Ο άνθρωπος νοίκιασε ένα σπίτι και στ η βδομάδα πάνω τηλεφωνεί στο σπιτονοικοκύρη.
"Έλα να δεις τα χάλια του σπιτιού.", του λέει. Καταφθάνει ο σπιτονοικοκύρης. "Τι πρόβλημα υπάρχει;", ρωτάει. "Παρατήρησε.", του λέει ο άνθρωπος και βγάζει απ το ψυγείο ένα κομμάτι τυρί, το οποίο και ακουμπάει κοντά σε μια ρωγμή ενός τοίχου. Σε μισό λεπτό προβάλλει ένα ποντικάκι, οσμίζεται το τυρί, το τρώει κι εξαφανίζεται. "Ε, εντάξει,", λέει ο ιδιοκτήτης, "και στα πιο καθαρά σπίτια θα βρεις κανένα ποντικάκι!".
"Περίμενε.", του λέει ο νοικάρης και ακουμπάει κοντά στη σχισμή ένα μεγαλύτερο κομμάτι τυρί. Σε λίγο βγαίνουν πέντε-έξι ποντίκια, πλακώνουν το τυρί, το τρώνε και ξαναφεύγουν. "Εντάξει,", λέει λίγο ντροπιασμένος ο ιδιοκτήτης, "το ποντικάκι θα βρήκε ταίρι και θα κάναν μερικά μικρά. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο.".
"Περίμενε.", ξαναλέει ο νοικάρης και αφήνει κοντά στον τοίχο όλο το κεφάλι το τυρί. Σε λίγο αρχίζουν να ξεχύνονται απ τη ρωγμή δεκάδες ποντίκια και να κατατρώνε το τυρί και μαζί τους πετάγεται κι ένα ψάρι, που πέφτει στο πάτωμα και σπαρταράει. "Απίστευτο!", κάνει ο σπιτονοικοκύρης. "Ένα ψάρι!".
"ʼσε,", λέει ο νοικάρης, "για την υγρασία θα σου πω μετά!".
Είναι ένας μανάβης και ακούει μια φωνή από ψηλά:
"Πούλα το μανάβικο για 200.000 ευρώ.".
Παραξενεύεται αυτός γιατί δεν πίστευε στον θεό, αλλά βάζει το μαγαζί για πούλημα και το πουλάει σε έναν τύπο ακριβώς 200.000 ευρώ.
Ακούει πάλι την φωνή από ψηλά:
"Πήγαινε στο Λας Βέγκας και παίξε 21".
Πάει σε ένα καζίνο στο Λας Βέγκας, αρχίζει να παίζει και ακούει:
"Πόνταρέ τα όλα."
Με φόβο το κάνει και αυτό. Κρυφοκοιτάζει τα χαρτιά του γκρουπιέρη και βλέπει ότι έχει 16, ενώ αυτός έχει 17.
Χαίρεται που κέρδισε και δεν θα χάσει τα λεφτά του, αλλά ακούει πάλι την φωνή:
"Τράβα και άλλο χαρτί."
"Μα τον νικάω κατά ένα νούμερο."
"Τράβα άλλο ένα χαρτί."
Τραβάει αυτός και τί βλέπει; Ασσος. Ανακουφίζεται.
"Τράβα άλλο ένα χαρτί", λέει πάλι η φωνή.
"Μα τί λες τώρα; Αφού νικάω και έτσι."
"Τράβα άλλο ένα χαρτί,"
Ξανατραβάει, πάλι άσσος!
Ακούει πάλι την φωνή:
"Τράβα ένα χαρτί ακόμα!"
"Είσαι σίγουρος;"
"Τράβα ένα χαρτί!"
Τραβάει, άσσος.
"Τράβα ένα χαρτί ακόμα!"
Τρέμει το χέρι του, τραβάει ένα ακόμα χαρτί. Κι αυτό άσσος!
Πετάγεται πάνω καταχαρούμενος και ακούει πάλι την φωνή:
"Απίστευτο!"
Η ανακάλυψη...
