Ένας παππούς κερδίζει σε ένα διαγωνισμό δύο εβδομάδες δωρεάν διαμονή σε ένα εξωτικό μέρος σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων όλα πληρωμένα. Αφού τακτοποιήθηκε αποφάσισε να πάει να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα. Έτσι λοιπόν πηγαίνει σε μια παραλία γυμνιστών και αφού απλώνει την πετσετούλα του γδύνεται εντελώς μια και κανείς δεν τον γνώριζε σε εκείνα τα μέρη. Κάθεται ανάσκελα την πρώτη μέρα για να μαυρίσει από μπροστά. Ξάφνου βλέπει μια γυμνή θεογκόμενα να τον κοιτάζει με νόημα στο επίμαχο σημείο. Τι να κάνει κι ο παππούς του σηκώθηκε.
Η γκόμενα τον πλησιάζει και του λέει με φωνή γεμάτη πάθος και υπονοούμενα:
" με φώναξες παππού?"
"Όχι" της απαντά εκείνος σαστισμένος και ντροπιασμένος με την κατάσταση του.
"¨Εσύ μπορεί όχι αλλά με κάλεσε η "φύση" σου. Και μια και δύο καβαλάει τον παππού και του πετάει τα μάτια έξω.
Την επόμενη μέρα κατεβαίνει ξανά στην παραλία ο παππούς , γδύνεται τελείως και ξαπλώνει μπρούμυτα για να μαυρίσει από την πίσω μεριά και που ξέρεις...
Εκεί που απολάμβανε τον ήλιο του ξεφεύγει μια πορδή.
Ξάφνου τον πλησιάζει ένας αράπης και του λέει
"Με φώναξες παππού?"
"Όχι παιδί μου", του λέει ο παππούς.
"Εσύ όχι αλλά με φώναξε η "φύση" σου.
Και τότε γυρίζει ο παππούς και του λέει.
"Κοίταξε να δεις παιδί μου εμένα μου σηκώνεται μια φορά το χρόνο αλλά κλάνω τουλάχιστον δέκα φορές τη μέρα"
Μια κοπέλα, μετά από πολύ και αποτυχημένο ψάξιμο για άντρα, αποφασίζει να καταφύγει στην παλιά καλή μέθοδο του δονητή.
Αγοράζει λοιπόν τα απαραίτητα σύνεργα και κατόπιν κλείνετε στο δωμάτιο της για να βρει την πολυπόθητη ικανοποίηση που τόσο καιρό είχε στερηθεί.
Για κακή της τύχη όμως, πάνω στο καλύτερο σημείο, ο πατέρας της ακούει τους αναστεναγμούς και τις κραυγές και μπαίνει στο δωμάτιο της.
Ξαφνιασμένος από την σκηνή που έβλεπε ο άνθρωπος, ρωτάει την κόρη του τι κάνει εκεί με τον δονητή.
Η μικρή σκέφτεται λίγο και μετά με φυσικότατο ύφος λέει στον πατέρα της:
"Καλά ρε πατέρα, με όλες αυτές τις ασθένειες που κυκλοφορούν τι θες να κάνω; Να πάω με κανέναν και να κολλήσω ένα σωρό αρρώστιες;"
Ο πατέρας το σκέφτεται για λίγο και φεύγει αμίλητος.
Την δεύτερη μέρα πάλι το ίδιο σκηνικό."Μα καλά κόρη μου, πάλι τα ίδια;" ρωτά απορημένος ο πατέρας.
Η κόρη, με πιο τσαμπουκαλίστικο ύφος αυτή την φορά, γυρνά στον πατέρα της και του λέει ότι του είχε πει και την προηγούμενη φορά.
Ο πατέρας το σκέφτεται για λίγο και φεύγει και πάλι αμίλητος.
Την τρίτη μέρα, για να μην τα πολυλογώ, εκτυλίσσεται η ίδια ιστορία.
