Skip to main content
Σε ένα ζωολογικό κήπο ήταν ένας πολύ θερμός ουραγκοτάγκος με αυξημένη libido.
Είχε δημιουργήσει πρόβλημα μέσα στο κλουβί του γιατί δεν είχε αφήσει απήδηχτο ούτε ουραγκοτάγκο, ούτε χιμπατζή, ούτε μαϊμού.
Προβληματισμένοι οι φύλακες προσπαθούν να βρουν μια λύση για να μην αρρωστήσουν τα ζώα από τη συνεχή εξάντληση, οπότε λέει ένας φύλακας:
- "Το βρήκα, θα τον πάμε στο κλουβί με τα λιοντάρια. Αποκλείεται να προσπαθήσει να πηδήξει τα λιοντάρια".
Πράγματι τον μεταφέρουν στο κλουβί με τα λιοντάρια, αλλά μάταια. Ο Ουραγκοτάγκος δεν χρειάστηκε παρά δέκα λεπτάκια για να κανονίσει όλα τα λιοντάρια τα οποία ξαπλώθηκαν φαρδιά-πλατιά από την ταλαιπωρία.
Απογοητευμένοι οι φύλακες του κήπου, σκέφτηκαν να προσπαθήσουν κάτι άλλο. Θα τον πάμε στις καμηλοπαρδάλεις. Κοντός ο Ουραγκοτάγκος, θεόψηλες αυτές, αποκλείεται να μπορέσει να τις κανονίσει.
Με το που τον βάζουν όμως στο κλουβί με τις καμηλοπαρδάλεις, μια και δυο σκαρφαλώνει ο ουραγκοτάγκος πάνω τους και αρχίζει να τις πηδάει μία-μία. Τα ίδια και με τους ελέφαντες, τα ίδια και με τις στρουθοκαμήλους. Οπότε δεν έμενα παρά μία λύση: να τον βάλουν στο κλουβί με τις ζέβρες.
Από τη στιγμή που το έβαλαν στο κλουβί με τις ζέβρες ο ουραγκοτάγκος καθόταν σε μία γωνία ανήσυχος, κοιτούσε προς τις ζέβρες και όλο κάτι μουρμούριζε. Οι φύλακες ενθουσιασμένοι που το κόλπο πέτυχε, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Οπότε πετάγεται ο ένας και λέει:
- "Θα πάω να ακούσω τι μουρμουρίζει εκεί που κάθεται". Πλησιάζει λοιπόν τον ουραγκοτάγκο και τον ακούει να λέει:
- "Πούστη γάιδαρε, που θα μου πας, δεν θα βγάλεις την πιτζάμα;"
Μια οικογένεια Αγγλων περνούσε τις διακοπές της στην Γερμανία και κατά την διάρκεια ενός περιπάτου, παρατήρησαν ένα χαριτωμένο σπιτάκι το οποίο τους φάνηκε κατάλληλο για τις επόμενες διακοπές τους.
Ζήτησαν λοιπόν τον ιδιοκτήτη του και έμαθαν ότι είναι ένας διαμαρτυρόμενος πάστορας.
Τον συνάντησαν, τον είδαν και συμφώνησαν να το χρησιμοποιήσουν τον επόμενο χρόνο.
Γυρίζοντας όμως στην Αγγλία, η κυρία θυμήθηκε ότι δεν είχε δει το W. C.
Έγραψε λοιπόν την εξής επιστολή στον πάστορα:
- «Αιδεσιμότατε πάτερ, είμαι η κυρία που πριν μερικές ημέρες κλείσαμε ένα συμβόλαιο για το σπιτάκι της εξοχής, αλλά δεν πρόσεξα το W. C. Θα ήθελα λοιπόν να με πληροφορήσετε καταλλήλως σχετικά με αυτό.»
Όταν ο πάστορας πήρε το γράμμα δεν κατάλαβε την σύντμηση και έχοντας στο μυαλό του ένα μικρό αλλά γνωστό εκκλησάκι των Αγγλικανών που ονομάζεται Wabel Chapel (W. C.) με το οποίο αντιμετώπιζε προβλήματα συντήρησης, νόμιζε ότι η κυρία ζήτησε πληροφορίες γι αυτό και της απάντησε:
- «Αγαπητή κυρία,
Εξετίμησα το ενδιαφέρον σας και σας πληροφορώ ότι ο τόπος που σας ενδιαφέρει βρίσκεται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από το σπίτι, γεγονός που δυσκολεύει λίγο αυτούς που συνηθίζουν να πηγαίνουν συχνά.
Όποιος δε, έχει την συνήθεια να παραμένει επί μακρών στις διάφορες τελετές, καλό είναι να φροντίζει να έχει μαζί του και φαγητό ώστε να μπορεί να παραμένει ολόκληρη την ημέρα.
Στην τοποθεσία μπορείτε να φθάσετε με ποδήλατο ή με τα πόδια, μια και το τοπίο είναι υπέροχο.
Αν πάλι κάποιος βιάζεται πολύ, μπορεί να πάρει και αυτοκίνητο.