Mια φορά υπήρχε ένας επιστήμονας ο οποίος είχε ανακαλύψει κάτι συγκλονιστικό!
Έκανε μια διάλεξη για να παρουσιάσει την ανακάλυψη του στον κόσμο.
Μαζεύονται όλοι για την διάλεξη, και πάνω στο έδρανο υπήρχε ένας βάτραχος.
- Πήδα, λέει ο επιστήμονας στον βάτραχο.
Ο βάτραχος πηδάει.
Το κόβει το ένα πόδι ο επιστήμονας...
- Πήδα, λέει.
Ο βάτραχος πηδάει.
Του κόβει και το δεύτερο πόδι...
- Πήδα, λέει στον βάτραχο.
Ο βάτραχος πηδάει.
Του κόβει και το τρίτο πόδι...
- Πήδα, λέει στον βάτραχο.
Ο βάτραχος πηδάει.
Του κόβει και το τέταρτο πόδι...
- Πήδα, λέει στον βάτραχο.
Τίποτε ο βάτραχος.
- Πήδα! λέει ο επιστήμονας πιο δυνατά...
Τίποτε ο βάτραχος.
- Πήδα, λέει φωνάζοντας πια ο επιστήμονας...
Τίποτε ο βάτραχος.
- Εδώ ήθελα να καταλήξω, λέει ο επιστήμονας. Aμα κόψουμε και τα τέσσερα πόδια από έναν βάτραχο, ο βάτραχος κουφαίνεται...!
(Α=Ανδρας Γ=Γυναίκα).
A: Έχουμε συναντηθεί κάπου εμείς;
Γ: Ναι, γι αυτό δεν πηγαίνω πια εκεί.
Α: Νομίζω ότι σε έχω δει κάπου.
Γ: Ναι, είμαι η νοσοκόμα στο νοσοκομείο αφροδισίων νοσημάτων.
Α: Είναι αυτή η θέση κενή;
Γ: Ναι και αυτή που κάθομαι εγώ θα είναι επίσης κενή αν καθίσεις εδώ.
Α: Λοιπόν, θέλεις να έλθεις στο σπίτι μου;
Γ: Μμμμ, δεν ξέρω. Χωράνε δύο άνθρωποι κάτω από την ίδια πέτρα;
A: Σπίτι σου ή σπίτι μου;
Γ: Και στα δύο. Εσύ σπίτι σου και εγώ στο δικό μου.
Α: θα ήθελα να σου τηλεφωνήσω. Ποιο είναι το τηλέφωνό σου;
Γ: Είναι στον κατάλογο.
Α: Ναι αλλά δεν ξέρω το όνομά σου.
Γ: Και αυτό είναι στον κατάλογο.
Α: Μωρό μου, πώς σου αρέσουν τα αυγά σου το πρωί;
Γ: Αγονιμοποίητα (!)
Α: Έλα λοιπόν, αφού για τον ίδιο λόγο ήρθαμε σε αυτό το μπαρ σήμερα.
Γ: Σωστά, ας βρούμε λοιπόν καμία γκόμενα.
Α: Είμαι εδώ για να ικανοποιήσω όλες σου τις ερωτικές φαντασιώσεις.
Γ: Μη μου πεις... Έχεις έναν γάιδαρο και έναν Μεγάλο Δανό;
Α: Ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, μωρό μου.
Γ: Τότε ευχαρίστησε με, αφήνoντάς με μόνη μου.
Α: Θέλω να σου δωρίσω τον εαυτό μου.
Γ: Συγγνώμη, αλλά δεν δέχομαι φτηνιάρικα δώρα
Α: Μπορώ να μαντέψω ότι με θέλεις.
Γ: Ωωωωω, ναι, έχεις δίκιο. Σε θέλω... φευγάτο.
Α: Αν σε δω ποτέ γυμνή, θα πεθάνω ευτυχισμένος.
Γ: Ναι αλλά αν σε δω ποτέ εγώ γυμνό, θα πεθάνω από τα γέλια.
Α: Το σώμα σου είναι σαν ιερός ναός για μένα.
