Skip to main content
Mια κοπέλα πάει στο μαιευτήριο να γεννήσει καθώς είχαν σπάσει τα νερά της .
- Όνομα πατρός ... ρωτάει η νοσοκόμα .
- Ααα .. , ξέρετε είμαι μόνη μου . απαντά η κοπέλα . Μετά τις γραφειοκρατικές διαδικασίες , γεννά τελικά η κοπέλα και όταν συνέρχεται από τη νάρκωση βλέπει από πάνω της τη νοσοκόμα .
- " Συγχαρητήρια , μόλις γεννήσατε ένα υγιέστατο αγοράκι "... λέει η νοσοκόμα ... " Μόνο που .. "
- " Μόνο που τι ; " ρωτά ανήσυχη η κοπέλα .
- " Εεεε να το αγοράκι είναι μαύρο ενώ εσείς είστε λευκή " λέει η νοσοκόμα ...
- Ααα ναι , λέει η κοπέλα . Πριν γεννήσω είχα παίξει σε μία τσόντα για να βγάλω λεφτά και ο πρωταγωνιστής ήταν μαύρος . Έτσι εξηγείται . Μην ανησυχείτε ..
- Συγγνώμη που γίνομαι αδιάκριτη κοπέλα μου ... Υπάρχει και κάτι άλλο . Το μωρό είναι ξανθό ...
- Ναι , στην τσόντα που έπαιξα , υπήρχε και ένας Σουηδός , προσθέτει η κοπέλα ...
- Ποπό ... συγγνώμη που σου φέρνω σε δύσκολη θέση κοπέλα μου. Υπάρχει και κάτι άλλο όμως ... Το παιδί έχει " σκιστά " μάτια ...
- Ναι .. πράγματι . Στην τσόντα υπήρχε και ένας Κινέζος...
- Ωωωωωω συγγνώμη για την αδιακρισία μου κοπέλα μου , λέει η νοσοκόμα... Αλλά σίγουρα θα θέλεις να το κρατήσεις στην αγκαλιά σου , έτσι δεν είναι ... ; Φεύγει η νοσοκόμα και επιστρέφει με το μωρό στην αγκαλιά ... Δίνει το μωρό στην κοπέλα και τότε το μωρό αρχίζει να κλαίει ... ΟΟΟΟυυυυυφφφ . τώρα ησύχασα , λέει με ανακούφιση η κοπέλα ... Γιατί τι συμβαίνει ; ρωτάει απορημένη η νοσοκόμα . Και η κοπέλα :
- Εεεε να . περίμενα ότι θα γαβγίζει
Ένας φαρμακοποιός προσλαμβάνει έναν ασκούμενο. Το βράδυ που έχουν εφημερία του δίνει οδηγίες:
- Κοίταξε, τα φάρμακα τα ξέρεις, θα δίνεις ό,τι σου ζητάνε. Εγώ θα κοιμηθώ και δεν θα με ξυπνήσεις παρα μόνο σε πολύ επείγουσες περιπτώσεις. Στις 3 το πρωί,αρχίζει ο βοηθός και ουρλιάζει : Αφεντικόοοοοοο ! -Τι είναι μωρε: Ηρθε ένας και είχε το στομάχι του και του έδωσα simeco , καλά έκανα :
- Ναι μωρέ και για αυτό με ξύπνησες;Δεν σου είπα μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις;Μη με ξαναξυπνήσεις άδικα γιατί θα σε απολύσω! Στιε 4 το πρωί, ξανά: Αφεντικόοοοοοο ! - Τι είναι μωρέ,πάλι: ; Ήρθε ένας και είχε πονοκέφαλο και του έδωσα ασπιρίνη, καλά έκανα: Ρε, θα σε πλακώσω! Δεν σου είπα να μη με ξυπνάς για μαλα****. Στις 5 το πρωί ,άντε πάλι:
- Αφεντικόοοοοοο! Ε,ρε π**στη μου, την έχεις βάψει. Αν και τώρα με ξύπνησες για μα**κία , θα σε απολύσω. Λέγε τι έγινε ! - Ήρθε μια μου**ρα, με μία γούνα και δεν φορούσε τίποτε από μέσα, την ανοίγει και μου λέει:
- Αγόρι μου, από τη κ**λα, δεν σε βλέπω. Και της έδωσα κολλύριο, καλά έκανα ::::!
Ο Μπόμπος με τον πατέρα του, είχαν πάει βόλτα στην πόλη. Ο Μπόμπος, ήταν μικρός και ρωτούσε συνέχεια τον μπαμπά του για τα διάφορα που έβλεπε.