Την τέταρτη μέρα, η κόρη ψάχνει για τον δονητή της αλλά μάταια. Έχει αναστατώσει όλο το δωμάτιο χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά αποφασίζει να ρωτήσει τον πατέρα της.
Πάει στο σαλόνι για να τον βρει και τότε βλέπει τον πατέρα της καθισμένο σε μιά καρέκλα, από την άλλη μεριά του τραπεζιού τον δονητή της και επάνω στο τραπέζι δύο ποτήρια κρασί.
Απορημένη γυρίζει στον πατέρα της και τον ρωτάει:
"Μα καλά βρε πατέρα, Τι κάνεις εκεί;"
Και ο πατέρας με φυσικότατο ύφος:
"Δεν βλέπεις κόρη μου; ΤΑ ΠΙΝΩ ΜΕ ΤΟΝ ΓΑΜΠΡΟ ΜΟΥ"
Μια λευκή φοιτήτρια κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Αφρική ερωτεύεται ένα μαύρο ιθαγενή και τον παίρνει μαζί της στην Αμερική. Μετά απο λίγο καιρό τον καλεί σπίτι της σαν υποψήφιο γαμπρό να τον γνωρίσει στους γονείς της.
Ο πατέρας της θέλοντας να τον αποφύγει του λέει:
- Θα σου δώσω τη κόρη μου αν μου κάνεις 3 πράγματα που θα σου ζητήσω.
Ο μαύρος που αγαπούσε τρελά τη κοπέλα συμφώνησε. Λοιπόν του λέει ο μέλλων πεθερός το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να μου φέρεις σκοτωμένο το τεράστιο λιοντάρι που ζει στη χώρα σου, σκεπτόμενος ότι ο μαύρος στην προσπάθεια του να το σκοτώσει ίσως να πέθαινε.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει λιοντάρι.
Αφού έφυγε για μερικές μέρες γύρισε πίσω με το τομάρι του λιονταριού. Ο πεθερός τότε αφού είδε ότι ο μαύρος ήταν αποφασισμένος σκέφτηκε για δεύτερη χάρη να του ζητήσει κάτι πιο δύσκολο. Tου είπε να πάει στα βάθη της Ινδίας και να του φέρει το μεγαλύτερο ρουμπίνι του κόσμου.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει ρουμπίνι.
Αφού εξαφανίζεται πάλι, επιστρέφει μετά από μερικές μέρες με ένα ρουμπίνι σαν αυγό στρουθοκαμήλου. Δεύτερη αναπάντεχη έκπληξη για τον πεθερό που κάθεται και σκέφτεται πολύ σοβαρά τη τρίτη και τελευταία χάρη που θα ζητήσει απο το μαύρο για να τον ξεφορτωθεί.
Αφού λοιπόν σκέφθηκε πολύ του λέει:
- Αν θέλεις τη κόρη μου πρέπει η ψωλή σου να είναι ένα μέτρο, σκεφτόμενος προφανώς ότι ήταν αδύνατο ο μαύρος να την είχε ένα μέτρο.
Όταν ο μαύρος γαμπρός άκουσε αυτό που του ζητούσε ο μέλλων πεθερός του έπεσε σε βαθύ συλλογισμό. Ο πεθερός τότε καταχάρηκε.
Επιτέλους τον ξεφορτώθηκα τον αράπη σκέφθηκε, δεν πρόλαβε όμως να χαρεί γιατί ο μαύρος μετά από πολύ σκέψη του είπε:
- Ιγκό αγκαπώ πολύ κόρη σου για χάρη της κόψει μισό μέτρο!
Είναι ένα ζευγάρι αρραβωνιασμένο για 2 χρόνια περίπου. Τελικά αποφασίζουν να παντρευτούν. Κάθονται λοιπόν να συζητήσουν για το γάμο. Ο άντρας -βαρύς κι ασήκωτος- λέει στη γυναίκα:
- Κοίταξε γυναίκα, για να παντρευτούμε, εγώ θέτω 3 απαραίτητους όρους.
- Εντάξει, για πες τους, λέει η γυναίκα.
