Ζωνιανα.
Ε: Σε ένα αμάξι είναι ένας από τα Ζωνιανά, ένας από τα Ανώγεια και ένας από τα Λιβάδια Μυλοποτάμου. Ποιός οδηγεί; Α: Η ασφάλεια. Ε: Πώς φαίνεται ότι έχει εξαπλωθεί η παγκοσμιοποίηση; Α: Μπαίνουν τα ΕΚΑΜ στα Ζωνιανά και παραλύει η οικονομία της Ολλανδίας. Ε: Πώς λέγονται τα Ζωνιανά στα Ισπανικά; Α: Villabafo. Ε: Γιατί στα Ζωνιανά έχουν την καλύτερη ομάδα πόλο; Α: Γιατί παίζουν όλοι φουνταριστοί. Ε: Πώς λέγονται οι λύκοι που ζουν στα βουνά των Ζωνιανών; Α: Τσιγαριλύκοι. Ε: Πώς λέγεται το γήπεδο μπάσκετ των Ζωνιανών; Α: Στάδιο Ειρήνης Και Φυτείας Ε: Γιατί στα Ζωνιανά είναι όλοι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού; Α: Γιατί έχουν ως έμβλημα το τρίφυλλο. Ε: Γιατί το γήπεδο των Ζωνιανών είναι ακατάλληλο για αγώνες; Α: Γιατί κάπνισαν όλο το χόρτο και ρούφηξαν τις γραμμές. Ε: Τι στολίζουν στα Ζωνιανά τα Χριστούγεννα; Α: Χασισόδεντρο. Ε: Ποιό είναι το αγαπημένο τραγούδι στα Ζωνιανά; Α: Πίνω μπάφους και παίζω Προ. Ε: Τι κοινό έχουν τα Ζωνιανά και μια εκκλησία; Α: Και στα δύο όταν μπαίνεις κάνεις τον σταυρό σου. Ε: Ποιό είναι το αγαπημένο άθλημα των Ζωνιανών; Α: Το μπάφκετ. Ε: Γιατί στα Ζωνιανά έχουν τα πιο γρήγορα γαϊδούρια; Α: Γιατί με το χόρτο που βόσκουν γίνονται καθαρόαιμα κούρσας
Ένας παπάς και ένας ραβίνος ψάρευαν σε μια πλευρά του δρόμου.
Και έγραψαν μια πινακίδα που έγραφε:
"Το Τέλος είναι κοντά. Επίστρεψε τώρα, Πριν είναι πολύ αργά"
Και την έδειχναν σε κάθε αυτοκίνητο που περνούσε.
Ένας οδηγός δεν εκτίμησε την πινακίδα γιατί ήταν ορθολογιστής.
Αντίθετα τους φώναξε:
"Ρε αϊ παρατάτε με παλιομεσαιωνικά αποβράσματα".
Ξαφνικά ακούστηκε ένα μεγάλο ΣΠΛΑΑΑΑΑΑΑΑΤΣ.
- Οι ιερείς αλληλοκοιτάχτηκαν και είπε ο παπάς στον ραβίνο:
Μήπως απλά να βάζαμε μια πινακίδα που να λέει <<Δεν υπάρχει πια η γέφυρα!>>
Ένα νεαρό ζευγάρι, πολύ ερωτευμένο, αποφασίζει να παντρευτεί, όταν την τελευταία νύχτα πριν τον γάμο, συμβαίνει ένα τραγικό ατύχημα και σκοτώνονται.
Βρίσκονται προ των πυλών του Παραδείσου, να συνοδεύονται από τον Aγιο Πέτρο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο νεαρός συναντιέται με τον Πέτρο και του λέει:
- Aγιε μου, η αρραβωνιαστικιά μου και εγώ είμαστε πολύ ευτυχισμένοι εδώ μέσα στον Παράδεισο. Όμως, μας έχει λείψει πολύ η όλη διαδικασία, η τελετή του γάμου. Είναι δυνατόν, για κάποιον που ζει στον Παράδεισο να παντρευτεί κάποιον άλλον;
Ο Aγιος Πέτρος τον κοιτάζει καλά και του λέει:
- Λυπάμαι πολύ. Ποτέ ξανά δεν έχω ακούσει κάποιον άλλον να θέλει να παντρευτεί μέσα στον Παράδεισο. Πολύ φοβάμαι ότι αν το θέλετε πολύ, θα πρέπει να μιλήσετε με τον Παντοδύναμο Θεό. Μπορώ να σας κλείσω ένα ραντεβού σε δύο βδομάδες από σήμερα.
