Ενας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας ταξιδεύουν με το αεροπλάνο πάνω από τον Ειρηνικό ωκεανό, όταν ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά τους ο χάρος!
! Ενώ και οι 3 τα έχουν χρειαστεί... ο χάρος τους λέει: Επειδή σήμερα έχω τα κέφια μου, θα σας δώσω μια ευκαιρία να ζήσετε... Αν πετάξετε έξω από το αεροπλάνο και μέσα στην θάλασσα κάτι που εγώ τελικά δεν θα μπορέσω να το βρώ, θα σας χαρίσω τη ζωή. Ξεκινάει λοιπόν ο Γερμανός και πετάει μιά καρφίτσα. Σε 3 λεπτά εμφανίζεται ο χάρος με την καρφίτσα στο χέρι και στέλνει το Γερμανό στον άλλο κόσμο... Ο Γάλλος πετάει μια τρίχα από τα φρύδια του... Σε δύο λεπτά επιστρέφει ο χάρος με την τρίχα στα χέρια του και στέλνει και τον Γάλλο στον άλλο κόσμο. Ο Έλληνας ατάραχος, ανοίγει το παράθυρο και με δύναμη πετάει κάτι έξω... Σε δύο ώρες γυρίζει ο χάρος όλο νεύρα και του λέει : Βρε μπαγάσα σου χαρίζω τη ζωή, πές μου όμως τι στο διάολο πέταξες κάτω στον ωκεανό και δεν το βρίσκω με τίποτα... Και ο Έλληνας και πάλι ατάραχος : Ένα αναβράζον DEPON βρε κορόιδο...!
Τρεις μπογιατζήδες ένας Αλβανός ένας Γερμανός και ένας Έλληνας πέθαναν και πάνε στον Παράδεισο.
Ο Αγ. Πέτρος τους άνοιξε την Πόρτα.
- Καλώς τα παιδιά! Και είχα ανάγκη από την ειδικότητά σας! Θέλω να βάψω την Πόρτα του Παράδεισου, για πέστε μου πόσα θέλετε να την βάψετε;
- 600 ευρω, λέει ο Αλβανός.
- Μπα! 600; Και πως τα λογάριασες;
- Ε, να 200 για μένα, 200 εφορία και ένσημα και 200 τα υλικά.
- Εσύ, λέει ο Αγ. Πέτρος του Γερμανού, πόσα θέλεις;
- 900 ευρω = 300 για μένα + 300 εφορία και ένσημα + 300 τα υλικά.
- Εσύ, λέει του Έλληνα, πόσα θέλεις;
- Είμαι πολύ πιο ακριβός, αλλά μας συμφέρει όλους και θα πάρω τη δουλειά.
- Δηλαδή, πόσο ζητάς; ρωτάει ο Αγ. Πέτρος.
- 3 χιλιαρικάκια.
- 3.000; Εσύ είσαι τρελός παιδί μου!
Αναστέναξε ο Ελληνας με την αμάθεια.
Με εντελώς κουρασμένο ύφος, παίρνει παράμερα τον Αγιο Πέτρο και του εξηγεί:
- Ελα πιο κοντά, να μην μας ακούν.
Δημιουργική λογιστική δεν σας μαθαίνουν εδώ ρε παιδιά; Φαντασία δεν έχετε; Ακουσε να δεις αφού πρέπει να το εξηγώ κιόλας: 3.000 = 1.000 για σένα + 1.000 για μένα + 400 για τον Γερμανό να κάνει πέρα + 600 που ζήτησε ο Αλβανός.
Ο Αλβανός θα βάψει την πόρτα με υπεργολαβία από εμένα. Στην πατρίδα μου, όποιος δίνει τη χαμηλότερη προσφορά, στο τέλος αυτός κάνει τη δουλειά και παίρνει όσα ζήτησε από την αρχή.
Είτε υπογράφει τη σύμβαση ο ίδιος ή κάποιος άλλος.
Επιπλέον, ο Γερμανός θα πάρει 400 για κάτι που δεν έκανε.
