φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν μια φορά, 2 μπο***λα το ένα απέναντι από το άλλο. Το ένα είχε συνέχεια δουλειά, ενώ στο άλλο βάραγαν μύγες. Αναρωτιέται η τσατσά τι τρέχει και δεν έχει δουλειά. Και καθαρό μπο***λο έχω, και ωραίες κοπέλες έχω, λέει, γιατί όμως δεν έρχεται κανείς;
Φωνάζει το μπράβο.
- "Μήτσο, πήγαινε απέναντι και κάνε τον πελάτη, να μου πεις γιατί έχει τόση δουλειά και εμείς όχι."
Πηγαίνει απέναντι λοιπόν. Χλιδή, καθαρά, και ωραίες πο***νες.
Έρχεται η τσατσά:
- "Τι θα θέλατε;"
- "Τι προσφέρετε εσείς;", ρωτάει ο Μήτσος.
- "Τα πάντα. Πισωκολλητό, απλό, παρτούζες, στάσεις 69, και φυσικά τσι***κι με τραγούδι!"
- "Τσι***κι με τραγούδι; δηλαδή", ρωτάει ο Μήτσος;
- "Θα σας παίρνει τσ***κι η κοπέλα και ταυτόχρονα θα σας τραγουδάει!"
- "Και πως γίνεται αυτό;"
- "Μυστικό!"
- "Καλά, λέει, αυτή την κοπέλα θέλω."
Μπαίνει στο δωμάτιο, έρχεται και η κοπέλα. Τον ρωτάει:
- "Τι θέλετε να ακούσετε.
- "Ρουβά", λέει αυτός.
Εντάξει λέει η κοπέλα, τον ξαπλώνει στο κρεβάτι, σβήνει το φως, αρχίζει να του παίρνει τσι****κι και να του τραγουδάει Ρουβά.
Τελειώνει, πληρώνει, και πηγαίνει στο μπο***λο που δουλεύει και λέει στην τσατσά ότι υπάρχει μια κοπέλα που του πήρε τσιμπούκι και ταυτόχρονα τραγουδούσε!
- "Πώς το έκανε", τον ρωτάει;
- "Δεν ξέρω, γιατί είχε σβήσει το φως."
- "Να πας ξανά", του λέει, "και να μάθεις."
Ξαναπηγαίνει, παίρνει την ίδια κοπέλα.
- "Τι θέλετε να ακούσετε τώρα;"
- "Καζαντζίδη."
- "Εντάξει", λέει. Αρχίζει το τσιi***κι και να τραγουδάει.
Ξαφνικά ο Μήτσος ανάβει το φως και βλέπει πάνω στο κομοδίνο ένα γυάλινο μάτι!
Κάποτε ένας τύπος αγόρασε έναν παπαγάλο. Τον πήγε σπίτι και προσπαθούσε να τον μάθει να μιλάει αλλά αυτός το μόνο που του έλεγε είναι "Σου δίνω το λόγο μου".
Μετά από πολλές προσπάθειες ο τύπος νευρίασε πολύ, τον άρπαξε και τον έβαλε για τιμωρία μέσα στην κατάψυξη.
΄Υστερα από μερικές ώρες άνοιξε το ψυγείο για να δει την αντίδρασή του και άκουσε μια φωνή:
- Σου δίνω το λόγο μου... Ότι δεν θα σου ξαναπώ "σου δίνω το λόγο μου", αλλά πες μου τουλάχιστον η γαλοπούλα τι σου έφταιξε;
Ένας νομάρχης πάει να επισκεφθεί κάποιο νοσοκομείο της περιοχής του για να το ελέγξει.
Κόσμος πολύς στην είσοδο κανάλια ραδιοφωνικοί σταθμοί κλπ κλπ.
Μπαίνει μέσα ο νομάρχης και αρχίζει να ελέγχει τα δωμάτια του νοσοκομείου.
Ανοίγει την πόρτα ενός δωματίου βλέπει λοιπόν τους ασθενείς στα κρεβάτια τους, πολύ καθαριότητα, νοσοκόμες να εξυπηρετούν τους αρρώστους κλπ κλπ.
Ανοίγει μια άλλη πόρτα και βλέπει ένα ασθενή να τον παίζει.
Τρελαίνεται ο νομάρχης φωνάζει ένα γιατρό και ζητάει εξηγήσεις.
- Μα τι γίνεται γιατρέ τι κάνει αυτός ο ασθενής;
- Είναι μια ειδική περίπτωση κύριε νομάρχη και η θεραπεία η ενδεδειγμένη είναι αυτή απαντά ο γιατρός.
Ησυχάζει ο νομάρχης και προχωράει σε άλλα δωμάτια.
Ανοίγει μια άλλη πόρτα και βλέπει μια νοσοκόμα να κάνει π**α σε ένα ασθενή.
Εκεί είναι που παλαβώνει ο νομάρχης τελείως και φωνάζει τον γιατρό πάλι.
- Τι πράγματα είναι αυτά γιατρέ;
- Σε τι αναφέρεστε κ. νομάρχη ρωτά ο γιατρός.