Γ: Λυπάμαι, αλλά δεν έχει λειτουργία σήμερα.
Α: Θα μπορούσα να σου δώσω τα πάντα.
Γ: Ωραία, ας ξεκινήσουμε από τον τραπεζικό σου λογαριασμό.
Α: Θα μπορούσα να πάω ακόμη και στο τέλος του κόσμου για χάρη σου.
Γ: Ναι, αλλά θα μπορούσες να μείνεις εκεί για πάντα;
Ο απελπισμένος καθηγητής στέλνει στο γυμνασιάρχη δυό ταραξίες μαθητές της τάξης.
- Τι έκανες εσύ, παιδί μου; ρωτάει ο γυμνασιάρχης τον πρώτο.
- Τίποτα, κύριε γυμνασιάρχα. Πήρα το τετράδιό του διπλανού μου.
- Τρείς μέρες αποβολή. Πήγαινε, τον διακόπτει ο γυμνασιάρχης. Εσύ τι έκανες; απευθύνεται στον δεύτερο μαθητή.
- Τίποτα, κύριε. Πέταξα μόνο το σφουγγαράκι απο το παράθυρο.
- Καλά, δεν ειναι τόσο σημαντικό. Πήγαινε τώρα.
Πέντε μέρες μετά ο καθηγητής στέλνει ξανά τον ίδιο μαθητή στον γυμνασιάρχη.
- Τί έκανες αυτή τη φορά; ρωτάει ο γυμνασιάρχης.
- Πέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Και σε ξαναστείλανε για αυτό; Νομίζουν ότι δεν έχω τίποτε καλύτερο να κάνω; Φύγε παιδί μου!
Και τότε εισβάλλει στο γραφείο ένας εξαγριωμένος κύριος.
- Ποιός είστε, κύριε; τον ρωτάει ο γυμνασιάρχης. Και πως ορμάτε έτσι στο γραφείο μου;
- Ποιός είμαι ρωτάτε; Ο πατέρας του Σφουγγαράκη είμαι!
Πάνε τρεις άνθρωποι στον παράδεισο και λέει ο Αγιος Πέτρος:
- Μόνο όποιος είχε σκληρό θάνατο θα περάσει μέσα.
Πάει ο πρώτος:
- Εγώ γύρισα από τη δουλειά πιο νωρίς γιατί νόμιζα πως η γυναίκα μου με απατάει. Μπαίνω μέσα στο σπίτι και δεν ήταν κανείς. Βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω έναν να κρέμεται επειδή πίστεψα πως ήταν ο εραστής της γυναίκας μου του πάτησα τα χέρια για να πέσει κάτω, αλλά σώθηκε κι έτσι καθώς πήγαινα να του πετάξω το ψυγείο για να σκοτωθεί παθαίνω καρδιακό και πεθαίνω.
- Είχες πολύ σκληρό θάνατο. Μπες μέσα. Ο επόμενος!
Πάει ο δεύτερος.
- Εγώ έκανα γυμναστική στο μπαλκόνι μου στον έκτο όροφο. Σε μια στιγμή σκόνταψα και έπεσα άλλα πιάστηκα από τα κάγκελα του πέμπτου. Κι ενώ ζητάω βοήθεια βγαίνει ένας άντρας έξω και μου πατάει τα πόδια. Τότε πέφτω σε ένα θάμνο και σώζομαι άλλα βγαίνει τότε εκείνος ο άντρας και μου πετάει ένα ψυγείο. Και τότε σκοτώνομαι.
- Είχες κι εσύ σκληρό θάνατο. Πέρνα μέσα. Ο επόμενος!
Πάει κι ο τρίτος.
- Εγώ το μόνο που θυμάμαι είναι ότι μπήκα σε ένα ψυγείο!
Μια φορά ένας συνάντησε έναν φίλο του που είχε να τον δει χρόνια ντυμένο καλόγερο.
- Μπα, έγινες καλόγερος;
- Ναι.
