Skip to main content
Δύο φίλοι θέλουν να βγουν έξω να τα πιουν, αδειάζουν τις τσέπες τους και έχουν μόνο 5 ευρώ συνολικά.
Γυρνάει ο ένας και λέει:
- Έχω μία ιδέα.
Παίρνει τα 5 ευρώ, μπαίνει σε ένα χασάπικο και αγοράζει ένα τεράστιο λουκάνικο. Ο άλλος του λέει:
- Ρε συ, μαλάκας είσαι; Ούτε μια μπύρα δεν θα πιούμε; Τί το ήθελες το λουκάνικο;
- Ακου τί θα κάνουμε. Θα πηγαίνουμε στα καλύτερα μαγαζιά, θα καθόμαστε σε σημείο που μας βλέπουν όλοι, θα πίνουμε, θα πίνουμε και όταν φτάνει η ώρα του λογαριασμού, θα ανοίγω το φερμουάρ, θα βάζω το λουκάνικο και εσύ θα πέφτεις στα γόνατα, κλπ. Καταλαβαίνεις; Δεν μπορεί, θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές και δεν θα πληρώνουμε τίποτε!
- Φοβερό, λέει ο άλλος.
Πραγματικά, το κάνουν και σε κάθε μαγαζί τους πετάγαν έξω. Κοντά στο ξημέρωμα, από την σούρα δεν βλέπει ο ένας τον άλλο.
- Λοιπόν, φίλε μου, θα πάμε για ένα τελευταίο ποτό.
- Να πάμε. Όμως, ρε μεγάλε, δεν πάει άλλο. Δεν μπορώ άλλο. Με πονάει η μέση μου... Πονάνε τα γόνατά μου... Έχει μουδιάσει το στόμα μου... Δεν μπορώ άλλο!
- Καλά, γκρινιάζεις, αλλά αυτό που έχεις πάθει εσύ, δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτό που έχω πάθει εγώ.
- Τί έχεις πάθει εσύ; ρωτά ο άλλος.
- Αστα, έχω χάσει το λουκάνικο από το πρώτο μαγαζί...
Ο πατέρας, της γενιάς του Πολυτεχνείου, κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του μαζί με τον 10χρονο γιο του και το νεώτερο βλαστάρι της οικογένειας, ένα μωρό 1 έτους. Κάποια στιγμή αποφασίζει να εξηγήσει στον "μεγάλο" τι σημαίνουν όλα όσα ακούγονται για τις κοινωνικές τάξεις, την αντιπαλότητά τους και τον ρόλο της εξουσίας στη ζωή μας.
- "Κοίτα παιδί μου", του λέει, "η κοινωνία είναι όπως η οικογένεια. Στην δική μας οικογένεια για παράδειγμα, εγώ είμαι το κεφάλαιο. Αυτός δηλαδή που κερδίζει και φέρνει τα χρήματα. Η μητέρα σου είναι η κυβέρνηση, αυτή αποφασίζει που και πώς θα τα ξοδέψουμε. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη. Εσύ παιδί μου είσαι ο λαός".
- "Το μωρό πατέρα τι είναι", ρωτάει ο γιος, "ο λαουτζίκος";
- "Όχι παιδί μου, το μωρό είναι το μέλλον του λαού", απαντάει ο πατέρας.
Η ώρα έχει περάσει και πάνε όλοι για ύπνο. Κάποια στιγμή, αργά τα μεσάνυχτα, το μωρό τα έχει "κάνει" και κλαίει με λυγμούς. Κανένας δεν σηκώνεται να το ησυχάσει. Ο γιος, σηκώνεται, χτυπάει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονέων του. Τίποτα! Μισανοίγει την πόρτα και βλέπει την μητέρα του να κοιμάται ατάραχη φορώντας ωτοασπίδες. Ο πατέρας πουθενά. Πηγαίνει προς την κουζίνα και από την μισάνοιχτη πόρτα βλέπει τον πατέρα του να "πηδάει" την υπηρέτρια. Φεύγει αθόρυβα και από εκεί πλήρως απογοητευμένος και επιστρέφει στο δωμάτιό του. Το πρωί, αναφέρει στον πατέρα του το βραδινό περιστατικό με το κλάμα του μωρού.
- "Να σου εξηγήσω γιε μου", λέει ο πατέρας.
- "Άσε, άσε πατέρα κατάλαβα", του απαντάει ο γιος. "Το κεφάλαιο "πηδάει" την εργατική τάξη, η κυβέρνηση κοιμάται του καλού καιρού, ο λαός φωνάζει, αλλά δεν τον ακούει κανείς και το μέλλον του λαού παραμένει σκατωμένο !
Ένας φτωχός ανθρωπάκος με τη γυναίκα του πήγανε στο πανηγύρι του χωριού. Εκεί είχαν και ενα ελικοπτερο που έκανε ασκήσεις στον αέρα, γύριζε αναποδα, έπαιρνε απότομες στροφές και ηταν πολύ εντυπωσιακό. Ο τύπος ήθελε λοιπόν να μπει στο ελικόπτερο αλλά η γυναίκα του δεν τον άφηνε γιατί το εισιτήριο ήταν 50 ευρώ.
