους στη ζωή του.
Όταν έφτασα τα τριάντα, βρήκα ένα έξυπνο και φιλόδοξο κορίτσι με τα δυο της πόδια να πατάνε γερά στη γη και ... την παντρεύτηκα. Ήταν τόσο φιλόδοξη που με χώρισε και πήρε ό,τι είχα και δεν είχα.
Τώρα είμαι πιο ώριμος και πιο σοφός, και ψάχνω για ένα κορίτσι με μεγάλα βυζιά.
Κάποτε, ένας μάγκας, πηγαίνει σ` ένα καφενείο μαζί με τους φίλους του, για να παίξει λίγο τάβλι, ώστε να περάσει η ώρα. Πηγαίνει λοιπόν, κάθεται και περιμένει μέχρι να έρθει ο καφετζής να πάρει παραγγελία.
- "Τι θα πάρετε παρακαλώ;"
- "Που `σαι φίλε, θέλω ένα καφεδάκι περιποιημένο. Δε θέλω να είναι ούτε πολύ γλυκός, αλλά ούτε και πολύ πικρός. Τσακ στη μέση.
Δε θέλω να έχει ούτε πολλές φουσκάλες, αλλά ούτε και λίγες. Τσακ στη μέση. Το φλιτζάνι στο οποίο θα το βάλεις, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλο, αλλά ούτε και πολύ μικρό. Τσακ στη μέση."
Ο καφετζής αγανακτισμένος φεύγει.
- "Ε! Φίλε που πας, δε τελείωσα ακόμα. Ακου λοιπόν. Μαζί με το καφέ θέλω και κουλουράκια. Τα οποία, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλα, αλλά ούτε και πολύ μικρά. Τσακ στη μέση. Δε θέλω να έχουν ούτε πολύ σουσάμι, αλλά ούτε και λίγο. Τσακ στη μέση. Και τώρα σπάσε, είσαι ελεύθερος."
- "Μάλιστα κύριε", απαντάει πυρ και μανία ο καφετζής.
Η ώρα περνούσε και ο μάγκας περίμενε το καφέ του με ανυπομονησία. Το μαγαζί άδειασε και ο μάγκας δεν είχε πάρει ακόμα το καφέ του. Έτσι λοιπόν, μετά από περίπου μιάμιση ώρα, λέει στο καφετζή:
- "Ε! Φίλε! Τι θα γίνει με το καφέ;"
Και ο καφετζής του απαντάει:
- "Ακου μεγάλε! Δε σε έχω γραμμένο ούτε πολύ δεξιά, αλλά ούτε και πολύ αριστερά. Τσακ στη μέση.", δείχνοντας του το μπλοκάκι με τις παραγγελίες.
"Αγαπητή Αμπυ, Ο σύζυγός μου είναι ψεύτης και άπιστος. Με κεράτωνε από την αρχή, και δεν το παραδέχεται με τίποτε. Ενώ όλοι ξέρουν ότι με κερατώνει αυτός ισχυρίζεται ότι δεν συμβαίνει τίποτε.
Είναι τόσο ταπεινωτικό. Ακόμη, από όταν έχασε την δουλειά του, πριν από 6 χρόνια, δεν έχει καν ψάξει να βρει καινούργια. Το μόνο που κάνει όλη μέρα είναι να καπνίζει πούρα, να βολτάρει με τους φίλους τους, ενώ εγώ πρέπει να δουλεύω για να πληρώνω τους λογαριασμούς. Από τότε που η κόρη μας έφυγε για το κολλέγιο ούτε καν προσποιήται ότι με συμπαθεί, και λέει διαδίδει ότι ίσως και να είμαι λεσβία. Τι να κάνω;Μπερδεμένη Καρδιά"
"Αγαπητή Μπερδεμένη Καρδιά, Σοβαρέψου και παράτα τον!Αμαν πια. Δεν τον χρειάζεσαι. Είσαι Γερουσιαστής από την Ν. Υόρκη και είσαι στην κούρσα για Πρόεδρος των ΗΠΑ. Φέρσου όπως ταιριάζει στην θέση σου!"
Δυο χωριάτες, ο Γιώργης και ο Θανάσης που δεν είχαν πάει ποτέ τους στην πόλη αποφασίζουν να πάνε να δουν το μεγάλο πολυκατάστημα που άνοιξε.
Πάνε στα "αγροτικά είδη" και λέει ο ένας στον άλλο:
Θανάσης: Για δες ωρέ Γιώργη, "βιταμινούχος τροφή για χοίρους".
Γιώργη: Δεν αγοράζουμε να τη δοκιμάσουμε.