- Και πώς είναι η καλογηρική ζωή;
- Πολύ ωραία. Ξυπνάμε το πρωί, προσευχόμαστε, τελούμε τον όρθρο, παίρνουμε πρωινό κλπ κλπ. Το μοναστήρι μας είναι πολύ ωραίο, έχουμε πολλούς θησαυρούς, ιερά κειμήλια κλπ κλπ κι έχουμε κι ένα δωμάτιο μ ένα Μεγάλο Μυστικό.
- Τι μυστικό;
- Δεν μπορώ να στο πω, πρέπει να γίνεις καλόγερος για να το μάθεις.
Αποφασίζει, λοιπόν ο φίλος μας να γίνει καλόγερος για να γνωρίσει το μεγάλο μυστικό. Μπαίνει, λοιπόν στο μοναστήρι και ζητάει να δει το μεγάλο μυστικό. Βγαίνουν, λοιπόν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάνε ένα γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν ένα μακρύ μονοπάτι, φτάνουν σε ένα μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν μια μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν μια μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν κάτι σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν σ ένα δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, φτάνουν μπροστά σε μια πόρτα. Εκεί που είναι έτοιμοι να την ανοίξουν θυμούνται ότι δεν τον έχουν κάνει ακόμη καλόγερο οπότε δεν μπορεί ακόμη να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Αφού, λοιπόν το κάνουν καλόγερο πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, πέραν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Εκεί που πάνε να την ανοίξουν αντιλαμβάνονται ότι έχουν ξεχάσει το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους μια δεύτερη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της δεύτερης πόρτας κι αντιλαμβάνονται ότι το έχουν ξεχάσει.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της δεύτερης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους μια τρίτη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της τρίτης πόρτας, πουθενά το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το ο δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της τρίτης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα. Ενώ είναι έτοιμη να την ανοίξουν θυμούνται ότι λείπει ο ηγούμενος κι ότι μόνο παρουσία του ηγουμένου μπορεί κανείς να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Φωνάζουν τον ηγούμενο και ξεκινάν όλοι μαζί για να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα, την ανοίγουν και του αποκαλύπτουν το Μεγάλο Μυστικό.
Ποιο ήταν το Μεγάλο Μυστικό;
- Να γίνετε καλόγεροι για να το μάθετε.
Ένας τύπος οδηγώντας υποδειγματικά με τη γυναίκα του και την πεθερά του στο πίσω κάθισμα πάνε ταξίδι.
Τον ακολουθεί για πολύ ώρα ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας με συμβατικές πινακίδες και παρατηρεί όντως ότι οδηγεί άψογα. Παρ όλα αυτά μετά από λίγη ώρα βάζει το καρούμπαλο πάνω και του λέει να βγει δεξιά. Κατεβαίνει κάτω ο τύπος απορημένος και ακούει έκπληκτος τον τροχονόμο να του λέει ότι στα πλαίσια ενός πιλοτικού προγράμματος η αστυνομία δε γράφει μόνο αλλά και επιβραβεύει με 300.000 δρχ. τον καλύτερο οδηγό της βδομάδας. Έτσι μιας και κρίθηκε αυτός ο καλύτερος του δίνει ο τροχονόμος την επιταγή. Μία κοπέλα τέλος από τη στατιστική υπηρεσία τον ρωτά τι θα κάνει αυτά τα απρόσμενα λεφτά.
Καθώς σκέφτεται αυτός, ενθουσιασμένη η γυναίκα του λέει:
Nίκο μου να πας να βγάλεις δίπλωμα, ευκαιρία είναι.
Σαστίζει ο τροχονόμος κι αρχίζει να φωνάζει.
Με τις φωνές ξυπνάει η γιαγιά και καθώς βλέπει τον αστυνόμο σαλταρισμένο μπροστά τους λέει:
Και στο λεγα Νίκο μου, με κλεμμένο αμάξι, δε θα πάμε μακριά, θα μας πιάσουν!
Και εκείνη την στιγμή πετάγεται και ο Πάσαρης από το πορτ μπαγκαζ και φεύγει τρέχοντας.