- Πρώτον, θέλω κάθε πρωί μόλις ξυπνάω, να βρίσκω το καφεδάκι μου έτοιμο, ζεστό πάνω στο τραπέζι, ανεξάρτητα αν το πιω ή όχι.
- Δεύτερον, θέλω κάθε μεσημέρι που θα γυρίζω από τη δουλειά να βρίσκω έτοιμο και ζεστό το φαί μου, ανεξάρτητα αν θα το φάω ή όχι.
- Τρίτον, θέλω κάθε βράδυ που θα γυρίζω από το καφενείο να βρίσκω έτοιμες τις παντόφλες μου μπροστά στο καναπέ με τη τηλεόραση ανοιχτή, ανεξάρτητα αν τις φορέσω ή όχι.
- Εντάξει, λέει η γυναίκα, τους δέχομαι τους όρους σου. Εγώ μόνο έναν μικρό όρο βάζω.
- Ωραία, λέει ο άνδρας, πες τον.
- Το γαμήσι αρχίζει κάθε βράδυ στις 23:00 είτε είσαι εσύ εκεί είτε όχι!
Ήταν κάποτε ένα νιόπαντρο ζευγάρι το οποίο αποφάσισε να κάνει μήνα του μέλιτος στο εξωτερικό. Έχοντας αρχίσει με τραίνο το ταξίδι τους, πηγαίνουν στον υπεύθυνο και του ζητάνε να τους δώσει μία prive κουκέτα για να περάσουν "ήσυχα" τις πρώτες τους ώρες στον έγγαμο βίο. Ο υπεύθυνος όμως τους πληροφορεί ότι δεν υπάρχει κουκέτα prive, παρά μόνο μία στην οποία μένει και ένας γέρος που διαβάζει όλη την ώρα εφημερίδα και δεν ενοχλεί κανένα. Το ζευγάρι, πάνω στις ορέξεις του, δεν το σκέφτηκε και πολύ και έτσι αποφασίσει να πάρει την εν λόγω κουκέτα. Μπαίνοντας μέσα, χαιρετάνε τον γέρο που κάθεται σε μία καρέκλα και διαβάζει εφημερίδα. Ο γέρος ούτε καν σηκώνει το βλέμμα του να κοιτάξει, και συνεχίζει σιωπηλός να διαβάζει την εφημερίδα του. Χωρίς καθυστέρηση, το ζευγάρι μπαίνει στο κρεβάτι, κλείνει και την κουρτίνα και σε λίγα λεπτά αρχίζει και επιδίδεται στο παραδοσιακό άθλημα της πρώτης νύχτας του γάμου. Σε μια στιγμή έντασης και ρομαντισμού, το ζευγάρι αρχίζει να κάνει σχέδια... - Αργύρη μου.. πώς θα το βγάλουμε το πρώτο μας αγόρι; - Τι θα έλεγες για Γιωργάκη;. - Μπα.. πολύ κοινότυπο.. - Τότε τι λες για το "Κωνσταντίνος" - Αυτό είναι καλύτερο. Έχει φινέτσα! - Και τι θα τον σπουδάσουμε όταν μεγαλώσει; - Εγώ νομίζω ότι θα έχει καλλιτεχνική κλίση... - Μα τι λες τώρα, το παιδί μου δεν το κάνω καλλιτέχνη... θα πεινάσει.. - Τότε τι θες να γίνει; Δημόσιος υπάλληλος; - Α πα πα, αυτές είναι δουλειές για τις λαϊκές μάζες... - Τότε τι να τον κάνουμε; - Το βρήκα, θα γίνει επιστήμονας... - Ναι, ναι.. επιστήμονας.. είναι ότι πρέπει. Σε κάποια στιγμή, ο μηχανοδηγός του τραίνου συνειδητοποιεί ότι μία αγελάδα έχει στρογγυλοκαθίσει στις γραμμές του τραίνου. Τραβάει απότομα τον μοχλό του φρένου, και όλοι στο τραίνο γίνονται ένα κουβάρι. Στην κουκέτα αρχίζουν να πετάγονται χέρια, πόδια, σκεπάσματα, εσώρουχα.. Αφού το τραίνο σταματάει, ο γέρος αρχίζει να βγάζει τα παραπανίσια πράγματα από το πρόσωπό του πετώντας τα στο ζευγάρι και λέγοντας... - Πάρε την κιλότα σου, πάρε το σώβρακό σου, πάρε το σουτιέν σου.. πάρε και το γιο σου τον επιστήμονα...