- Μα βρε γυναίκα δεν βλέπεις τι ωραίο που είναι; Που θα το ξαναζήσουμε αυτό;
- Ναι, αλλά 50 ευρώ είναι 50 ευρώ.
Τον επόμενο χρόνο, ξανά τα ίδια. Ο τύπος ήθελε να μπει στο ελικόπτερο αλλά η γυναίκα του επέμενε ότι 50 ευρώ είναι 50 ευρώ. Αφού γινόταν αυτό για μερικά χρόνια, κάποια χρονιά ο πιλότος του ελικοπτέρου τον λυπήθηκε τον φίλο μας. Οπότε του είπε οτι θα τον αφήσει αυτόν και την γυναίκα του να μπουν στο ελικόπτερο τζάμπα με τον όρο οτι δεν θα μιλήσουν και δεν θα φωνάξουν καθόλου όσο θα διαρκέσει η πτήση. Μπαίνουν λοιπόν και αρχιζει ο πιλότος μια να ανεβαίνει, μια να κατεβαίνει, να γυρίζει ανάποδα και να κάνει οτι τρέλα φανταστείς στον αέρα. Ο τύπος και η γυναίκα του δεν έβγαλαν ούτε άχνα. Ο πιλότος προσπαθεί περισσότερο για να τους εντυπωσιάσει, αλλά πάλι δεν ακούει τίποτα. Αφού τελειώνει η πτήση και προσγειώνονται, γυριζει ο πιλότος και λέει στον τύπο:
- Ρε φίλε, με ξαφνιάζεις. Τόσες τούμπες στον αέρα και δεν μίλησες καθόλου!
- Σκέφτηκα να πω κάτι όταν έπεσε η γυναίκα μου, αλλά 50 ευρώ είναι 50 ευρώ!
Σε ένα πολυτελέστατο κατάστημα δερμάτινων ειδών μπαίνει, μία μέρα, μία κύρια, φορώντας μία γούνα βιζόν που κρέμεται μέχρι το πάτωμα.
Ο καταστηματάρχης ευχαριστώντας από μέσα του την τύχη που του έφερε μία καλή πελάτισσα, επιτέλους στο μαγαζί του, τρέχει να την εξυπηρετήσει.
- Τι θα θέλατε κυρία μου;
- Θα ήθελα μία τσάντα βραδινή, κύριε μου, ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης κατεβάζει μία τσάντα από το ράφι και της τη δείχνει.
- Κυρία μου, αυτή η τσάντα είναι από δέρμα φιδιού, ένα σπάνιο είδος που ζούσε κάποτε στην Αφρική και δεν υπάρχει πια και κοστίζει 2.000 ευρώ.
- Κύριε μου σας είπα ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης κατεβάζει μία άλλη τσάντα και της τη δείχνει.
- Κυρία μου, η τσάντα αυτή είναι από δέρμα κροκόδειλου, ένα σπάνιο είδος που ζούσε κάποτε στην Ινδία και δεν υπάρχει πια και κοστίζει 3.000 ευρώ.
- Κύριέ μου με κουράζετε και κουράζεστε και εσείς. Σας είπα ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης έχει αρχίσει και τα παίρνει στο κρανίο. Ανεβαίνει στο πατάρι και της κατεβάζει ένα μικρό τσαντάκι και της λέει.
- Κυρία μου, αυτό το τσαντάκι είναι ότι καλύτερο έχω στο μαγαζί μου και κάνει 15.000 ευρώ.
Κατάπληκτη εκείνη τον ρωτά:
- Καλά από τι είναι και κάνει 15.000 ευρώ;
- Κυρία μου, αυτό το τσαντάκι είναι από πουτσόδερμα κι αν το γλείψεις γίνεται βαλίτσα.
"Ένα ανδρόγυνο, τα φέρνει βόλτα δύσκολα.
Τα χρήματα είναι λιγοστά και ο σύζυγος φεύγοντας από το σπίτι κάθε πρωί, αφήνει στη σύζυγο για τα καθημερινά ψώνια, ένα μόνο χιλιάρικο. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι ο σύζυγος, βρίσκει για φαγητό, ψαρόσουπα και συναγρίδα μαγιονέζα.- Γυναίκα, ρωτάει. Πως μαγείρεψες τέτοιο φαί με ένα χιλιάρικο; -Ας είναι καλά, η Κοινωνική πρόνοια. Λέει η γυναίκα του. Την επόμενη, το γεύμα αποτελείται από γαλοπούλα γεμιστή, ρύζι πιλάφι κ. Λ. Π.- Γυναίκα, πως τα κατάφερες να φτιάξεις τέτοιο φαγητό, με ένα χιλιάρικο;-Ας είναι καλά η Κοινωνική Πρόνοια, απαντά και πάλι η σύζυγος. Μετά μερικές ημέρες, η σύζυγος, φορά ένα καινούργιο συνολάκι, χάριν και πάλι της Κοινωνικής Πρόνοιας. Εν τω μεταξύ, κακοκαιρία και ψύχος, αναγκάζουν το ζευγάρι να ανάψει μαγκάλι για να ζεσταθούνε. Η σύζυγος έχει αγκαλιάσει με τα πόδια της το μαγκάλι, για καλύτερη ζεστασιά και ο σύζυγος την παρατηρεί:
- Σιγά Γυναίκα, να μην ... Κάψεις την ... Κοινωνική Πρόνοια.!
