Skip to main content
Ο Τοτός πηγαίνει σπίτι του και μπαίνει στο μπάνιο. Εκεί, βλέπει την μητέρα του να γαμιέται με έναν και την ρωτάει:
- Τι κάνεις εκεί;
Απαντά η μητέρα του:
- Αέρας, παιδί μου, αέρας.
Ο Τοτός παραξενεύεται. Πάει στην κουζίνα και ο πατέρας του γαμιόταν με μία και ο Τοτός ρωτάει:
- Μπαμπά τι κάνεις εκεί;
Και ο πατέρας απαντά:
- Πλημμύρα, παιδί μου, πλημμύρα.
Ο Τοτός παραξενεύεται πάλι και λέει:
- Αέρας, πλημμύρα... τι γίνεται εδώ;
Πάει στο σαλόνι και βλέπει την αδερφή του να γαμιέται και τη ρωτάει:
- Τι κάνεις εκεί;
Εκείνη απαντά:
- Φουρτούνα, Τοτό, φουρτούνα.
Ο Τοτός λέει:
- Αέρας, πλημμύρα, φουρτούνα... Τι γίνεται εδώ;
Πάει στο δωμάτιο του και αρχίζει να παίζει το πουλάκι του και εκείνη την ώρα μπαίνει η θεία του και τον ρωτάει τι κάνει εκεί.
Και ο Τοτός απαντά:
- Αέρας, πλημμύρα, φουρτούνα... ε, και εγώ κάνω κουπί για να σωθούμε!
Έτυχε κάποιος να περνά με το αεροπλάνο του πάνω από τη Ζούγκλα του Αμαζονίου.
Για κακή του, όμως, τύχη, κατά τη διάρκεια της πτήσης, διαπίστωσε ότι το αεροπλάνο του είχε παρουσιάσει κάποια μηχανική βλάβη. Πραγματοποιώντας αναγκαστική προσγείωση, κατάφερε να το προσγειώσει με τις ελάχιστες δυνατές ζημιές, ελπίζοντας πως θα κατάφερνε να το επισκιάσει και να συνεχίσει το ταξίδι του. Καθώς όμως προσπαθούσε να το φτιάξει παρουσιάστηκε ένας γορίλλας με άγριες διαθέσεις λέγοντας του:
- Έχεις δύο επιλογές: Ή θα κάτσεις να σε πηδήξω, και μετά θα σε αφήσω ελεύθερο να φύγεις, ή θα σε σκοτώσω.
Ο καημένος πιλότος θεώρησε ότι ήταν προτιμότερο να ζήσει.
Μετά από την περιπέτειά του αυτή, επέστρεψε στην πόλη του. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, χρειάστηκε να επισκεφθεί ψυχολόγο.
Αφού του διηγήθηκε την πρόσφατή του περιπέτεια, αυτός του απάντησε πως δεν ήταν ανάγκη να νιώθει τύψεις ή άλλα άσχημα συναισθήματα για αυτό που έκανε, αφού το έκανε μονάχα για να γλιτώσει τη ζωή του.
Και τότε, ο ψυχολόγος εισέπραξε την απάντηση:
- Μα τόσες βδομάδες, γιατρέ, ούτε ένα γράμμα, ούτε ένα τηλέφωνο;
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."
