Skip to main content
Πλησιάζει ο γύφτος ένα μανεκέν στο Κολωνάκι, που κοιτάζει τη βιτρίνα με κοσμήματα Λαλαούνη και της λέει:
- Μπορείς να ντιαλέξει όποιο τέλει, πληρώνει εγκώ.
Η κούκλα τον κοιτάει καλά καλά, τελικά αφού το καλοσκέφτηκε "τσίμπησε" και άρχισε να ψάχνει.
- Αυτό μ΄ αρέσει, αλλά... να, είναι πολύ ακριβό, 70 χιλιάρικα..
- Κάτι πιο ακριβό να πάρει! Μάστορα, φέρε μας το πιο ακριβό κόσμημα!
Κατεβάζει ο Λαλαούνης τις κασετίνες και δείχνει ένα κόσμημα με πετράδια. Τρέμουν τα χέρια της "μοντέλας" καθώς το θωπεύει..
- Μ΄ αρέσει, αλλά θα είναι πολύ ακριβό...
- Τεσσεράμισι εκατομμύρια, λέει ο Λαλαούνης.
Τα το πάρουμε, λέει ο γύφτος και βγάζει τον μπλοκ επιταγών, γράφει, υπογράφει, κόβει την επιταγή και τη δίνει στο Λαλαούνη. Εκείνος την παίρνει στα χέρια του, αλλά κοντοστέκεται..
- Δεν θέλω να σας προσβάλω, αλλά ξέρετε επειδή είναι Σάββατο, πρέπει να τσεκάρω αν η επιταγή είναι εντάξει, όμως η τράπεζα είναι κλειστή..
- Κανένα πρόμπλεμα, λέει ο γύφτος. Κράτα τη επιταγκή, κράτα και το κόσμημα, δευτέρα πρωί, τσεκάρει με τη τράπεζα και έρχεται η κοπέλα και τα πάρει το κόσμημα. Αν εκεί πρόβλημα, παίρνει εμένα τηλέφωνο.
Δευτέρα πρωί, ο Λαλούνης καλεί το γύφτο στο κινητό:
- Ξέρετε, έχουμε πρόβλημα, η Τράπεζα λέει ότι η επιταγή είναι ακάλυπτη...
- Ε, και; Το κόσμημα ντεν το έχει;
- Το έχω..
- Κράτα το κόσμημα. Σκίσε και τη επιταγκή. Εγκώ ένα... γκαμέσι ήτελα με το κοπέλα και το έκανα!
Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:
- Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας. Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.
Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.
Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
- Και ποιος λύκος νικάει;
Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:
- Αυτός που ταΐζεις.