- Μα δεν βλέπετε τι γίνεται σε αυτό το δωμάτιο ρωτά ο νομάρχης;
- Μα κύριε νομάρχα είναι ακριβώς η ίδια περίπτωση με την προηγούμενη που είδατε και στο άλλο δωμάτιο μόνο που ο ασθενής εχεί καλύτερο ταμείο!
Κάποιος παππούς πεθαίνει στο Μόναχο και αφήνει ευχή και κατάρα στα παιδιά του να τον θάψουν στην πατρίδα του, την Συκιά Χαλκιδικής.
Επειδή η γραφειοκρατία και στην γερμάνια κάνει κάποιες μέρες συν μια 6ημερη απεργία της ολυμπιακής αναγκάζουν τα παιδιά του να τον ταριχεύσουν. Όταν με το καλό φτάνει στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης τον περιμένει το κοράκι ελαφρώς πιωμένο. Τον φορτώνει χωρίς συνοδεία φυσικά βάζει και τον Ζαφείρη Μελά στο μαγνητόφωνο λογά σούρας συν καψούρας (ο χειρότερος συνδυασμός) και πλακώνεται 140 150 160. Έξω από τον αρμενιστή στην ανηφόρα ανοίγει η πίσω πόρτα και φεύγει το φέρετρο μαζί με τον πάππου και τα λουλούδια. Κατρακυλώντας πέφτει στην θάλασσα πάνω από έναν ψαροντουφεκά. Τον βλέπει ο δύτης τον παίρνει για κάποιο μεγάλο ψαρί και τον κτυπάει με το ψαροντούφεκο. Όταν βλέπει το λάθος του τι να κάνει τον βγάζει στην ακτή βλέπει ένα άδειο Ντάτσουν τον κρύβει στην καρότσα και φεύγει. Κάποια στιγμή έρχεται ο κάτοχος του Ντάτσουν φυσικά παίρνει χαμπαρι τι έχει στην καρότσα. Στον δρόμο για το χωριό τον ξεφορτώνει σε μια κλειστή στροφή πάνω στην διπλή γραμμή. Όπως είναι επόμενο λόγω καντεμιάς του πάππου έρχεται μια νταλίκα τον βλέπει τελευταία στιγμή φρένα κλαπέτα δεν το πρόλαβε 40 τόνοι 16 τροχοί πάνω από τον παππού. Ο νταλικέρης ψάχνει με σι μπι το κοντινότερο κέντρο υγείας και με κόρνες φώτα τον μεταφέρει εκεί. Ορμάνε οι τραυματιοφορείς το κουβαλάνε μέσα και ο νταλικέρης περιμένει έξω όλο αγωνιά. Σε 2 ώρες βγαίνει ο γιατρός με την πράσινη ποδιά τον σκούφο την μάσκα πιάνει τον νταλικέρη από τον ώμο και λέει:
- «Έκανα ότι μπορούσα δέκα λεπτά πιο νωρίς αν το είχα θα τον έσωνα.»*Μου το διηγήθηκε γιατρός από το Πλαγιάρι
Προ ημερών ένας στρατιώτης πάει σε έναν οίκο ανοχής μετά από την βασική εκπαίδευση.
Έπειτα από κάποιες ώρες βγαίνει στα κακά του χάλια, δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του, στριγλάει πέφτοντας από εδώ και απ’ εκεί . Τον βλέπει ένας αστυφύλακας και τον πάει στο τμήμα όπου και περιγράφει το τι συνέβη.
Ο αρχιφύλακας μη μπορώντας να κάνει τίποτα τον συμβουλεύει να τον συνοδέψει στον Δεσπότη της περιοχής που είναι σοφός άνθρωπος. Παράλληλα παίρνει μαζί του και τις τέσσερις κοπέλες του οίκου, τη Ζιζή 1, την Ζιζή 2, την Ζιζή 3 και την Ζιζή 4. Ο Δεσπότης αφού άκουσε τον στρατιώτη καλεί την Ζιζή 1 και της λέει τι έχει να πει γι’αυτά.
- Σεβασμιότατε εγώ μόλις που τον ακούμπησα με το δακτυλάκι μου , λέει ναζιάρικα η Ζιζή 1.
Τέλος πάντων της λέει, πήγαινε σ’ εκείνο το κουβά και βούτηξε το δάκτυλό σου μέσα.
Στη συνέχεια καλεί την Ζιζή 2 όπου και αυτή με το ίδιο ναζιάρικο ύφος απολογείται ότι μόνο με το χεράκι της τον ακούμπησε, τότε την παροτρύνει να βουτήξει και αυτή το χέρι στο κουβά. Στη συνέχεια καλεί την Ζιζή 3, τότε πετάγεται η Ζιζή 4 και λέει στον Δεσπότη:
- Σεβασμιότατε σας παρακαλώ να βουτήξω εγώ πρώτα το στόμα μου γιατί αυτή θα βουτήξει τον κώλο της.
