φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένας Κύπριος και πήγε στο φαρμακείο να πάρει τα φάρμακά του. Τον βλέπει ο φαρμακοποιός και τον ρωτάει:
- Τι θέλετε;- Να ειπώ σας, απαντάει με την Κυπριακή προφορά του, θα ήθελα μίαν ασπιρίνην. Πάει ο φαρμακοποιός και θέλοντας να του κάνει πλάκα, του φέρνει μια διαφημιστική ασπιρίνη στο μέγεθος κεφαλιού γραβιέρας. Το βλέπει ο Κύπριος και λέει ξαφνιασμένος:
- Τι είναι τούτον;- Ασπιρίνη, του απαντά ο φαρμακοποιός, εμείς στην Ελλάδα έτσι την έχουμε. Θα θέλατε τίποτε άλλο;- Ναι, απαντάει ο Κύπριος, θα ήθελα και έναν σωληνάριον γκρέμαν. Ξαναπάει ο φαρμακοποιός και γυρνάει με ένα διαφημιστικό σωληνάριο στο ύψος του ψυγείου. Το βλέπει ο Κύπριος και φωνάζει έντρομος:
- Τι είναι τούτον;- Ένα σωληνάριο με κρέμα, απαντά απτόητος ο φαρμακοποιός, εμάς έτσι είναι τα σωληνάρια στην Ελλάδα. Θα θέλατε κάτι άλλο;- Να ειπώ σας, λέει ο Κύπριος, θα ήθελα και έναν υπόθετον, αλλά καλύτερα να πάρων το από την Κύπρον.
Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ που πλήττει, με μεγάλο στήθος, ψάχνει αρσενικά οποιασδήποτε ηλικίας.
ΖΗΤΕΙΤΑΙ μπάρμαν γυναίκα.
ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ, τρυφερός, ζητεί γυναίκα από Ρωσία, Βουλγαρία, Αίγυπτο, έως
50 ετών, 85-120 κιλά, με σκοπό το γάμο.
18ΧΡΟΝΟΣ ζητάει γυναίκα από 65 και άνω για να την κρατήσει για πάντα
(από εφημερίδα της Κατερίνης).
ΚΥΡΙΑ, 48 ετών, πολύ εμφανίσιμη, ζητά να φιλοξενηθεί σε επαρχία το
4ήμερο του Πάσχα από εμφανίσιμο και ευκατάστατο κύριο.
ΖΗΤΩ να μου χαρίσουν έγχρωμες τηλεοράσεις, στερεοφωνικά συγκροτήματα,
Φωτοτυπικό και εκτυπωτικό μηχάνημα.
ΡΑΝΤΕΣ για σουτιέν στράπλες ζητούνται προς αγορά.
Προσφορά: ... Ή «Διατίθεται αίθουσα για γάμους και βαφτίσια. Όπισθεν λειτουργεί βουλκανιζατέρ».
ΠΩΛΕΙΤΑΙ φίδι 75 μέτρα στενό, μαύρο φίδι, με βούλες πορτοκαλλιές και ραβιδώσεις κίτρινες, Αφρικής γνήσθειον, τέως δηλητηριώδη, διά ζώνες, πορτοφολάκη, μπρατσολέδες ρολογιού. Προσέχετε, μόνο σοβαραί
Προτάσεις, περίπου 120 τεμαχίων και 63 πόντων έκαστον περίπου όλο μαζί, μεγάλη έκπτωσις, συφέρει και πάρτε τηλέφωνον αυθημερώς, καν Λ. Γ.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μαύρη χώρα, ζούσε ένας μαύρος άνθρωπος που είχε ένα μαύρο σπίτι, μια μαύρη κόρη και μια μάυρη γκουβερνάντα. Μια μαύρη μέρα η μαύρη νταντά είπε στο μαύρο άνθρωπο:
- Η μαύρη κόρη σου δεν θέλει να φάει. Τι θα κάνουμε;
Ο μαύρος άνθρωπος λοιπόν καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση μέχρι που έφτασε σε ένα μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σεαυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε, πόσο ζυγίζει;
- 10 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει μαύρα
Δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνα, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει
Στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και
Ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Δεν τρώει τίποτα, ό,τι κι αν κάνω.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα φτάνει σε μια μαύρη στεριά και βρίσκει ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 5 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του, μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Τίποτα, μπουκιά δεν έχει βάλει στο στόμα της.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 1 κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν καμμιά εξέλιξη;
- Όχι τίποτα, δεν τρώει. Πρέπει να κάνετε κάτι.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- Μισό κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά,
Παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο, διασχίζει μια μαύρη έρημο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 100 γραμμάρια κύριε.