Οπότε σε παίρνει να τον απειλήσεις πως θα αποκλειστεί από μελλοντικές δημοπρασίες αν δεν σου αλλάξει το πόμολο σαν δωρεά.
Θα το κάνει, δεν υπάρχει περίπτωση να αρνηθεί αφού έτσι βάζει πόδι στην επιτροπή δημοπρασιών.
Ετσι μένουν ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ευχαριστημένοι.
Και ο Γερμανός, και ο Αλβανός, και εγώ, και εσύ, και ο Παράδεισος, και το αφεντικό σου που θα δει βαμμένη πόρτα + καινούργιο πόμολο εκτός σύμβασης.
Πες μου τώρα, έχεις κανένα λόγο να μη μου δώσεις τη δουλειά;
- Ένας Έλληνας, ένας Γερμανός και ένας Ιταλός, περπατούν στη ζούγκλα, όταν πέφτουν θύματα μιας φυλής ανθρωποφάγων.
Όταν φτάσανε στο χωριό, ο αρχηγός τους είπε -Θα σας δώσω μια ευκαιρία να ζήσετε, αν πετύχετε την εξής δοκιμασία: Μέσα σε αυτό το κλουβί υπάρχουν 1000 παπαγάλοι, από τους οποίους μόνο ο ένας είναι ο αρσενικός, τον οποίο θα πρέπει να βρείτε. Ξεκινάει πρώτα ο Γερμανός, δείχνει ένα και λέει: Αυτός είναι.
- Πως το ξέρεις, Ρώτα ο αρχηγός.
- Είναι ο ποιο παχύς, όλοι τον περιποιούνται, άρα είναι αυτός.
- Δεν είναι αυτός, λέει ο αρχηγός. Μετά ο Ιταλός λέει : Αυτός ο αδύνατος πρέπει να είναι, του έχουν αλλάξει τα Φώτα, αυτός πρέπει να είναι.
- Δεν είναι αυτός, του λέει ο αρχηγός. Τρίτος πάει ο Έλληνας, μπαίνει μέσα στο κλουβί και λέει :Α ρε π.. Στ. παπαγάλε, άμα σε βρω θα σε γα**σω.
- Θα μου κλάσεις τα αρ**ια, λέει ο παπαγάλος.
- Αυτός είναι, πιάστε τον φωνάζει ο Έλληνας.
Ένας γεράκος πάει στην εκκλησία και θέλει να εξομολογηθεί.
Λέει:
- Πάτερ, έχω αμαρτήσει!
- Εντάξει .. Τέκνον μου... (Τί "τέκνον"; Τον έκοβε ο παπάς με το μάτι για να του βρεί θέση εκεί όπου κανείς με τα σωστά του δεν θέλει να πάει, αλλά που θα πάμε όλοι μας...)
- Λοιπόν, παπά, το 1943 τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους άκουσα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα μου. Δεν φοβόμουνα τους Γερμανούς ούτε τους Γκεσταπίτες γιατί ήμουν μαυραγορίτης. Ανοίγω και τι να δώ! Μιά όμορφη κοπελιά 16-17 χρονών. Μου είπε ότι είναι Εβραία. Μάρτυρας μου ο Θεός την πίστεψα. Την έκρυψα στο μαγαζάκι -πάνω στο πατάρι-, την τάιζα, την πότιζα, την έντυνα, αλλά κάποια στιγμή μπήκε ο πειρασμός και φτάσαμε στα ανεπανόρθωτα.
Και μετά το συνεχίζαμε σχεδόν κάθε βράδυ...
- Εντάξει εντάξει..., λέει και ο παπάς. Αυτά είναι ανθρώπινα! Νέοι και οι δυό σε συνθήκες πολέμου! Και πείνας και στέρησης... Μήν το σκέφτεσαι πια καθόλου!
- Ευχαριστώ πάτερ, αλλά τώρα που γεράσαμε μπορώ να της πω ότι ο πόλεμος τέλειωσε εδώ κι 60 χρόνια;