Έφτασε η ημέρα του ραντεβού και οι δύο νέοι παρουσιάζονται εμπρός στον Παντοδύναμο. Του αναφέρουν το αίτημά τους. Ο Κύριος τους κοιτάζει σιωπηλά, σκέφτεται προβληματισμένα και του λέει:
- Ελάτε σε πέντε χρόνια από σήμερα. Εάν ακόμη θέλετε να παντρευτείτε, τότε θα σκεφτώ την επιθυμία σας.
Πέντε χρόνια αργότερα, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι. Η επιθυμία τους είναι ακόμη ζωντανή. Η εντολή του Θεού είναι ίδια:
- Σε πέντε χρόνια, θα παρουσιαστείτε πάλι εμπρός μου. Τότε θα το συζητήσουμε και πάλι.
Την τρίτη φορά, το ζευγάρι εμφανίζεται και πάλι στον Θεό. Ακόμη επιθυμούν να έρθουν σε κοινωνία γάμου.
- Εντάξει λοιπόν. Μπορείτε να προβείτε σε γάμο. Αυτό το Σάββατο, στις 6.30 το απόγευμα, θα τελεστεί μια υπέροχη τελετή γάμου στην Κεντρική Εκκλησία του Παραδείσου. Αφήστε τις λεπτομέρειες σε μένα.
Ο γάμος ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Όλοι οι καλεσμένοι ομολόγησαν ότι η νύφη ήταν πανέμορφη. Όλοι οι γνωστοί και μη, ήταν παρόντες στην τελετή. Ο Μύωσης έφερε σπάνια λουλούδια από τον Νείλο Ποταμό, ο Νώε έφερε σπάνια ορυκτά από την Μεσοποταμία και οι μαθητές του Ιησού έκαναν μερικά θαύματα για να εντυπωσιάσουν τους παρευρισκόμενους. Ακόμη και ο Γκάντι εμφανίστηκε, έμεινε μόνο για λίγο και φορούσε τα πιο καλά του ρούχα.
Όμως... Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα το παντρεμένο ζευγάρι, κατάλαβαν ότι έκαναν ένα φοβερό λάθος. Απλά, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν παντρεμένοι. Έτσι, αποφάσισαν να κλείσουν ένα ακόμη ραντεβού με τον Θεό, για να του ζητήσουν ένα διαζύγιο στον Παράδεισο.
Όταν ο Παντοδύναμος Θεός άκουσε το νέο αίτημά τους, βγήκε από τις χλαμύδες του. Τους κοίταξε με ένα ανάμεικτο, γεμάτο οίκτο, αυστηρότητα, και απογοήτευση, βλέμμα και τους είπε:
- Μα, είσαστε σοβαροί, επιτέλους ή αστειεύεστε; Μας πήρε δέκα χρόνια να βρούμε ένα παπά, εδώ στον ουρανό να σας παντρέψει. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο καιρό θα μας πάρει να βρούμε έναν δικηγόρο;
Ένας Ελληνοαμερικάνος επισκέπτεται τον αδερφό του, βοσκό στην Κρήτη. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο ράτσας Αλάσκας. Τον βλέπει ο βοσκός και παρακαλά.
- Aσε μου ρε αδερφέ το σκύλο εδώ, εγώ θα τον έχω στην περιποίηση, και τέτοιο σκύλο δε βρίσκω εδώ ενώ εσύ θα ξαναβρείς!
