if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Δημοφιλή ανέκδοτα - Page 36
Skip to main content
Κάποια μέρα, τρεις άντρες στεκόντουσαν στην ουρά μπροστά από το γραφείο του Αγ. Πέτρου. Ήταν μία ιδιαίτερα δύσκολη μέρα για τον Αγ. Πέτρο, μιας και τη συγκεκριμένη μέρα είχε πολύ δουλειά το "κατάστημα". Έτσι, στον πρώτο από τους τρεις ο οποίος φορούσε κουστούμι, ο Αγ. Πέτρος αναγκάστηκε να πει:
- Ξέρεις, ο παράδεισος κοντεύει να γεμίσει σήμερα, και μου ζητήθηκε να βάλω μέσα μόνο όσους είχαν φρικτό θάνατο. Για πες μου λοιπόν για το δικό σου.
Ο άντρας, παίρνει μία βαθειά ανάσα και αρχίζει να εξιστορεί...
- Για ένα χρονικό διάστημα, υποψιαζόμουν ότι η γυναίκα μου με απατούσε. Έτσι, μία μέρα αποφάσισα να γυρίσω νωρίτερα σπίτι για να την πιάσω στα πράσα. Μόλις έφτασα στο διαμέρισμά μου, στον 25ο όροφο, άρχισα να ψάχνω το σπίτι, μιας και ήμουν σίγουρος ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει. Παρόλα αυτά σε καμία από τις συνηθισμένες κρυψώνες δεν βρήκα τίποτα. Τελικά βγήκα στο μπαλκόνι και όπως ήταν αναμενόμενο, είδα έναν άντρα κρεμασμένο από το κάγκελο να αιωρείται 25 ορόφους πάνω από τη γη. Χωρίς να το καλοσκεφτώ, και μέσα σε μεγάλο θυμό, άρχισα να τον χτυπάω με μανία, αλλά ο μπάσταρδος δεν έπεφτε με τίποτα. Έτσι, επέστρεψα στο διαμέρισμα και πήρα ένα σφυρί, με το οποίο άρχισα να του χτυπάω τα δάχτυλα. Σε κάποια στιγμή δεν άντεξε τον πόνο και έπεσε. Παρόλα αυτά, στάθηκε τυχερός γιατί έπεσε στους θάμνους και απλά ζαλίστηκε. Χωρίς να μπορώ πλέον να συγκρατήσω το θυμό μου, έτρεξα στην κουζίνα και άρπαξα το ψυγείο. Και έτσι όπως ήταν ζαλισμένος, του το πέταξα από τον 25ο όροφο στο κεφάλι, σκοτώνοντας τον ακαριαία. Όλη αυτή η ένταση και ο θυμός με καταβάλλανε και εκείνη τη στιγμή έπαθα καρδιακή προσβολή και πέθανα εκεί στο μπαλκόνι.
- Χμ.. αρκετά άσχημη μέρα.. αρκετά φρικτός θάνατος, είπε ο Αγ. Πέτρος και τον άφησε να περάσει στον παράδεισο.
Έρχεται η σειρά του δεύτερου ο οποίος φοράει φόρμα γυμναστικής. Εν συντομία, ο Αγ. Πέτρος εξηγεί και σε αυτόν τις συνθήκες που επικρατούν και του ζητάει να του πει τη δικιά του ιστορία. Έτσι ο τύπος παίρνει και αυτός μια βαθειά ανάσα και αρχίζει...
- Ήταν μία πολύ παράξενη μέρα. Βλέπετε, έμενα στον 26ο όροφο μιας πολυκατοικίας και κάθε μέρα έβγαινα στο μπαλκόνι για γυμναστική. Εκείνη τη μέρα παραπάτησα και έπεσα από το μπαλκόνι. Για καλή μου τύχη, κατάφερα να πιαστώ από το κάγκελο του μπαλκονιού του απο κάτω ορόφου. Ήξερα ότι αν δεν ερχόταν κάποιος να με βοηθήσει, δεν θα άντεχα για πολύ. Σε κάποια στιγμή είδα έναν άντρα να τρέχει κατα πάνω μου και σκέφτηκα ότι ευτυχώς είχα σωθεί, μέχρι που ο άντρας άρχισε να με χτυπάει ανελέητα. Κρατήθηκα όσο καλύτερα μπορούσα, αλλά τότε μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας στα χέρια του ένα σφυρί με το οποίο άρχισε να μου χτυπάει τα δάχτυλα. Ο πόνος ήταν ανυπόφορος, έτσι άφησα τα χέρια μου. Για μιά φορά ακόμα στάθηκα τυχερός, και έπεσα στους θάμνους. Μόλις συνήλθα από την πτώση, πριν προλάβω να σκεφτώ τι ακριβώς είχε γίνει, ένα ψυγείο έπεσε από τον ουρανό πάνω μου και.. να μαι...
- Χμ, πολύ φρικτός ο θάνατός σου, του απαντάει ο Αγ. Πέτρος και χωρίς δεύτερη σκέψη τον βάζει μέσα στον παράδεισο.
Σε κάποια στιγμή έρχεται και ο τρίτος ο οποίος είναι εντελώς γυμνός. Ο Αγ. Πέτρος ζητάει και από αυτόν να του εξιστορήσει τον θάνατό του για τους προαναφερθείς λόγους. Και εκείνος του λέει...
- Δεν είμαι σίγουρος.. το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι όμως είναι ότι κρύφτηκα στο ψυγείο...
Ο μικρός Βορειοηπειρώτης πάει για πρώτη μέρα στο ελληνικό σχολείο.
"Εδώ που ήρθες", του λέει η δασκάλα, "είναι Ελλάδα! Η πατρίδα σου. Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε πια. Είσαι Έλληνας και έτσι πρέπει να νιώθεις. Ούτε να λες ότι ονομάζεσαι Αλτίμ.