- "Μπαμπά, τι είναι αυτό;"
- "Νοσοκομείο είναι παιδί μου", του απαντούσε ο μπαμπάς του.
- "Μπαμπά, τι είναι εκείνο;"
- "Σχολείο είναι παιδί μου."
Κάποια στιγμή, πέρασαν και από ένα οίκο ανοχής.
- "Μπαμπά τι είναι αυτό;", ρωτάει ο μικρός.
- "Αυτό, είναι το σπίτι που ευφραίνονται".
Την άλλη μέρα ο Μπόμπος το σκάει από το σπίτι του και πάει στον οίκο ανοχής. Μπαίνει μέσα και λέει:
- Ήρθα να ευφρανθώ!
- Όχι, είσαι μικρός του απαντάει η υπάλληλος.
- Όχι δεν φεύγω , λέει ο Μπόμπος.
- Καλά, του λέει αυτή, θέλεις μια φέτα με μέλι;
- Θέλω, λέει αυτός και την τρώει.
- Αλλη θες;
- Θέλω!
- Τρίτη θέλεις;
- Θέλω, λέει ο Μπόμπος όμως δεν μπόρεσε να την φάει και γλύφει μόνο το μέλι. Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε τρελαθεί να τον ψάχνει. Στο τέλος τον βρίσκει έξω από τον οίκο ανοχής.
- Μπόμπο! Τι έκανες εκεί μέσα;
Και ο Μπόμπος:
- Πατέρα, τις δύο τις κατάφερα! Την τρίτη... της πάτησα ένα γλείψιμο!
Ένας τύπος κάθεται και τα πίνει σε ένα μπαρ κάθε βράδυ. Μεθάει συνεχώς και φεύγει πάντα τελευταίος από το μπαρ.
Μια μέρα, ο μπάρμαν, αποφασίζει να του πει ότι δε γίνεται να τον αφήνει να μπεκρουλιάζει άλλο.
- Ανθρωπέ μου, κάνεις κακό στον εαυτό σου, κατάλαβέ το. Αντε γύρνα σπίτι σου και άσε με και μένα στην ησυχία μου...
Με τα χίλια ζόρια, ο μπάρμαν τον διώχνει από το μπαρ, αλλά ο μεθυσμένος τριγυρίζει στους δρόμους σαν την άδικη κατάρα. Πηγαίνει και πέφτει επάνω σε ένα αυτοκίνητο. Ο οδηγός από μέσα βγαίνει κατατρομαγμένος έξω και τον ρωτάει αν είναι καλά.
- Μια χαρά είμαι, του λέει ο μεθυσμένος. Εγώ δεν παθαίνω τίποτα, είμαι ο Χριστός.
- Τι λες; Μεθυσμένος είσαι! Δεν είσαι ο Χριστός, σύνελθε.
- Όχι, ο Χριστός είμαι. Θα σου το αποδείξω.
Περίεργος ο οδηγός, ακολουθεί τον μεθυσμένο, ο οποίος τον πηγαίνει στο μπαρ.
Ο μπάρμαν με το που βλέπει τον μεθυσμένο να μπαίνει μέσα, σηκώνει τα χέρια στον ουρανό και λέει:
- ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, πάλι εσύ;
Είναι λοιπόν η γυναίκα ενός τύπου, ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στο νοσοκομείο με κρίσεις. Τη μία πέφτει σε κώμα, την άλλη γίνεται καλύτερα, κ. Ο. Κ.
Παρόλα αυτά, αυτή ήταν στο πλευρό του κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό.
Σε μια στιγμή, και εκεί που καθόταν και τον κοίταζε που ξάπλωνε στο κρεββάτι του νοσοκομείου, αυτός ανοίγει λίγο τα μάτια του και της ψιθυρίζει με βαρύ τόνο:
- Ξέρεις κάτι; Ήσουν πάντα στο πλευρό μου σε όλες μου τις δύσκολες στιγμές... Όταν απολύθηκα από τη δουλειά μου, ήσουν εκεί να με παρηγορήσεις, όταν η επιχείρησή μου απέτυχε, ήσουν εκεί να με υποστηρίξεις, όταν με πυροβόλησαν στο δάσος, ήσουν εκεί, όταν χάσαμε το σπίτι, ήσουν πάντα μαζί μου... Τώρα που η υγεία μου κλονίστηκε, είσαι συνεχώς στο πλευρό μου... Λοιπόν ξέρεις κάτι;
- Τι, αγάπη μου; τον ρωτάει εμφανώς συγκινημένη η γυναίκα του.
- Δεν φεύγεις, μωρή γκαντέμω, από δίπλα μου, μπας και δω και γω μια άσπρη μέρα;