Στις πύλες του παραδείσου περιμένουν 3 άνθρωποι για να μπουν μέσα. Ο ένας ήταν ληστής, ο άλλος δολοφόνος και ο τρίτος ομοφυλόφιλος. Έρχεται ο Άγιος Πέτρος και ρωτάει τον ληστή:
- Εσύ τέκνων μου τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Τίποτα μωρέ, καμιά δεκαριά διαρρήξεις και 5-6 ληστείες...
- Λοιπόν, θα κάνεις 20 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 20000 Ευρώ και μπορείς να περάσεις.
Έπειτα στρέφεται στον δολοφόνο:
- Εσύ μου έχεις αμαρτήσει;
- Ε, έχω κάνει μια δεκαριά φόνους μόνο...
- Μάλιστα... Θα κάνεις 40 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 30000 Ευρώ και πέρνα
Τέλος ρωτάει και τον ομοφυλόφιλο:
- Εσύ τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Ε, τίποτα... ήμουνα μόνο.
- ; Χέσε 30 φορές και πήγαινε στον απόστολο Ιωάννη!
Τι να κάνει ο καημένος, χέζει 30 φορές και πάει στον απόστολο Ιωάννη, ο οποίος μόλις ακούει το ποιων του, τον βάζει να χέσει άλλες 100 φορές και τον παραπέμπει στον απόστολο Παύλο:
- Τι έχεις κάνει και σε στέλνουν σε μένα;
- Ε, ήμουνα ...
- Χέσε 400 φορές και πήγαινε στο Θεό!
Τι να κάνει ο άνθρωπος, ζορίζεται 10 μέρες και τέλος πάντων πηγαίνει στο Θεό.
- Θεέ μου του λέει, γιατί τον ληστή και τον δολοφόνο τους άφησες έτσι απλά να περάσουν και μένα με ξεκόλωσες στο χέσιμο;
- Για να μάθεις ρε άχρηστε για ποιο λόγο σου έδωσα εγώ τον κόλο!
Ένας Έλληνας μπαίνει σε μια τράπεζα της Νέας Υόρκης και ζητάει πληροφορίες για ένα δάνειο.
Λέει στον υπάλληλο των δανείων ότι θέλει να ταξιδέψει στην Ελλάδα λόγω των εορτών των Χριστουγέννων για 2 εβδομάδες και χρειάζεται οπωσδήποτε να πάρει ένα δάνειο των $5.000. Ο υπάλληλος του εξηγεί ότι η τράπεζα θα χρειαστεί ένα είδος εξασφάλισης για να του χορηγήσει το δάνειο.
Έτσι ο Έλληνας βγάζει από την τσέπη του και αφήνει πάνω στο γραφείο τα κλειδιά από μία ολοκαίνουρια Ferrari, που είναι παρκαρισμένη στην είσοδο της Τράπεζας. Αφού πραγματοποιείται ο έλεγχος από την Τράπεζα ότι το αυτοκίνητο είναι όντως στο όνομά του, μέσα σε 20 λεπτά εγκρίνεται το δάνειο, ο Έλληνας παίρνει τα χρήματα και φεύγει. Μόλις φεύγει, ο διευθυντής της Τράπεζας και οι υπάλληλοί του ξεκαρδίζονται στα γέλια που ο Έλληνας έβαλε υποθήκη μία Ferrari των $200.000 για να πάρει δάνειο $5000!
Ένας υπάλληλος παίρνει το αυτοκίνητο και το αφήνει στο υπόγειο γκαραζ της τράπεζας. Δύο βδομάδες αργότερα, ο Έλληνας επιστρέφει, πληρώνει $5000 και τον τόκο, που ανέρχεται στα $15.41. Ο υπάλληλος του λέει:
- Κύριε, είμαστε ευτυχείς που συνεργαστήκατε με την τράπεζά μας, όλα έγιναν σωστά μόνο που έχουμε μία απορία. Όσο εσείς λείπατε, ελέγξαμε στον υπολογιστή και βρήκαμε ότι είσαστε δισεκατομμυριούχος! Το περίεργο είναι ποιος ήταν ο λόγος που πήρατε το δάνειο!
Και ο Έλληνας απαντά:
- Πες μου ένα άλλο σημείο στη Νέα Υόρκη που θα μπορούσε να αφήσει κανείς μια Ferrari με ασφάλεια για δύο εβδομάδες, πληρώνοντας για πάρκινγκ μόνο 15.41 δολάρια!