- Απελπισμένη η κατσίκα από τη ζωή της επαρχίας αποφασίζει να πάρει τα τρία κατσικάκια της και να πάει στην Αθήνα. Ξεκινάει λοιπόν μια μέρα αλλά δεν αντιλαμβάνεται τον κακό λύκο που τους ακολουθεί με σκοπό να βρει ευκαιρία να φάει τα κατσικάκια .
- Αφού βρήκε σπίτι για να μείνουν , ξεκινά ένα πρωί να βρει δουλειά . Βλέποντας ο λύκος δεν χάνει την ευκαιρία και χτυπά την πόρτα στα κατσικάκια . Ποίος είναι ; ρωτούν αυτά . Εγώ η μαμά απαντά ο λύκος . Το σύνθημα , λένε τα κατσικάκια . Ο λύκος φεύγει νευριασμένος γιατί δεν γνωρίζει το σύνθημα. Γυρίζει όμως γρήγορα και κρυμμένος περιμένει την κατσίκα να ακούσει το σύνθημα.. γυρίζοντας η κατσίκα απαντάει στην ερώτηση για το σύνθημα.
- Ο λύκος φεύγει όλο χαρά και γυρίζει την άλλη μέρα που έλειπε η κατσίκα. Χτυπά πάλι την πόρτα φωνάζοντας. Εγώ είμαι η μαμά ανοίξτε. Από μέσα δεν ακούγεται απολύτως τίποτα. Τραβάω τα βυζιά μου φωνάζει αυτός. Πάλι δεν ακούγεται τίποτα. Τραβάω τα βυζιά μου επιμένει ο λύκος.
- Τότε ακούγεται μια φωνή από μέσα: και τα αρχ***α σου να τραβάς μαλ**α βάλαμε ματάκι τώρα και σε βλέπουμε.
Ήταν 3 νυχτερίδες και ήταν να κάνουν διαγωνισμό για το ποιά θα πιει το περισσότερο αίμα.
Φέυγει η πρώτη, γυρνάει με αίμα να στάζει από το στόμα της.
- Βλέπετε εκείνον τον τοίχο; ρωτάει τις άλλες δύο.
- Ναι, λένε οι άλλες δύο.
- Πίσω από αυτόν είναι έναν λιβάδι και πήγα εκεί πέρα και ήταν κάτι άνθρωποι που έκαναν πάρτι, και ήπια το αίμα σε κάμποσους.
Φεύγει η δεύτερη και γυρνάει με αίμα σε όλο της πρόσωπο.
- Βλέπετε εκείνον τον τοίχο;
- Ναι, λένε οι άλλες δύο.
- Πίσω από αυτόν υπάρχει ένα βουνό και εκειπέρα ήταν διάφοροι και κάναν κάμπινγκ, και ήπια το αίμα σε κάμποσους!
Πάει και η τρίτη και γυρνά πασαλειμμένη στο αίμα από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
- Βλέπετε εκείνον τον τοίχο; ρωτάει.
- Ναι, λένε οι άλλες δύο.
- Ε, εγώ δεν τον είδα!
Ένας κυνηγός πάει σαφάρι στην Αφρική και παίρνει μαζί το σκύλο του.
Ενώ ο σκύλος περιφέρεται στη ζούγκλα, βλέπει μια λεοπάρδαλη να κατευθύνεται προς το μέρος του, φανερά πεινασμένη. Ο σκύλος σκέφτεται, «Ωχ μπλέξαμε!» Τότε βλέπει κάτι κόκαλα λίγο πιο πέρα και αρχίζει να τα ροκανίζει, με την πλάτη του στην λεοπάρδαλη. Ενώ εκείνη είναι έτοιμη να του χιμήξει, ο σκύλος λέει, «Πολύ νόστιμη αυτή η λεοπάρδαλη. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άλλες εδώ τριγύρω.» Η λεοπάρδαλη, κι ενώ ήδη βρίσκεται στον αέρα παγώνει, και εξαφανίζεται πίσω από κάτι δέντρα. «Παραλίγο», λέει «λίγο έλειψε. Αυτός ο σκύλος σχεδόν με είχε.»
Ένας πίθηκος, παρακολουθώντας όλο το σκηνικό από ένα δέντρο, σκέφτεται ότι μπορεί να εξασφαλίσει την εύνοια της λεοπάρδαλης και να γλιτώσει το τομάρι του εξηγώντας της αυτό που είχε συμβεί. Πάει προς το μέρος της και εξηγεί τα πάντα. Η λεοπάρδαλη, έξαλλη για την κοροϊδία, λέει στον πίθηκο «Έλα, πίθηκε. Ανέβα στη ράχη μου να δεις από κοντά τι πρόκειται να πάθει ο σκύλος»
Ο σκύλος βλέπει τη λεοπάρδαλη να έρχεται προς το μέρος του με τον πίθηκο καβάλα. «Τι θα κάνω τώρα;» σκέφτεται. Τότε, αντί να το βάλει στα πόδια, κάθεται με την πλάτη γυρισμένη στους δυο. Όταν η λεοπάρδαλη και ο πίθηκος έχουν πλησιάσει αρκετά, ο σκύλος λέει, «Που είναι αυτός ο ηλίθιος πίθηκος; Ποτέ δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ, τον έστειλα πριν από μισή ώρα να μου φέρει άλλη μια λεοπάρδαλη κι ακόμα να φανεί!»
