Eνας παπάς κι ένας καλόγερος στέκονται στην άκρη του δρόμου κρατώντας ένα πανώ που γράφει:
"Το τέλος είναι κοντά. Αλλάξτε δρόμο πριν να είναι πολύ αργά!"
Περνάει το πρώτο αυτοκίνητο κι ο οδηγός του βγάζει το κεφάλι έξω απ το παράθυρο και φωνάζει:
- Δεν τραβάτε σπίτια σας, μουρλοπαπάδες! και πατάει γκάζι.
Δεν περνάνε 5 δευτερόλεπτα και ακούγεται φρενάρισμα και στο τέλος ένα τρομερό τρακάρισμα, οπότε γυρίζει ο παπάς στον καλόγερο και λέει:
- Ρε συ, μήπως θα έπρεπε να γράψουμε καλύτερα:
"Προσοχή, πεσμένη γέφυρα";
Μια παρέα από τρεις φίλους περιμένουνε στο σταθμό Λαρίσης να φύγει το τρένο για Θεσσαλονίκη.
Πλησιάζει ο ένας το γκισέ και βγάζει ένα εισιτήριο. Δίπλα τους ακριβώς είναι τρεις Τούρκοι που περιμένουνε κι αυτοί το ίδιο τρένο.- Καλά πως ταξιδέψει τρεις άνθρωπος με ένα εισιτήριο;, τους ρωτάει ο ένας που ήξερε λίγα Ελληνικά.- Περίμενε και θα δεις, απαντάνε με ένα πονηρό χαμόγελο οι δικοί μας. Πράγματι κάποια στιγμή ξεκινάει το τρένο και μετά από 10 λεπτά αρχίζει ο έλεγχος εισιτηρίων. Με το που το παίρνουνε χαμπάρι οι τρεις φίλοι, χώνονται μέσα σε μια τουαλέτα όλοι μαζί και λουφάζουν. Όταν έρχεται ο ελεγκτής και διαπιστώνει ότι η τουαλέτα είναι κλειδωμένη, χτυπάει τη πόρτα και φωνάζει:
"Παρακαλώ έλεγχος εισιτηρίων!". Η πόρτα μισανοίγει, βγαίνει ένα χέρι και του δίνει το μοναδικό εισιτήριο. Οι Τούρκοι που βλέπουν τη σκηνή κουφαίνονται. "Πολύ καλός κόλπος", παραδέχονται και αποφασίζουν να το κάνουνε κι αυτοί στην επιστροφή. Όπως το περιμένατε, οι έξι καμπαλέρος συναντιόνται κατά σύμπτωση στο σταθμό της Θεσσαλονίκης για να γυρίσουνε Αθήνα. Πηγαίνει ο Τούρκος με τα σπαστά Ελληνικά και βγάζει ένα εισιτήριο για Αθήνα. Οι δικοί μας δεν βγάζουνε καθόλου εισιτήριο.- Πως ταξιδέψει όλοι οι άνθρωπος χωρίς εισιτήριο; απορεί ο Τούρκος.- Θα δεις, θα δεις, του απαντάνε πάλι οι Έλληνες και όλοι μαζί ανεβαίνουνε στο τρένο που έχει έλθει στο μεταξύ. Μόλις ανακοινώνεται από τα μεγάφωνα ο έλεγχος εισιτηρίων, κλείνονται οι τρεις Τούρκοι σε μια τουαλέτα και οι τρεις Έλληνες στη διπλανή και περιμένουνε. Σε δύο λεπτά βγαίνει ένας από τους τρεις φίλους μας και χτυπώντας τη πόρτα της τουαλέτας των Τούρκων, λέει με βαριά "επαγγελματική"
Φωνή:
- Παρακαλώ έλεγχος εισιτηρίων!Αμέσως μισανοίγει η πόρτα και ο Έλληνας σαν κύριος παίρνει το εισιτήριο και γρήγορα γρήγορα ξαναχώνεται στην διπλανή τουαλέτα!
Ο κύριος μόλις έχει βγει από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του από όπου αγόρασε ένα κουτί σου (γλυκά). Κρατώντας το κουτί στα χέρια επιχειρεί να διασχίσει το δρόμο οπότε ένα αυτοκίνητο τον χτυπάει και τον στέλνει στον άλλο κόσμο.
Ανεβαίνει λοιπόν σιγά-σιγά προς τα πάνω εξαϋλωμένη η ψυχή του με την μορφή που είχε ο άνθρωπος την ώρα του θανάτου (κρατώντας δηλαδή το κουτί με τα σου στα χέρια).
