Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.
Πέφτει ένα αεροπλάνο και σώζετε ένας μόνο βιολιστής μαζί με το βιολί του στην Αφρική.
Εκεί που περπατούσε ξαφνικά ακούει σαματά πίσω του γυρνάει και βλέπει μια αγέλη λιοντάρια να τρέχουν προς τα πάνω του(πολύ πεινασμένα).
- Αρχίζει λοιπόν το τρέξιμο και τα λιοντάρια από πίσω. Τι θα κάνω σκέφτεται . Θα με φάνε τα θηρία!
- Του έρχεται ξαφνικά η ιδέα να παίξει βιολί μήπως και ηρεμήσουν.
- Όντως μετά από λίγο βλέπει τα λιοντάρια να σταματούν, σταματάει και αυτός και παίζει.
- Ξαφνικά από μακριά τρέχει ένα λιοντάρι και τον κατασπαράζει τον βιολιστή.
Δυο ινδιάνοι από την κορυφή του βουνού που παρακολουθούσαν όλη τη φάση.
- Λέει ο ένας στον άλλον, δεν σου είπα ότι θα έρθει το κούφο λιοντάρι όπου να νάνε;
Συναντιούνται στον δρόμο ένα άλογο και ένας γάιδαρος που ήταν φίλοι από παλιά.
- Χαθήκαμε, λέει το άλογο στον γάιδαρο. Ελα απο το σπίτι να πιούμε ένα καφέ και να τα πούμε.
Πηγαίνουν λοιπόν στο σπίτι του αλόγου και εκεί ο γάιδαρος βλέπει εκπληκτος πως ήταν γεμάτο κύπελλα, έπαθλα και βραβεία.
- Που τα κέρδισες όλα αυτά; ρωτάει.
- Α, αυτά δεν είναι τίποτα, του απαντάει το άλογο. Απλά όταν ήμουν πιο μικρός έτρεχα σε αγώνες.
Την επόμενη μέρα ήταν η σειρά του γάιδαρου να καλέσει το άλογο σπίτι του.
Τι να κάνω σκέφτεται για να εντυπωσιάσω το αλογο; Εγώ δεν έχω ούτε βραβεία, ούτε έπαθλα.
Πηγαίνει λοιπόν και αγοράζει ένα μεγάλο κάδρο με μία ζέβρα και το καρφώνει στο σαλόνι. Ερχεται λοιπόν την επόμενη μέρα το άλογο για την επίσκεψη και όπως τον ξεναγεί στο σπιτι βλέπει το τεράστιο κάδρο με την ζέβρα.
- Τι είναι αυτό γάιδαρε;
- Α αυτό, δεν είναι τίποτα, απλά όταν ήμουν πιο μικρός έπαιζα στην Γιουβέντους!
Κάποτε στο δάσος το λιοντάρι αποφάσισε να μαζέψει όλα τα ζώα και σαν αρχηγός τους να τους αναγγείλει ότι θα φύγει για διακοπές ένα μήνα.
"Αγαπημένα μου ζώα όσο θα λείπω η καλή αλεπού θα είναι ο βασιλιάς σας, να την ακούτε και να την εμπιστεύεστε όλοι..." τους είπε κι αφού έδωσε οδηγίες στην πονηρή αλεπού έφυγε.
Ενώ είχαν περάσει 2-3 ημέρες η πονηρή αλεπού που είχε πάρει το ρόλο της σοβαρά, άρχισε να κάνει περιπολίες στο δάσος και κάπου-κάπου στη λίμνη. Βλέπει το λαγό.
"Λαγέ τι κάνεις εκεί;" τον ρωτάει.
"Να εδώ αλεπού μου" απαντάει αυτός... "ψαρεύω, ακούω μουσική, παίρνω καθαρό αέρα, γαμάω και την γκόμενα του λιονταριού την τίγρη...!
Ακούγοντας όλα αυτά η αλεπού έμεινε άφωνη. Αφού έγινε ακόμα 4-5 φορές, αποφάσισε να πάει να ειδοποιήσει το λιοντάρι και να του πει τα νέα.
Έτσι λοιπόν το λιοντάρι αποφάσισε να γυρίσει να ακούσει με τα ίδια τα αυτιά του τα λεγόμενα του λαγού. Πήγε λοιπόν στο δάσος συναντάει το λαγό και του λέει.
"Λαγέ τι κάνεις εδώ;"
"Τι να κάνω λιοντάρι μου" του απαντάει, "ψαρεύω, ακούω μουσική, παίρνω καθαρό αέρα, ε! λέω και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα...!
Ο σύζυγος νταλικέρης. Η σύζυγος... Ζωηρή. Αυτός φεύγει για ταξίδι κι αυτή βρίσκει ευκαιρία να καλέσει σπίτι τον εραστή της. Εκεί που είναι έτοιμοι ν αρχίσουν όμως, χτυπάει το κουδούνι.