- Ναι! του λέει κι ο ξενιτεμένος άλλά θέλω να ζει σαν ... Άνθρωπος! Εμείς στην Αμερική είμαστε πολύ φιλόζωοι!
- Να μην στεναχωριέσαι! Στη μάντρα ή στο σπίτι θα τον έχω πάντα μαζί μου και μόνο κρέας και γάλα θα τρώει! Με τα πολλά λύγισε ο Αμερικάνος στη θέληση του αδερφού του. Περνάνε δέκα χρόνια, μοιραία πεθαίνει ο σκύλος. Τηλεφωνά ο βοσκός στον αδερφό του, και παίρνει την απάντηση.
- Α!είπαμε σαν άνθρωπος! θα τον κηδέψεις χριστιανικά.
- Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Πές το στον παπά του χωριού να το κάνει!
Πάει ο βοσκός στον παπά του λέει ότι θέλει χριστιανική κηδεία για το λυκόσκυλο και του λέει ο παπάς:
- Σήφη, την τσικουδιά να την λιγοστέψεις! ήντα ναι αυτά που μου ζητάς!
- Μα ο αδερφός μου λέει... Παίρνει το κινητό (ναι! το νου σας! όλοι οι βοσκοί στην Κρήτη είχαν κινητά πριν τους δικηγόρους! ζωοκλοπές βλέπετε!) και μιλά με τον αδερφό του.
- Δώσε μου τον παπά! - λέει εκείνος: Έλα παπα-Λάμπρο με ακούς; δυόμισυ χιλιάδες δολάρια σου στέλνω για την κηδεία του σκύλου αλλά να γίνει όπως πρέπει! εντάξει;
- Εντάξει! εντάξει.
Κλείνει το κινητό ο παπάς και λέει του Σήφη.
- Καλά ρε κουμπάρε! γιατί δεν μου λές από την αρχή ότι ο σκύλος σου... Ήταν Ορθόδοξος;
Κατεβαίνει ένας βλάχος την μεγάλη εβδομάδα στο χωριό να εξομολογηθεί και να μεταλάβει.
Ο παπάς που τον εξομολογεί τον ρωτάει:
- Τί αμαρτίες έχεις κάνει;
- Ε, τί αμαρτίες να κάνω, μόνος μου πάνω στο βουνό; Κάθε μέρα χτυπάω και μία μαλακία.
- Α, αυτή είναι μεγάλη αμαρτία! Είναι σαν να σκοτώνεις έναν άνθρωπο κάθε μέρα! Το σπέρμα σου θα μπορούσε να γίνει ένας επιστήμονας, ένας σπουδαίος άνθρωπος!
- Καλά λες, λέει ο βλάχος. Δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Θα σταματήσω!
Ο παπάς τον μεταλαμβάνει και ο βλάχος ξανανεβαίνει στο βουνό.
Για κανα μήνα προσπάθησε να κρατηθεί, αλλά στο τέλος δεν άντεξε.
- Θα τραβήξω μία, και ότι γίνει ας γίνει! λέει ο βλάχος.
Τραβάει μία και, λόγω της αποχής, πετάγεται στην άλλη άκρη του δωματίου.
Και λέει ο βλάχος:
- Φτου γαμώτο! Αν ήξερα ότι ήταν πιλότος, θα τον κρατούσα!
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!
Δυο φίλοι κάθονται στο καφενείο, ο Κώστας και ο Σταύρος:
- Σε παρακαλώ, ρε Σταύρο, απασχόλα τον παπά μέχρι να πεταχτώ στην παπαδιά να κανουμε τρελίτσες και να έρτω να σε πάρω παλι.
- Καλα, ρε φίλε, και τί να του πώ;
- Ε, κάτι θα σκεφτείς να του πείς.
- Μα ψέματα; Όχι. Δεν πάω.
- Κάντο για μένα. Δεν είναι τίποτα.
Τελοσπάντων, μετά από ώρα καταφέρνει ο Κωστας να πείσει τον Σταύρο να απασχολήσει τον παπά.