Ήταν μια φορά ένας βοσκός στην εθνική οδό και έκανε ωτοστόπ. Μαζί του όμως είχε και μια αγελάδα. Ξαφνικά έρχεται ένας με μια Ferrari και σταματάει να τον πάρει. Oπότε δένουν την αγελάδα από πίσω και ξεκινάνε.
(βοσκός) Ρε φίλε δε γίνετε να πάμε ποιό γρήγορα; Με δυσκολία πατάμε τα 30χλμ
(οδηγός) Τι λες ρε μάστορα και η αγελάδα που είναι από πίσω;
(βοσκός) Μη σε νοιάζει γιʼαυτην δε μασάει
(οδηγός)Kαλά.
Ο οδηγός όμως τα είχε πάρει στο κρανίο και άρχισε να το πατάει, είχαν πιάσει τα 100χλμ άλλα η αγελάδα όμως από πίσω ακάθεκτη. 150χλμ τίποτα, έπιασαν τα 200χλμ άλλα εκεί η αγελάδα έτρεχε από πίσω.
Ο οδηγός τα είχε παίξει και αποφασίζει να τα δώσει όλα. Ξαφνικά λοιπόν που είχαν πιάσει τα 300χλμ η αγελάδα βγάζει τη γλώσσα της.
(οδηγός)Eίδες παππού η αγελάδα σου τα έπαιξε δεν αντέχει άλλο έβγαλε τη γλώσσα της έξω
(βοσκός) να σου πω γιε μου από που την έβγαλε;
(οδηγός) από αριστερά. Γιατί?
(βοσκός) Α δεν κουράστηκε, άπλα βγάζει φλας να προσπεράσει.
Ήταν μια φορά μια οικογένεια χελώνων (μάνα, πατέρας, και τρεις γιοί) και αποφάσισαν να πάνε για πικ νικ. Ξεκίνησαν ένα ωραίο πρωί και περπατώντας μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες, βρήκανε ένα ωραίο λιβάδι.
Στρώσανε μία κουβέρτα και βγάζοντας τα πράγματα είδαν ότι έλειπε το ανοιχτήρι για τις κονσέρβες. Λέει τότε ο πατέρας στον μικρό του γιό. Γιε μου να πας στο σπίτι να φέρεις το ανοιχτήρι.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Πατέρας: Σου υπόσχομαι ότι θα σε περιμένω.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Με τα πολλά όμως έφυγε. Πέρασαν τρεις μέρες αλλά δεν είχε γυρίσει. Τότε ο δεύτερος γιος άρχισε να διαμαρτύρεται ότι πεινάει. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει ο πατέρας. Πέρασε μία βδομάδα, δύο βδομάδες, ένας μήνας και άρχισαν να διαμαρτύρονται και οι άλλοι. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει πάλι ο πατέρας. Πέρασαν δύο μήνες ώσπου δεν άντεξε και ο πατέρας και λέει στους υπόλοιπους να ξεκινήσουν να τρώνε. Tότε ξεπετάγεται ένα κεφάλι πίσω από κάτι θάμνους και λέει:
Θʽ φάτε ε, δεν πάω!
Ο λαγός είχε πολύ άχτι τον λύκο, εξαιτίας όλων των ιστοριών που ο λύκος τρώει τον λαγό, και έψαχνε αφορμή για να τον δείρει.
Οπότε την Κυριακή στο συμβούλιο των ζώων λέει ο λαγός στον λύκο:
- Λύκε, γιατί δεν φοράς καπέλο;
- Ε, δεν είχα, ρε λαγέ, λέει ο λύκος.
Αυτό ήταν, βρίσκει την αφορμή ο λαγός, σπάει τον λύκο στο ξύλο...
Την επόμενη Κυριακή λέει ο λαγός:
- Λύκε, γιατί δεν φοράς καπέλο;
- Ε, δεν πρόλαβα να αγοράσω, ρε λαγέ, λέει ο λύκος.
Ξαναβρίσκει την αφορμή ο λαγός, σπάει τον λύκο στο ξύλο...
Μετά ο λαγός σκέφτεται ότι μάλλον αυτήν την βδομάδα θα έχει πάρει ο λύκος καπέλο, και δεν θα πιάνει η δικαιολογία.
Πάει λοιπόν και ρωτά την κουκουβάγια, το σοφό πουλί του δάσους, τι να πει στον λύκο, για να βρει δικαιολογία να τον δείρει.
- Α, λέει η κουκουβάγια, είναι πολύ απλό. Θα τον στείλεις να σου πάρει τσιγάρα. Αν σου φέρει μαλακό θα του πεις:
"Γιατί δεν έφερες σκληρό;" Και το αντίθετο... Έτσι θα μπορέσεις να τον πλακώσεις στο ξύλο πάλι.
Έρχεται η Κυριακή, στο συμβούλιο των ζώων λέει ο λαγός:
- Λύκε, έλα δω.
- Ε, χίλια συγνώμη, λαγέ, λέει ο λύκος, αλλά πάλι δεν κατάφερα να πάρω καπέλο.
- Καλά, λέει ο λαγός. Δεν πειράζει. Θα πας να μου πάρεις τσιγάρα;
- Φέρε λεφτά.
Του δίνει τα λεφτά ο λαγός, κάνει τρία βήματα ο λύκος, γυρίζει και ρωτάει:
- Μαλακό ή σκληρό;
Και ο λαγός απαντάει:
- Γιατί δεν φοράς καπέλο;