Φθάνει κάποτε σαστισμένος στην πύλη του άλλου κόσμου και χτυπά φοβισμένα, στην αρχή, την πόρτα.
Μάταια όμως. Στο φυλάκιο της πύλης ο άγιος Πέτρος, παίζει τάβλι με την Παναγία και είναι τόσο απορροφημένος που δεν ακούει τίποτα.
Ξαναχτυπάει ο άνθρωπος πιο δυνατά, αλλά... τίποτα.
Τρομοκρατημένος πια πιάνει τη σιδερένια καγκελόπορτα με το ένα χέρι (με το άλλο κρατάει ακόμα τα σου) και με όλη του τη δύναμη τη τραντάζει συθέμελα.
Επιτέλους, το τάβλι σταματάει, και ο άγιος Πέτρος πετάγεται έξω να δει τι συμβαίνει.
- Πέτρο τι συμβαίνει; ρωτάει ανήσυχη η Παναγία. Και ο άγιος Πέτρος απαντά καθησυχαστικά:
- Μη φοβού Μαριάμ! Ο Κύριος με τα σου...
Ένα ζευγάρι ετοιμάζεται για ύπνο. Η γυναίκα κοιτάζεται εξεταστικά στο μεγάλο καθρέφτη.
- Αγάπη μου, λέει, το ξέρεις πως κοιτάζομαι στον καθρέπτη και βλέπω μια γριά; Το πρόσωπο μου γεμάτο ρυτίδες, τα στήθη φτάσανε στη μέση μου, ο πισινός μου κρέμεται. Έχω χοντρές γάμπες και πλαδαρά μπράτσα.
Γυρίζει στον άντρα της και λέει:
- Έλα! πες μου κάτι καλό να μου φτιάξεις το κέφι!
Ο σύζυγος κάνει μια καλή προσπάθεια για μια στιγμή να σκεφτεί κάτι θετικό και της απαντά ήρεμα και τρυφερά:
- Εγώ βλέπω ότι έχεις τέλεια όραση!
Ένας τελειόφοιτος της Ψυχολογίας έπρεπε να κάνει μια εργασία για τα δυνατά συναισθήματα.
Ο επιβλέπων καθηγητής του συνέστησε να αποφύγει τους ανθρώπους των πόλεων, πολλά λόγια και λίγη ουσία και να ψάξει για πηγές στην ύπαιθρο. Μια και δυο, παίρνει τα βουνά και σ’ ένα χωριό στην Πίνδο εντοπίζει ένα γεροντάκι που καθόταν μοναχό του.
- Γεια σου παππού... μπλα μπλα μπλα ... Θυμάσαι να μου πεις μια φορά που να σου έτυχε κάτι και να χάρηκες ΠΟΛΥ;
Ο γερακος σκέφτεται, σκέφτεται...
- Μια φορά, πριν πολλά χρόνια ένας γείτονας -Θεός σχωρεστον- έχασε ένα πρόβατο στο βουνό. Μαζευτήκαμε λοιπόν καμία δεκαριά νοματαίοι, βγήκαμε στο βουνό, βρήκαμε το πρόβατο, το γαμήσαμε και το φέραμε πίσω.
(-Αυτό δεν μπαίνει στην εργασία... Για να ξαναδοκιμάσω)
- Ωραία... Μήπως θυμάσαι καμιά ΑΛΛΗ φορά, που να έγινε κάτι ΑΛΛΟ και να χάρηκες ΠΟΛΥ;
Ξανασκέφτεται ο γερακος...
- Μια άλλη φορά, ένας άλλος γείτονας -Θεός σχωρεστον κι αυτόν- έχασε την κόρη του στο βουνό. Ε, μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά άντρες, βγήκαμε στο βουνό, ψάξαμε, τη βρήκαμε, τη γαμήσαμε και τη φέραμε πίσω.
(-Σε λάθος κατεύθυνση ψάχνω, ας αλλάξω θέμα)
- Ωραία, παππού... Τώρα να σε ρωτήσω κάτι άλλο... Θυμάσαι να μου πεις αν σου έτυχε ποτέ τίποτα που να ντράπηκες ΠΟΛΥ;
Ο γερακος πέφτει σε βαθιά περισυλλογή... Και τελικά, με ύφος μεγάλης ενοχής:
- Μια φορά χάθηκα στο βουνό...