Αλέκος θα λες ότι ονομάζεσαι, εντάξει;".
"Εντάξει", λέει ο Αλέκος.
"Είμαι Έλληνας, με λένε Αλέκο και δεν έχω να φοβηθώ τίποτε"! Φεύγει μετά το σχολείο, λοιπόν, αλλά αντί να πάει στο σπίτι, μπλέκει με μπάλα, κάνει τα ρούχα του χάλια, τα γόνατά του επίσης και μαζεύεται στις δέκα η ώρα σπίτι του. Τον βουτάει η μάνα και του τις βρέχει για τα καλά! Τη βρίζει η Αλεκάρα τη μάνα
Του, τις τρώει και από τον πατέρα του. Την άλλη μέρα, τον βλέπει η δασκάλα και τον ρωτάει:
"Τι έπαθες, Αλέκο μου; Ποιος σε χτύπησε;".
Και ο Αλέκος:
"Τίποτε σοβαρό, κυρία. Απλώς χθες βράδυ μου την... έπεσαν κάτι Αλβανοί"!
Ήταν ένας λευκός και μόλις είχε μετακομίσει σε μια συνοικία μαύρων. Λοιπόν αποφάσισε να πάει στον κινηματ ογράφο για να δει καμιά ταινία.
Έτσι πήγε στην στάση του λεωφορείου, όμως υπήρχε μια μεγάλη ουρά από μαύρους που περίμενε να ανέβει στο λεωφορείο. Τι να κάνει, κάθισε και περίμενε. Σε μια στιγμή τον βλέπει ο μαύρος που περίμενε μπροστά του και του λέει -"Συγγνώμη κύριε, καινούριος είσαι εδώ πέρα;" .
- "Ναι", του λέει, "που το κατάλαβες;" .
- "Ααααα", λέει ο μαύρος, "εδώ πέρα οι λευκοί δεν περιμένουν στην ουρά, πάνε αμέσως μπροστά μπροστά, είναι ανώτεροι!"
- "Μα όχι δεν πειράζει, θα περιμένω στην σειρά όπως όλοι", λέει ο λευκός.
- "Όχι", του λέει ο μαύρος, "θα πας μπροστά απ όλους τους μαύρους".
- "Καλά εντάξει θα πάω", λέει ο λευκός και ανεβαίνει στο λεωφορείο περνώντας όλους τους μαύρους που περίμεναν. Όταν φτάνουν στο κινηματογράφο κατεβαίνει και βλέπει μια ουρά από μαύρους 300 μέτρα που περίμεναν για να αγοράσουν εισιτήριο! -"Πω πω", λέει, "τι είναι όλοι αυτοί;". Τι να κάνει λοιπόν, κάθισε και περίμενε στην ουρά. Σε μία στιγμή τον βλέπει ο μαύρος που ήταν μπροστά του και του λέει:
- "Συγγνώμη κύριε, καινούριος είστε εδώ πέρα;" -"Ναι", του λέει ο λευκός, "Που το καταλάβατε;" -"Αααααα", του λέει, "εδώ οι λευκοί δεν περιμένουν στην σειρά, πηγαίνουν κατευθείαν μπροστά".
- "Μα όχι", λέει ο λευκός, "θα περιμένω στην ουρά".
- "Όχι, θα πας κατευθείαν να πάρεις εισιτήριο, δεν θα περιμένεις στην ουρά με τους μαύρους".
- "Καλά, αφού επιμένετε θα πάω" λέει ο λευκός και προσπερνάει όλους τους μαύρους. Λέει λοιπόν σε αυτόν που πουλούσε εισιτήρια:
" -"Θέλω ένα εισιτήριο".
- "Πλατεία ή εξώστη;" τον ρωτάει ο πωλητής.
- "Πλατεία", λέει ο λευκός.
- "Αα όχι, αυτό είναι υποτιμητικό για σας, εκεί πάνε όλοι οι μαύροι. Εσείς θα πάτε στον εξώστη".
- "Μαααα...".
- "Δεν ακούω κουβέντα", του λέει ο πωλητής, "θα πάτε στον εξώστη".
- "Καλά, αφού επιμένετε θα πάω", λέει ο λευκός. Λοιπόν ανεβαίνει στον εξώστη, αρχίζει η ταινία, όμως κάπου στην μέση της ταινίας ήθελε να πάει να κατουρήσει. Βλέπει μια μικρή πορτίτσα και σκέφτεται:
- "Μάλλον αυτή είναι η τουαλέτα". Πάει να μπει στην τουαλέτα, τον προλαβαίνει όμως ένας μαύρος και του λέει:
- "Εεεε, που πας;" -"Θέλω να κατουρήσω", του λέει ο λευκός.
- "Πρέπει να είσαι καινούριος εδώ πέρα, εδώ κατουράνε μόνο οι μαύροι", λέει ο μαύρος.
- "Και εγώ που θα κατουρήσω;", ρωτάει ο λευκός.
- "Οι λευκοί την βγάζουν έξω και κατουράνε κάτω από τον εξώστη", του λέει ο μαύρος.
- "Μα από κάτω κάθονται οι μαύροι", λέει ο λευκός.
- "Ααα, έτσι γίνεται εδώ". Τι να κάνει λοιπόν, την βγάζει και αρχίζει να κατουράει κάτω από τον εξώστη, στην πλατεία. Οπότε ακούγεται μια δυνατή φωνή από κάτω:
- "Ρε φίλεεε, καινούριος είσαι εδώ πέρα;".
- "Ναι", λέει ο λευκός, "που το κατάλαβες;".
- "Εε κάντην λίγο πέρα δώθε"!