Δημοφιλή ανέκδοτα

Βρήκε ένας χωρικός κάποτε ένα λυχνάρι και τρίβοντάς το βγήκε από μέσα ένα τζίνι, το ο οποίο του είπε ότι θα πραγματοποιήσει 3 επιθυμίες του.
Η πρώτη μου επιθυμία είναι να μη μου τελειώνουν ποτέ τα λεφτά γιατί είμαι μια ζωή φτωχός, λέει ο χωρικός. Έγινε του λέει το τζίνι. Η δεύτερη είναι να έχω πολλές γυναίκες, γιατί το χωριό μας δεν έχει καθόλου γυναίκες. Έγινε κι αυτή του λέει το τζίνι και περιμένει να ακούσει την τρίτη του επιθυμία. Αφού το σκέφτεται λίγο ο χωρικός, λέει στο τζίνι:
"Ξέρεις τζίνι μου, θέλω να μου αναστήσεις τη μανούλα μου που έχει πεθάνει πρόσφατα και την υπεραγαπούσα."
"Αποκλείεται" λέει το τζίνι," σε κόντρα με το Θεό δεν μπορώ να έρθω". Επιμένει ο χωρικός, αλλά το τζίνι ανένδοτο. "Αδύνατο! Βρες κάτι άλλο γιατί όπως σου είπα, σε κόντρα με το Θεό δεν μπορώ να έρθω!"
Του ξανάλεει. Ο χωρικός, αφού το καλοσκέφτεται, αποφασίζει την τρίτη επιθυμία του:
"Να τζίνι μου, θέλω να κάνεις να πάρει το Πρωτάθλημα η ομάδα μου"
"Και τι ομάδα είσαι" λέει το τζίνι."Παναθηναϊκός"
Λέει ο χωρικός. Οπότε το τζίνι:
"Και πώς την είπαμε τη μανούλα σου;..."
Ήταν μια κοπέλα που είχε αρραβωνιαστεί πρόσφατα και ένα βράδυ θα πήγαινε να κοιμηθεί στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της. Τη συμβούλεψε λοιπόν η μάνα της.
- Τώρα που θα πας στον αρραβωνιαστικό σου αυτός σίγουρα θα θελήσει να κοιμηθείτε μαζί. Αυτό, παιδί μου, δεν είναι και τόσο κακό. Αν όμως εκεί που θα σε φιλάει σου πιάσει το στήθος εσύ να του πεις:
"Μη εδώ έχει αγκάθια και τσιμπάει."
Αν σε πιάσει πιο κάτω να του πεις:
"Εδώ είναι φούρνος και καίει." Κατάλαβες τι θα κάνεις κόρη μου;
- Κατάλαβα, απάντησε η κόρη.
Το βράδυ λοιπόν πήγε η κοπέλα στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της κι όταν εκεί που τη φιλούσε προχώρησε το χέρι του και της έπιασε το στήθος αυτή του είπε:
- Μην με πιάνεις εδώ. Εδώ έχει αγκάθια και θα τσιμπηθείς.
Όταν πήγε να την πιάσει πιο κάτω του είπε πάλι:
- Μην με πιάνεις ούτε εδώ. Εδώ είναι φούρνος και θα καείς.
Τότε της είπε αυτός:
- Ωραία, έχω ένα λουκάνικο να ψήσω.
Την άλλη μέρα πήγε η κοπέλα στην μαμά της κι εκείνη την ρώτησε:
- Τι έγινε κόρη μου; Έκανες ότι σου είπα;
- Ότι μου είπες έκανα μάνα. Αλλα όταν του είπα ότι εδώ είναι φούρνος και καίει μου είπε ότι είχε ένα λουκάνικο να ψήσει.
- Και τι έγινε κόρη μου; ρώτησε ταραγμένη η μάνα.
- Τι να σου πω, ρε μάνα. Έγινε κάτι πολύ παράξενο. Όλη νύχτα έψηνε το λουκάνικο και το πρωί μου το δώσε ωμό να το φάω.
Το καλό, το άσχημο και το χειρότερο!
Καλό : η γυναίκα σου δεν σου μιλάει.
Ασχημο : θέλει διαζύγιο.
Το χειρότερο : είναι δικηγόρος.
Καλό : ο γιος σου μεγαλώνει.
Ασχημο : έχει δεσμό με μια γυναίκα σε προχωρημένη ηλικία.
Το χειρότερο : με την ίδια έχεις δεσμό κι εσύ.
Καλό : ο γιος σου περνάει πολύ χρόνο στο δωμάτιό του.
Ασχημο : έχεις βρει εκεί τσόντες.
Το χειρότερο : σε μερικές παίζεις κι εσύ.
Καλό : ο άνδρας σου επιτέλους συμφώνησε « όχι άλλα παιδιά ».
Ασχημο : δεν μπορείς να βρεις τα αντισυλληπτικά χάπια.
Το χειρότερο : τα έχει πάρει η κόρη σου.
Καλό : κάνεις συζήτηση με τη κόρη σου για την πρόληψη.
Ασχημο : συνέχεια σε διακόπτει.
Το χειρότερο : και σε διορθώνει.
Καλό : ο γιος σου έχει το πρώτο ραντεβού.
Ασχημο : με άνδρα.
Το χειρότερο : που είναι ο καλύτερος σου φίλος.
Καλό : η κόρη σου βρήκε δουλειά αμέσως μετά το πανεπιστήμιο.
Ασχημο : σαν που**να.
Το χειρότερο : μερικοί φίλοι σου είναι πελάτες της.
Καταστροφή : βγάζει περισσότερα από σένα.
Καλό : ο άνδρας σου έχει γούστο στη μόδα.
Ασχημο : ανακαλύπτεις ότι κρυφά φοράει τα ρούχα σου.
Το χειρότερο : του πάνε περισσότερο απ ότι σε σένα.
Καλό : διαβάζοντας αυτά γελούσες.
Ασχημο : ξέρεις ανθρώπους με παρόμοιες καταστάσεις.
Το χειρότερο : ένας από αυτούς είσαι κι εσύ !
Το πλοίο βρίσκεται στη μέση της Μεσογείου, όταν ακούγεται δυνατή η φωνή του παρατηρητή από ψηλά στο κατάρτι:
"Πειρατικό δεξιά μας".
"Γρήγορα φέρτε μου
Το κόκκινό μου πουκάμισο", φωνάζει ο καπετάνιος. Περίεργος ο δεύτερος πλοίαρχος τον ρωτάει:
"Γιατί θέλεις το κόκκινο πουκάμισο;"
"Κοίτα, μπορεί να πληγωθώ και δεν θέλω να φαίνεται το αίμα και να χάσει το ηθικό του το πλήρωμα" του απαντά εκείνος. Γίνεται η μάχη και βυθίζεται το πειρατικό.
Σε λίγες μέρες νέα κραυγή από τον παρατηρητή:
"ΔΩΔΕΚΑ πειρατικά μπροστά μας!"
Και αμέσως μετά η φωνή του καπετάνιου:
"Το καφέ μου παντελόνι γρήγορα"