Πηγαίνει λοιπόν ο Σταύρος και αρχίζει να εξομολογείται. Αραδιάζει ότι ψέμα του κατεβαίνει στο κεφάλι για να τον απασχολήσει, αλλά στο τέλος νιώθει ενοχές.
- Πάτερ μου, όλα αυτά που σας είπα ήταν όλα ψέματα.
- Τί εννοείς τέκνον μου; του απαντάει ο παπάς απορημένος.
- Ο φίλος μου, μου ζήτησε να σας απασχολήσω μέχρι να πάει σπίτι σας και να κάνει τρελίτσες με την γυναίκα σας.
Και του απαντάει ο παπάς.
- Φίλε μου, πήγαινε σπίτι σου μήπως προλάβεις, γιατί εμένα η παπαδιά επέθανε πρίν 3 χρόνια.
Ήταν μια φορά ο Kωστίκας στο χωριό και αποφάσισε να πάει στην Aθήνα για μια βόλτα οπότε ετοιμάζει τα πράγματα του και ξεκινάει.
Φτάνει λοιπόν στην Aθήνα και βρίσκει ένα καλό ξενοδοχείο για να μένει εκεί όπως κοιμόταν ωραία και καλά σκάει μύτη μια θεογκόμενα μισόγυμνη και το βάζει κάτω και του πετάει τα ματιά έξω. Tην επόμενη μέρα ευχαριστημένος ο Κωστικας πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για να φύγει.
(Κωστικας) Παρακαλώ τι χρωστάω. (Λέει στον ταμία)
(Tαμίας) Tίποτα, εμείς σας χρωστάμε του λέει αυτός. Και του σκάει 200 ευρώ.
Ξαφνιασμένος ο Κωστικας φεύγει και γυρνάει πίσω στο χωριό του να πει στους υπόλοιπους τι του έτυχε. Φτάνει λοιπόν στο χωριό και τα λέει όλα στους συχωριανούς του όπως ακριβώς έγιναν. Aλλά όπως ήταν φυσικό κανένας δεν τον πίστεψε. Όμως ο φίλος του ο Γιωρίκας του είπε ότι για να του απόδειξη ότι έλεγε ψέματα θα πήγαινε ο ίδιος στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και έτσι έγινε.
Όπως λοιπόν έφτασε ο Γιωρίκας στην αθήνα πήγε στο ίδιο μέρος και έγιναν ακριβώς τα ίδια. Σκάει μύτη πάλι η γκομενάρα έγινε ότι έγινε και αντί να πληρώσει την επόμενη μέρα του έδωσαν και σʼαυτον 200 ευρώ.
Oπότε γυρνάει ο Γιωρίκας στο χωριό και λέει στους υπόλοιπους ότι ο Κωστικας έλεγε την αλήθεια.
Aλλά Όπως ήταν και πάλι φυσικό κανένας δεν τον πίστεψε και τα έλεγε αυτά για να καλύψει το φίλο του. Στην παρέα όμως έτυχε να είναι και ο παπάς του χωριού και τους είπε
(παπάς) Tέκνα μου μη λέτε ψέματα είναι μεγάλη αμαρτία
(Γιωρίκας) Μα παπά μου αλήθεια λέμε άμα θες πήγαινε να δεις και μόνος σου
(παπάς) Θα πάω για να σας αποδείξω ότι λέτε ψέματα
Και έτσι ξεκίνησε και ο παπάς με προορισμό το περιβόητο ξενοδοχείο. Φτάνει λοιπόν και ξαπλώνει το βράδι για να κοιμηθεί ξαφνικά έρχεται πάλι μια γκομενάρα, βάζει κάτω τον παπά και αλλάζει και σʼαυτον τα φώτα. Πάει την επόμενη μέρα ο παπάς στη ρεσεψιόν να πληρώσει:
- Τη χρωστάω;
- Eσείς χρωστάτε; εμείς σας χρωστάμε και του σκάνε και 400 ευρώ.
- Μα στους άλλους γιατί δώσατε 200 ευρώ?
- Ε τσόντα με παπά πρώτη φορά γυρίζουμε.