Θανάσης: Και δεν τ αγοράζουμε Πάνε στα "ηλεκτρονικά είδη" Θανάσης: Κοίτα Γιώργη: πλυντήριο για να μην πλένεις τα ρούχα στη σκάφη.
Γιώργης: Δεν αγοράζουμε ρε Θανάση να το δούμε.
Θανάσης: Και δεν αγοράζουμε Στα "είδη υγιεινής:
Θανάσης: Κοίτα Γιώργη, μια μεγάλη βούρτσα για τον καμπινέ.
Γιώργης: Δεν αγοράζουμε Θανάση να τη δοκιμάσουμε.
Θανάσης: Και δεν αγοράζουμε
Μετά από λίγες μέρες συναντιούνται:
Γιώργης: Που λες Θανάση πώς τη βρήκες τη χοιροτροφή; Τα γουρούνια μου΄γίναν τετράπαχα Θανάσης: Και τα δικά μου. Καλά άσε το πλυντήριο. Η γυναίκα μου είναι τρισευτυχισμένη που δεν πλένει πια στο χέρι.
Γιώργης: Και η δική μου.
Θανάσης: Τη βούρτσα πώς τη βρήκες;
Γιώργης: Ακου Θανάση μου, πές με οπισθοδρομικό, αλλά εγώ προτιμω το χαρτί υγείας
Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα μικρό γκρίζο σπουργιτάκι. Καθόταν λοιπόν σε ένα κλαδί και θαύμαζε τα χελιδόνια. Ήταν όμως η εποχή που τα χελιδόνια άρχιζαν να αποδημούν σε τόπους πιο ζεστούς. Το σπουργιτάκι ζήλεψε, και αποφάσισε και αυτό να αποδημήσει μαζί με τα χελιδόνια.
Μια και δύο ανοίγει τα φτερά του και ξεκινάει πίσω από τα χελιδόνια. Όμως, η μικρή του αντοχή και το τσουχτερό κρύο, εξουθένωσαν το σπουργιτάκι, το οποίο πάγωσε στον αέρα και έπεσε σαν τούβλο στη γη.
Ενώ φαινότανε ότι είχε έρθει το τέλος για το σπουργιτάκι, περνάει μία αγελάδα και χέζει επάνω στο σπουργιτάκι. Παρότι το θέαμα ήταν άκρως αηδιαστικό, η ζέστη από τα σκατά της αγελάδας αναβίωσαν το σπουργιτάκι. Μόλις το σπουργιτάκι ξανάνιωσε τα φτερά του, άρχισε να κελαηδάει δυνατά από τη χαρά του που ήταν ακόμα ζωντανό.
Λίγο πιο πέρα, μία γάτα που άκουσε το κελάηδημα από το σπουργιτάκι, τρέχει γρήγορα προς το μέρος του. Μόλις το βλέπει, αμέσως το πιάνει με το στόμα και το βγάζει από τα σκατά της αγελάδας, το καθαρίζει και μετά το τρώει, δίνοντας άδοξο τέλος στο κακόμοιρο το σπουργιτάκι...
Ήταν μια φορά, κάτι πειρατές, αυτοί (όπως όλοι οι πειρατές) μετά από κάθε πειρατεία το γλένταγαν. Εκεί που ήταν όλοι σκνίπα, αρχίζει ο τραυλός (αυτόν είχαν πάνω στο κατάρτι) να φωνάζει «κα κα κα κα κ α!» άστα να πάνε μέχρι να πει καράβι, έρχεται πάνω τους ένα και τους βυθίζει.
Μετά από κάτι χρόνια, το ίδιο σκηνικό, καινούργιο καράβι πάλι ο τραυλός στο κατάρτι, πάλι στο γλέντι αρχίζει να φωνάζει, «κα κα κα κ α κα!». Μέχρι να πει καράβι, βρεθήκανε στον πάτο πάλι. Κάτι χρόνια μετά, πάλι το ίδιο σκηνικό, άλλο καράβι ! πάλι ο τραυλός στο κατάρτι αρχίζει, «κα κα κ α κα κα». Πετάγεται ο καπετάνιος, πάνω στην σούρα του Μα…κες όλοι στην θάλασσα έρχεται καράβι πάνω μας! Τρέχουν όλοι πανικόβλητοι και βουτάνε στη θάλασσα ( σου λένε ας γλιτώσουμε εμείς, ποιος σκέπτεται το καράβι) και τότε ακούνε τον τραυλό να λέει «κα κα κα κα καρχαρίες ρε μα…. Κεεεες!