Μια μέρα ο Κώστας μπαίνει μέσα στο σαλόνι του σπιτιού του και αναγγέλλει στους γονείς του ενθουσιασμένος το γάμο του με το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης τη Μαρία.
Ο πατέρας του τον παίρνει πιο πέρα και του λέει: Αγόρι μου πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι. Ξέρεις η μητέρα σου κι εγώ είμαστε χρόνια παντρεμένοι, είναι εξαιρετική, την αγαπώ και τη σέβομαι αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερα εκδηλωτική ερωτικά οπότε κατά καιρούς έκανα σχέσεις με άλλες. Σπαράζει η καρδιά μου που στο λέω αλλά η Μαιρούλα είναι ετεροθαλής αδελφή σου και δε γίνεται να την παντρευτείς.
Ο Κώστας πληγώνεται, αλλά σκέφτεται ότι η ζωή συνεχίζεται. Μετά από μήνες αρχίζει να βγαίνει με άλλα κορίτσια και τα πράγματα πηγαίνουν ομαλά μέχρι που ένα βράδυ... εισβάλει πάλι στο σαλόνι και γεμάτος χαρά λέει: Μαμά, μπαμπά, η Αννούλα κι εγώ παντρευόμαστε.
Πάλι ο πατέρας του τον παίρνει παράμερα και του λέει ότι η Αννούλα είναι αδελφή του και ...
Ο νεαρός απελπισμένος περνά άλλη μια κρίση. Μετά από μέρες ξεσπά και λέει στη μαμά του: Τον μισώ τον πατέρα, μου έχει κάνει τόσο κακό! Ποτέ δε θα παντρευτώ! Κάθε φορά που ερωτεύομαι εκείνος μου λέει ότι το κορίτσι είναι αδελφή μου! Και η μητέρα του απαντά: Καλά μωρό μου μη δίνεις και μεγάλη σημασία στο τι λέει. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας.
Οι Παπαδόπουλοι δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά και αποφάσισαν να επιλέξουν έναν εξωτερικό δότη αφού το πρόβλημα εστιάζετε στον Κο Παπαδόπουλο.
Την ημέρα που επρόκειτο να εμφανιστεί ο δότης ο Κος Παπαδόπουλος διακριτικά αποσύρθηκε. Μισή ώρα αργότερα ένας φωτογράφος μωρών που γύριζε πόρτα-πόρτα χτυπάει το κουδούνι ελπίζοντας σε καμμιά πώληση. Καλημέρα σας κυρία μου, έχω έρθει για...
- Μα δεν χρειάζονται εξηγήσεις απαντά η Κα Παπαδοπούλου. Σας περίμενα . Αλήθεια; ρωτάει ο φωτογράφος. Βέβαια τα παιδιά είναι η ειδικότητά μου... Αυτό ακριβώς ελπίζαμε με τον σύζυγό μου απαντά η Κα Π. περάστε παρακαλώ και βολευτείτε σα στο σπίτι σας Αφού κάθισε λοιπόν ο φωτογράφος και πέρασαν και 1-2 λεπτά αμηχανίας, γυρίζει η κυρία Π. και του λέει ... Λοιπόν που θα;... Αφήστε τα όλα επάνω μου! απαντά ο Φ. Συνήθως δοκιμάζω καν να δύο στη μπανιέρα, 3-4 στον καναπέ και καμμιά φορά και το πάτωμα στο σαλόνι είναι καλά. Μπορείτε να απλωθείτε εκεί ξέρετε... Μπανιέρα; πάτωμα; Να γιατί δεν γινόταν τίποτε με τον Βρασίδα κι εμένα... Κοιτάξτε κυρία μου, θα είμαι ειλικρινής μαζί σας. Κανείς μας δεν μπορεί να εγγυηθεί καλό αποτέλεσμα κάθε φορά αλλά αν δοκιμάσουμε αρκετές διαφορετικές στάσεις και από 5-6 διαφορετικές γωνίες, σίγουρα θα ευχαριστηθείτε με το αποτέλεσμα Ωχ! μα δεν είναι πολλές ... ψελλίζει η Κα Π Κυρία μου τη διακόπτει ο Φ στη δουλειά μας χρειάζεται χρόνος. Κι εμένα θα μου άρεσε να μπω και σε 5 να βγω αλλά δεν θα ήσασταν ικανοποιημένη Εμ... Δεν το ξέρω λέει η Κα Π με πονηρά ήσυχο βλέμμα. Να κοιτάξτε λέει ο Φ δείχνοντας ένα άλμπουμ με φωτογραφίες μωρών. Αυτό εδώ το πέτυχα σ ένα λεωφορείο Ω Θεέ μου! λέει η Κα Π. Να κι αυτά τα δίδυμα βγήκαν πολύ καλά τελικά αν και η μητέρα τους ήταν δύσκολη Δύσκολη; ρωτάει η Κα Π. Ναι. Δυστυχώς χρειάστηκε να βγούμε στην πλατεία για να πετύχει η δουλειά. Ο κόσμος είχε μαζευτεί και μας κοιτούσε Κόσμος; ρωτάει απορημένοι η Κα Π. Ναι κυρία μου. Τρεις ώρες μας πήρε. Η μητέρα άρχισε να τσιρίζει και να φωνάζει με το παραμικρό και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Έτσι καθώς άρχισε να νυχτώνει άρχισα κι εγώ να βιάζομαι. Βέβαια όταν άρχισαν τα σκυλιά και οι γάτες της γειτονιάς να πειράζουν τον εξοπλισμό μου τα μάζεψα κι έφυγα Εννοείτε ότι... Καθώς κάνατε τη δουλειά, τα σκυλιά και οι γάτες πείραζαν τον ... εξοπλισμό σας; ψελλίζει η Κα Π Φυσικά απαντάει ο Φ τι σας λέω τόση ώρα... Λοιπόν κυρία μου πείτε μου που να στήσω τον τρίποδα Τρίποδα; ρωτάει η Κα Π απορημένη Μα φυσικά κυρία μου είναι αρκετά βαριά για να την κρατάω με το χέρι τόση ώρα Κυρία μου είστε καλά; Κυρία μου μιλήστε μου! Πάει λιποθύμησε τούτη!
Συζητούν δυο φίλοι :
- Ρε συ τις προάλλες έγινα ρόμπα.
- Γιατί, τι έπαθες;
- Να, πήγα να κόψω ένα εισιτήριο για το χωριό μου στο Κορφοβούνι και όταν πήγα να το ζητήσω από την πωλήτρια στον γκισέ, καρφώθηκα στο στήθος της και αντί να της πω "ένα εισιτήριο για το Κορφοβούνι" της είπα:
"Έναν κόρφο για το στηθοβούνι σας παρακαλώ"...
- Αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτό που έπαθα εγώ.
- Σώπα ρε συ, τι έπαθες;
- Την Κυριακή έτρωγα πρωινό με τη γυναίκα μου και διάβαζα εφημερίδα. Όταν σε κάποια φάση θέλησα να της ζητήσω το βούτυρο, αντί να της πω "αγάπη μου, σε παρακαλώ, μου δίνεις το βούτυρο", ξέρεις τι της είπα;
- Τι της είπες ρε συ;
- "Μωρή που... Α μου έχεις καταστρέψει τη ζωή..."
Ένας τύπος πεθαίνει και κάνει την πιο κάτω συζήτηση με τη γυναίκα του:
- Τώρα που πεθαίνω θέλω να μάθω. Με έχεις απαιτήσει ποτέ;
- Αντρούλη μου, μόνο 3 φορές αλλά πάντα για το καλό σου!
- Για το καλό μου; Δηλαδή;
- Ε, να. Θυμάσαι τότε που ήθελες να πιάσεις δουλειά στην τράπεζα και δεν σε ήθελε ο προϊστάμενος; Ε, δεν σε πήραν τελικά;
- Γυναικούλα μου, έκανες αυτό το πράγμα για μένα; Και η δεύτερη;
- Ε, να. Θυμάσαι τότε που δε σου έδιναν προαγωγή; Ε, δεν την πήρες τελικά;
- Γυναικούλα μου, είμαι κατασυγκινημένος! Και η τρίτη;
- Ε, να. Θυμάσαι τότε που κατέβαινες για δήμαρχος και σου έλειπαν 2000 ψήφοι;
Εεε, δε βγήκες τελικά;
Τα καινούργια παπούτσια...