Πάει ένας στο περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- 500.000 κόλλες ούχου; λέει ο περιπτερας. Εδώ είναι περίπτερο, όχι εργοστάσιο. Εχω να σου δώσω 50 κόλλες αλλά 500.000 όχι. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στις αποθήκες πιο κάτω και ζήτα.
Πάει λοιπόν και αυτός στις αποθήκες βρίσκει έναν υπάλληλο και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Λέει ο υπάλληλος:
- 500.000; Δεν έχουμε τόσες. Πήγαινε στο εργοστάσιο πιο κάτω και ζήτα όσες θες.
Πάει λοιπόν ο φουκαράς μέχρι το εργοστάσιο. Βρίσκει εκεί έναν εργάτη και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- Πόσες;! λέει ο εργάτης. Φίλε μου, δεν έχουμε τέτοιο απόθεμα. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στην Αίγινα στο μοναστήρι του Αγιου Νεκτάριου και ζήτα όσες θες.
Παραξενεμένος αυτός πάει στην Αίγινα. Πηγαίνει στο μοναστήρι, χτυπάει την πόρτα, του ανοίγει ένας μοναχός και του λέει:
- Πάτερ, θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Του λέει ο μοναχός:
- Περίμενε.
Χτυπάει παλαμάκια ο μοναχός και εμφανίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα μοναχές, μοναχοί, παπαδοπαίδια κουβαλώντας κασόνια με κόλλες ούχου. Του λέει λοιπόν ο μοναχός:
- Ορίστε οι 500.000 κόλλες που ζήτησες.
Παθαίνει πλάκα αυτός και γεμάτος απορία λέει στον μοναχό:
- Καλά πάτερ μου, πήγα σε αποθήκες, σε εργοστάσια, και κόλλες δεν πήρα, εσύ που τις βρήκες τόσες πολλές;
- Τέκνο μου, του λέει, ξέρεις που ήρθες; Ξέρεις τι είναι εδώ;
- Όχι, δεν ξέρω, του απαντά ο άλλος.
- Εδώ είναι του Αγιου Νεκτάριου του πολυΟΥΧΟΥ.
Δύο κρουπιέρηδες κάθονται βαριεστημένα στη μπαρμπουτιέρα του καζίνο.
Ξαφνικά εισβάλλει μια ιδιαίτερα ελκυστική ξανθιά και ποντάρει 20.000 δολάρια σε μια ζαριά λέγοντας:
- Ελπίζω να μη σας πειράζει, αλλά αισθάνομαι πολύ τυχερή όταν παίζω γυμνή.
Με αυτά, ξεκουμπώνει το φερμουάρ, βγάζει φόρεμα και εσώρουχα, ρίχνει το ζάρι και φωνάζει:
- Έλα μωρό μου, η μαμά χρειάζεται καινούργια ρούχα!
Κοιτάει με αγωνία και μόλις το ζάρι σταματά, αρχίζει να χοροπηδάει πάνω κάτω ουρλιάζοντας:
- Ναι, ναι, ναι κερδισαααααααα!
Αγκαλιάζει έναν-έναν τους κρουπιέρηδες, παίρνει τα κέρδη και τα ρούχα της και εξαφανίζεται. Οι τύποι κοιτάζονταν αποσβολωμένοι. Τελικά ο ένας ρωτάει:
- Είδες τι ζαριά έφερε;
- Δεν ξέρω, νόμιζα ότι έβλεπες εσύ!
ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Δεν είναι χαζές όλες οι ξανθιές. Όλοι οι άνδρες, όμως, είναι ίδιοι!
Η νεόπλουτη κυρία έχει μόλις αγοράσει μια βίλα και έχει φωνάξει τον Πόντιο διάσημο εργολάβο Γιωρίκα ,για να του αναθέσει την ανακαίνιση της βίλας.
- Αυτό το δωμάτιο θα το ήθελα μπλε .
- Βεβαίως , μην ανησυχείτε , απαλό μπλε , γράφει στα χαρτιά του και τρέχοντας πάει στο παράθυρο και φωνάζει :
- Το πράσινο από πάνω!
Προχωρούν στο επόμενο δωμάτιο και η πλούσια του λέει :
- Αυτό το δωμάτιο θα το ήθελα ροζ!
- Κανένα πρόβλημα . Μην ανησυχείτε , ροζ γράφει ο Γιωρίκας και τρέχει πάλι στο παράθυρο :
- Ρε σεις , σας είπα το πράσινο από πάνω!
Στο τρίτο δωμάτιο η κυρία ζητάει απαλό κίτρινο .
- Κανένα πρόβλημα . Μην ανησυχείτε , απαλό κίτρινο , γράφει ο Γιωρίκας και τρέχει πάλι στο παράθυρο :
- Ρε σεις , σας είπα το πράσινο από πάνω!
Η κυρία κοντεύει να σκάσει από περιέργεια και τον ρωτάει :
- Καλά ρε συ Γιωρίκα σε ποιους φωνάζεις τόση ώρα :
- Κυρία μου μην ανησυχείτε έχει έρθει το συνεργείο μου για το γκαζόν στον κήπο σας και τους δίνω οδηγίες για την τοποθέτηση !