- Θα το πάρω.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει τη μαύρη έρημο παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα,
Πάει στο δωμάτιο της κόρης του, της δείχνει το μαύρο κορίτσι και της λέει:
- Να! Έτσι θα γίνεις κι εσύ άμα δεν τρως.
Γιατρέ, παραπονιέται ο Γιάννης, δεν ξέρω τι να κάνω, εδώ και ένα μήνα βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος ονειρεύομαι ότι οδηγώ μια νταλίκα από Αθήνα μέχρι Ορεστιάδα. Ταξιδεύω όλη νύχτα! Ξυπνάω το πρωί και είμαι κατάκοπος, δεν τολμώ να κοιμηθώ!
Του είπε τότε λοιπόν ο γιατρός:
- "Θα παίρνεις τα φάρμακα που σου γράφω, το πρόβλημα σου βέβαια δε θα λυθεί τελείως. Όμως θα οδηγείς πλέον μόνο μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Θα εμφανίζομαι εγώ στο όνειρο σου και θα οδηγώ τη νταλίκα μέχρι Ορεστιάδα."
Έτσι και έγινε. Μετά από καιρό Ο Γιάννης συναντά ένα φίλο του που είχε ένα παρόμοιο πρόβλημα. Εδώ και ένα μήνα, λέει, βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος έρχονται η μις Ελλάς και η μις Κόσμος. Μέχρι να ικανοποιήσω τη μια μου την πέφτει η άλλη. Όλη τη νύχτα γίνεται αυτή η δουλειά. Ξυπνάω το πρωί και είμαι ένα ζωντανό πτώμα. Βρίσκομαι στα όρια της ολικής κατάρρευσης.
Στέλνει λοιπόν ο Γιάννης το φίλο μας στον ίδιο γιατρό και μετά από δυο εβδομάδες ξανασυνάντιουνται.
- "Τι έγινε εντάξει;"
- "Εε. . Σχεδόν εντάξει."
- "Δηλαδή;"
- "Μου έδωσε κάτι φάρμακα και μόλις μου την πέφτουν οι γυναίκες, μετά τον πρώτο γύρο, έρχεται στον ύπνο μου ο γιατρός και τις αναλαμβάνει πλέον αυτός."
- "Ωραία τυχεράκια και απολαμβάνεις και κοιμάσαι!"
- "Ναι. Μόλις όμως πάρει τις γυναίκες μου δίνει μια νταλίκα και την πάω κάθε βράδυ Θεσσαλονίκη - Ορεστιάδα!"
Το λιοντάρι - ο βασιλιάς των ζώων - καθόταν και τεμπέλιαζε. Βλέπει να περνάει από κοντά ο λαγός και σκέφτηκε να τον πειράξει.
"Λαγέ, για έλα εδώ!"
, του φωνάζει. Πλησιάζει ο λαγός ανυποψίαστος και το λιοντάρι ρωτά:
"Γιατί δε φοράς ψηλό καπέλο;".
"Μα, βασιλιά μου, εγώ...".
"Λέγε, γιατί δε φοράς ψηλό καπέλο;", αγριεύει το λιοντάρι. "Μα...", πάει να πει ο λαγός, φλαπ! του τραβάει μια σφαλιάρα το λιοντάρι. "Χάσου τώρα από μπροστά μου!", λέει το λιοντάρι. Φεύγει κι ο λαγός με κατεβασμένα τα αυτιά.
Την άλλη μέρα έτυχε να ξαναπερνά από κει ο λαγός. Τον βλέπει το λιοντάρι και σκέφτεται: Τι καψόνι να του κάνω σήμερα αυτουνού του βλάκα;... Το βρήκα! Θα του ζητήσω τσιγάρα. Αν μου δώσει με φίλτρο θα του πω ότι ήθελα άφιλτρα και τ αντίθετο, αν μου δώσει άφιλτρο θα του πω ότι ήθελα με φίλτρο. Έτσι κι αλλιώς θα τη φάει τη μπούφλα του! . Αμέσως φωνάζει:
"Λαγέ, για έλα εδώ!". Ο λαγός πλησιάζει φοβισμένος. "Τι θέλεις, βασιλιά;", ρωτά. "Τίποτα, μωρέ. Ένα τσιγαράκι θα θελα να μου δώσεις.".
"Αμέσως, βασιλιά.", απαντάει ο λαγός. "Θες με φίλτρο ή άφιλτρο;"
. Φλαπ! τραβάει το λιοντάρι του λαγού μια σφαλιάρα και φωνάζει:
"Ακόμη, ρε, να φορέσεις ψηλό καπέλο;".