Ο Τοτός ήταν στο σχολείο και η δασκάλα έκανε μαθηματικά. Ρωτάει η δασκάλα την Ελενίτσα:
- « Ελενίτσα αν κάθονται τρία πουλάκια στο δέντρο και ρίξεις μια πέτρα στο ένα πόσα θα σου μείνουν? Δυο απαντάει η Ελενίτσα. Πολύ ωραία λέει η δασκάλα. Σηκώνει το χέρι του ο Τοτός και ρωτάει:
- « Κυρία αν ρίξουμε πέτρα στα πουλάκια όλα τους θα τρομάξουν και θα φύγουνε. Όχι Τοτό αυτό που κάνουμε τώρα είναι αριθμητική αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεσαι. Θυμώνει τότε ο Τοτός και λέει στην δασκάλα :
- « Κυρία υποτίθεται ότι κάθονται 3 κυρίες σε ένα παγκάκι και όλες τρώνε παγωτό. Η μια το γλύφει, η δεύτερη το δαγκώνει και η άλλη το βάζει όλο μέσα στο στόμα της. Ποια από τις τρεις είναι παντρεμένη? Λέει η δασκάλα αυτή που το βάζει όλο μέσα στο στόμα της. Της λέει τότε ο Τοτός:
- « Όχι κυρία, αυτή που φοράει βέρα αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεστε ».
Νεαρή Σκωτσέζα γυρίζει σπίτι με κλάματα και όταν η μάνα της τη ρωτάει τί τρέχει, απαντάει ότι έκανε τεστ εγκυμοσύνης και της βγήκε θετικό.
– Ποιό γουρούνι στο έκανε αυτό;;; λέει η μαμά. Να ʽρθει αμέσως νʼ αναλάβει τις ευθύνες του!!!
Σηκώνει το τηλέφωνο η μικρή, παίρνει ένα νούμερο και σε καμιά ωρίτσα σταματάει έξω απʼ την πόρτα τους μια… κόκκινη Ferrari και βγαίνει ένας καλοντυμένος κύριος με γκρίζους κροτάφους, με πολύ αέρα. Μπαίνει στο σπίτι, κάθονται στο σαλόνι, μαμά, μπαμπάς και νεαρή, κι ο Φεράρι απέναντι. Τους λέει λοιπόν:
– Ακούστε, δεν μπορώ να παντρευτώ την κόρη σας, δεν μου το επιτρέπει η θέση μου και η οικογενειακή μου κατάσταση, αλλά προτίθεμαι να εξασφαλίσω το μέλλον του παιδιού και με το παραπάνω.
Αν κάνει κορίτσι θα γράψω στο όνομα του 2 διαμερίσματα στο Λονδίνο, μια βίλα στην Κορνουάλη και θα καταθέσω 500.000 λίρες στον λογαριασμό της. Αν κάνει αγόρι θα του γράψω ένα εργοστάσιο και θα καταθέσω στον λογαριασμό του 1.000.000 λίρες. Αν κάνει δίδυμα θα τους γράψω από ένα εργοστάσιο και θα καταθέσω από 500.000 λίρες στο καθένα. Τώρα βέβαια, αν τυχόν αποβάλλει…
Πετάγεται όρθιος ο μπαμπάς που μέχρι εκείνη την ώρα απλώς άκουγε, τον χτυπάει στον ώμο και του λέει:
– Εντάξει, βρε αδερφέ, αν αποβάλει, εδώ είμαστε… την ξαναπηδάς…