Ο κυρ-Κώστας και η κυρά-Φρόσω είναι παντρεμένοι εδώ και πενήντα χρόνια και τώρα είναι περασμένα 70. Όλη του τη ζωή ο κυρ-Κώστας ήθελε ένα ζευγάρι παπούτσια από δέρμα κροκοδείλου και έκρινε πως είχε φτάσει πια η ώρα να τα κάνει δώρο στον εαυτό του.
Όταν επέστρεψε σπίτι, φορώντας τα καινούργια του παπούτσια, είπε στην κυρά-Φρόσω:
- "Λοιπόν, βλέπεις κάτι διαφορετικό πάνω μου;"
- "Τι θα μπορούσε να είναι διαφορετικό; Κάθε μέρα φοράς το ίδιο πουκάμισο και το ίδιο παντελόνι. Που είναι η διαφορά;"
Ο κυρ-Κώστας δεν το έβαλε κάτω. Χωρίς να πει κουβέντα, πήγε στο υπνοδωμάτιο, γδύθηκε και βγήκε έξω μη φορώντας τίποτε άλλο παρά τα καινούργια του παπούτσια.
- "Τώρα Φρόσω, βλέπεις κάτι διαφορετικό;", τη ρώτησε.
- "Που είναι η διαφορά, Κώστα μου; Κρέμεται προς τα κάτω όπως και κάθε μέρα."
Προσβεβλημένος και θυμωμένος, ο κυρ-Κώστας φώναξε:
- "Και ξέρεις ΓΙΑΤΙ κρέμεται προς τα κάτω; Γιατί κοιτάζει τα καινούργια μου παπούτσια!"
Η κυρά-Φρόσω σήκωσε τους ώμους λέγοντας:
- "Έπρεπε να αγοράσεις καπέλο!"
Ο Γιάννης κι η Ελένη παντρεύτηκαν πρόσφατα από κεραυνοβόλο έρωτα κι είναι ακόμα μες τα σιρόπια.
Όμως ο Γιάννης έχει αρχίσει να πεθυμάει και τις μπαρότσαρκες που έβγαινε με τους φίλους του.
Οπότε ένα βράδυ λέει στη Ελένη :
- Ξέρεις πιτσουνάκι μου, έλεγα να πήγαινα με το Αντωνάκη και τον Κώστα για καμία μπύρα ..
Κι η Ελένη :
- Μπύρα θέλει το σπουργιτάκι μου
Ορίστε, διάλεξε ποια προτιμάς!
Kι ανοίγει το ψυγείο και νάσου μέσα καμμιά δεκαριά είδη μπύρες ελληνικές και ξένες .
- Ναι, αλλά βρε καρδουλίτσα μου, στο μπαρ με την μπύρα μας τρώμε και κάτι .
- Μεζεδάκι θέλει το σουτζουκάκι μου ;
Ορίστε, διάλεξε τι προτιμάς!
Kαι του παρουσιάζει ένα δίσκο γεμάτο μεζέδες να σου πέφτουνε τα σάλια, τι καπνιστά, τι σολωμούς, τι χαβιάρια, τι όλα τα είδη τυριών,
Τι τα καλύτερα είδη αλλαντικών ...
Κόκαλο ο Γιάννης .
- Ναι, αλλά βρε γλυκουλίνι μου , στο μπαρ τη μπύρα την πίνουμε σε παγωμένα ποτήρια.
- Παγωμένο ποτήρι θέλει το μελομακαρονάκι μου;
Ορίστε , διάλεξε ποιο προτιμάς!
Kι ανοίγει την κατάψυξη και νά σου όλα τα είδη ποτηριών μπύρας παγωμένα!
- Ναι , αλλά βρε κατσαριδάκι μου στο μπαρ όταν πίνουμε τη μπύρα μας λέμε και καμία βρωμοκουβέντα!
- Βρωμοκουβέντες θέλει το μπακλαβαδάκι μου ;
Πιες λοιπόν τη γα****νη τη μπύρα σου, φάε τους γα****νους μεζέδες σου και κόψε τις μ*****ες γιατί δεν πρόκειται να πας πουθενά .
Το πιασες καρ***λη;