- Καήκαμε, ο άντρας μου, λέει αυτή. Γρήγορα κρύψου στη ντουλάπα. Ανοίγει την πόρτα, αλλά δεν ήταν ο άντρας της. Ήταν ένας παλιός εραστής που τη θυμήθηκε κι ήρθε να τη δει. Ο σύζυγος όμως έχει ακυρώσει το δρομολόγιο κι επιστρέφει σπίτι, θέλοντας να κάνει έκπληξη στη γυναικούλα του. Χτυπάει το κουδούνι.
- Καήκαμε, αυτή τη φορά είναι σίγουρα ο άντρας μου, κρύψου.
- Να μπω στην ντουλάπα;
- Όχι, όχι στην ντουλάπα. Μπες κάτω απ το κρεβάτι, και τον σπρώχνει κάτω απ το κρεβάτι έτσι όπως ήταν γυμνός. Ανοίγει την πόρτα στον άντρα της, αυτός τη βλέπει με τη νυχτικιά, του ρχεται μια όρεξη και την πάει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί αφού κάνουν ότι κάνουν αυτός ανάβει τσιγάρο. Εκεί που το καπνίζει όμως βλέπει κάτω απ το κρεβάτι να προεξέχει ένας κώλος.
- Τι είναι αυτό, γυναίκα;
- Α, αυτό είναι το καινούργιο μας σταχτοδοχείο, λέει αυτή.
- Ε, αφού είναι το σταχτοδοχείο, ας το εγκαινιάσουμε. Και σβήνει μέσα το τσιγάρο του.
- Φωτιάααα, Φωτιάααα! ακούγεται μια φωνή κάτω απ το κρεβάτι.
- Πρώτα τα έπιπλα, πρώτα τα έπιπλα! ακούγεται μια φωνή απ τη ντουλάπα!
Ήτανε μια φορά ένας χωρικός λίγο βραδύγλωσσος. Έρχεται κάποια μέρα στην Αθήνα και πάει στο Ιατρικό Κέντρο εκεί στο Μαρούσι. Πλησιάζει τη κοπέλα στην είσοδο και της λέει:
- Ωρι-ρι-ριλά θέλω Η κοπέλα τον καθοδηγεί και σε λίγο βρίσκεται μπροστά στο γραφείο του γιατρού να του εξηγεί το πρόβλημά του:
- Εγώ-γώ γιατρέ μου έχω κο-κο-κότες και πα-πα-πάπιες. Τις έχω μέσα στο κο-κο- κοτέτσι και το πρω-πρωί τις βγάζω και το βρα-βράδι τις ξα-ξα-ξαναβάζω πα-πα-πάλι.
Ο γιατρός τον κοιτάει περίεργα, γιατί εκτός του ότι σπάζεται με το ρατάρισμα, δεν βλέπει και τι τον ενδιαφέρουν αυτόν τα πουλερικά.
- Ωραία όλα αυτά κύριέ μου και χαίρομαι για σας, του λέει. Δεν βλέπω όμως εγώ που μπορώ να βοηθήσω.
- Πε-πε-περίμενε γιατρέ μου, του λέει ο χωρικός. Το πρω-πρωί που λές τους ανοίγω την πο-πο-πόρτα και φωνάζω "Πα, πα, Πα" και έξω οι Πα-πα-πάπιες ! Με-με-μετά ξξξξαναφωνάζω "Κο, κο, κο" και έξω κι οι κο-κο-κότες.
- Εμένα τι με κόφτει άνθρωπέ μου τι κάνεις εσύ με τις πάπιες και τις κότες;, διαμαρ- τύρεται ο γιατρός που αρχίζει να εκνευρίζεται χοντρά. Γιατρός είμαι δεν είμαι πτηνοτρόφος !
- Μη-μη-μη βιάζεσαι θα σου εξξξξξηγη- γήσω, συνεχίζει απτόητος ο χωρικός. Το βρα-βράδι ξξξξανανοίγω τη πο-πο-πόρτα και φωνάζω "Πα, πα, Πα" και μέσα οι Πα-πα- πάπιες ! Με-με-μετά "Κο, κο, κο" και μέσα κι οι κο-κο-κότες... εκτός από μια.
- Ε βάλτην κι αυτήν τη μία μέσα να κάνουμε και καμμιά δουλειά !, διακόπτει ο γιατρός που έχει πάρει ανάποδες.
- Δε-δεν μπαίνει με τι-τι-τίποτα η κα-κα- καριόλα με-με-μέσα, επιμένει ο "ασθενής". Το Χρι-χρι-χριστό σου, αρχίζω το-το-τότε εγώ, τη Πα-Πα-Παναγί... έξω οι πα-πάπιες.