Μία κοπέλα είχε μικρό στήθος κι έψαχνε λύση στο πρόβλημά της. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ανόρθωσης, μεγέθυνσης, προσθήκης σιλικόνης, τίποτα. Κάποτε βλέπει μια σχετική αγγελία σε εφημερίδα και κλείνει ραντεβού. Ο "γιατρός" της λέει:
- "Η μέθοδός μου είναι ασυνήθιστη, αλλά αλάνθαστη. Θα σας δώσω μια αλοιφή, με την οποία θα πρέπει κάθε μέρα στις δώδεκα το μεσημέρι να αλείφετε στο στήθος σας τραγουδώντας το τραγουδάκι "μια ωραία πεταλούδα". Αλλά προσέξτε: θα πρέπει να κάνετε τη θεραπεία ανελλιπώς. Μια φορά να την παραλείψετε δε θα υπάρξει αποτέλεσμα." Η κοπέλα υποσχέθηκε να τηρήσει τις οδηγίες κι έφυγε. Την επόμενη μέρα στις δώδεκα ακριβώς μέσα στο δωμάτιό της άρχισε να αλείφει την αλοιφή και τραγουδούσε "μια ωραία πεταλούδα, μια ωραία πεταλούδα..". Στις τρείς-τέσσερις μέρες παρατήρησε σημαντική βελτίωση. Και χαρούμενη συνέχισε τη θεραπεία. Έτυχε μια απ τις επόμενες μέρες το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε να πέσει σε μποτιλιάρισμα. Βιαζόταν να φτάσει στο σπίτι της πριν τις δώδεκα η ώρα για τη θεραπεία. Αλλά έφτασε δώδεκα η ώρα κι ακόμα ήταν μέσα στο λεωφορείο. "Δε βαριέσαι, μπροστά στο ωραίο στήθος που θ αποκτήσω, κομμάτια να γίνει", σκέφτηκε κι αμέσως γδύθηκε απ τη μέση κι επάνω, άλειψε την αλοιφή στο στήθος της κι άρχισε την εντριβή και το τραγούδι:
"Μια ωραία πεταλούδα, μια ωραία πεταλούδα..."
. Το πλήθος θορυβημένο άρχισε να γελάει, να σφυρίζει, να φωνάζει... Σε μια στιγμή ο οδηγός, έχοντας ακούσει τη φασαρία, σταματάει και πηγαίνει να δει τι συμβαίνει. Ανοίγει δρόμο μέσα απ το πλήθος και μόλις βλέπει την κοπέλα παγώνει. Έντρομος κοιτάζει το ρολόι του, κατεβάζει το παντελόνι του κι αρχίζει να παίζει τον π**τσο του τραγουδώντας:
"Ω, έλατο, ω έλατο, μ αρέσεις, πώς μ αρέσεις... ".
Η Αντριάνα μια θρησκευόμενη νέα γυναίκα έτρεξε με αγωνία στον εξομολόγο της.
- Αστα, πάτερ, αμάρτησα βαριά η ηλίθια. Δεν μπορώ να ησυχάσω από τις τύψεις μου.
- Τι έκανες Ανδριάνα; Εσύ πάντα είσαι άμεμπτη.
- Να στο λεωφορείο... είμαστε όλοι όρθιοι και κρατιόμαστε από τις χειρολαβές. Κάποιος με έσπρωχνε με τον π**τσο του ΄πίσω μου. Μου άρεσε και δεν διαμαρτυρήθηκα. Έβαλα το χέρι μου και τον... έπιασα. Αμέσως συνήλθα και έσπευσα να κατεβώ από το λεωφορείο.
- Με ποιο χέρι το έκανες, Ανδριάνα, δώστο μου να το φυσήξω να διώξω την το διάβολο από πάνω του και να το σταυρώσω να καθαρθεί. Για να σωθείς όμως πρέπει κάθε πρωί να πηγαίνεις στο ποτάμι, να το κτυπάς 40 φορές στο νερό, να κάνεις το σταυρό σου κι έπειτα από 40 ημέρες να έλθεις να σε κοινωνήσω με αγιασμό...
*Η Αντριάνα ακολούθησε τη συμβουλή του πνευματικού της κι έκανε ό,τι της είπε. Έπειτα από 10 μέρες είδε τη Βασίλω πιο πάνω να κτυπά και τα δυο της χέρια στο νερό. Γύρισε και τη ρώτησε:
- Και σένα ο πάτερ Δ. σε έστειλε εδώ; Εμ, με τις κουταμάρες που κάνουμε εμείς οι γυναίκες, καλά να μας κάνει...
- Ναι καλά, κάτι κάναμε εμείς.. τίποτα δεν κάναμε μπροστά στην Ασήμω. Την έχει στείλει πιο κάτω και κάνει γαργάρες από το πρωί μέχρι το βράδυ!