Πρέπει να επισημάνω ότι θα ήταν καλύτερα να φθάνετε εγκαίρως, ώστε να μη διαταράσσεται η ησυχία των άλλων οι οποίοι είναι ήδη μέσα.
Η αίθουσα διαθέτει θέσεις για 40 καθιστούς και 100 όρθιους.
Υπάρχει επίσης κλιματισμός ώστε να αποφεύγονται οι δυσάρεστες μυρωδιές.
Συνιστάται να φθάνετε εγκαίρως (νωρίς το πρωί) ώστε να βρίσκετε θέση για να καθίσετε.
Τα παιδιά όταν είναι πολύ μικρά επιτηρούνται από τον επιστάτη κατά την διάρκεια της τελετής μέσα στα καροτσάκια ή τα καλαθάκια τους ενώ τα μεγαλύτερα κάθονται μαζί με τους γονείς τους και τραγουδούν όλοι μαζί.
Στην είσοδο, θα παραλαμβάνετε ένα χαρτί αλλά σε περίπτωση που δεν φθάσει, τα χαρτιά χρησιμοποιούνται ανά δύο άτομα.
Τα φύλλα επιστρέφονται κατά την έξοδο, αν είναι δυνατόν σε καλή κατάσταση ώστε να χρησιμοποιηθούν και πάλι.
Υπάρχουν μεγάφωνα για την ενίσχυση των ηχείων, έτσι ώστε τα συμβαίνοντα στην αίθουσα να ακούγονται και στο προαύλιο.
Τέλος αυτά που συλλέγονται μετά από την τελετή, μοιράζονται στους φτωχούς της περιοχής.
Αρκετές φορές έρχονται και φωτογράφοι, οι οποίοι αποθανατίζουν τις διάφορες φάσεις ώστε να έχετε αναμνήσεις από μια πράξη σας τόσο ανθρώπινη.
Εις το επανειδείν με τον αξιότιμο σύζυγό σας.
Ο πάστωρ.
Ήταν δυο φίλοι, εκ των οποίων ο ένας άλλαζε τη μια γκόμενα μετά την άλλη, ενώ ο άλλος είχε τρελαθεί στη μαλακία. Οπότε μια μέρα εκεί που συζητούσαν, ρωτάει ο ένας τον άλλον:
- Καλά ρε Κώστα, πώς τα καταφέρνεις και έχεις τη μία γκόμενα μετά την άλλη; Ο άλλος τότε του απαντάει:
- Είναι πολύ απλό φίλε μου! Πάρε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού και θα με θυμηθείς! Αλλά πρόσεξε μαζί με τη μηχανή να πάρεις και μια βαζελίνη, έτσι ώστε όταν βρέχει να την απλώνεις επάνω στη μηχανή, για να γλιστράει το νερό της βροχής. Με τα πολλά, πάει και αγοράζει μια μηχανή και γνωρίζει μετά από λίγο καιρό μια κοπέλα την οποία ερωτεύεται και έρχεται η μέρα που πρέπει να πάει να τη ζητήσει. Εν τω μεταξύ, στο σπίτι της νύφης, έχουν ετοιμασίες. Έτσι λοιπόν, η μάνα έκανε δουλειές, αλλά δεν προλάβαινε να πλύνει τα πιάτα. Φωνάζει την κόρη της να πάει να τα πλύνει εκείνη, αλλά αυτή:
- ?σε με ρε μάνα που θα πλύνω τώρα τα πιάτα, κάνω μανικιούρ. Στο κάτω-κάτω είμαι η νύφη. Φωνάζει τη δεύτερη κόρη, αλλά και αυτή απαντάει κατά τον ίδιο τρόπο. Τέλος φωνάζει και τον άντρα της, αλλά εκείνος:
- Ρε αϊ σιχτίρ, που θα πλύνω εγώ τα πιάτα. 3 γυναίκες είστε! Τα παίρνει η μάνα στο κρανίο και βγαίνοντας από την κουζίνα λέει:
- Όποιος μιλήσει από εδώ και στο εξής, θα πλύνει τα πιάτα. Όλοι λοιπόν, μούγκα. Μετά από λίγο, χτυπάει το κουδούνι ο γαμπρός. Τρέχει ανοίγει η κόρη και τον περνάει στο σαλόνι. Συστήνεται ο γαμπρός, αλλά κανείς τους δεν μιλάει. Οπότε αγκαλιάζει ο γαμπρός τη νύφη και λέει:
- Εγώ για την κόρη σας έχω καλό σκοπό και την αγαπώ. Κανείς δεν μιλούσε! Αρχίζει λοιπόν να την χουφτώνει να της βάζει δάχτυλα και τέλος την γαμάει μπροστά στους δικούς της, χωρίς αυτοί να μιλούν. - Α ρε που ήρθα, πασάς είμαι εδώ! Γαμάω και κανείς δεν λέει τίποτα. Πάει μετά στην άλλη αδερφή και αρχίζει να τη γαμάει κι αυτήν, χωρίς πάλι να μιλάει κανείς. Μετά πάει στη μάνα και τη γαμάει κι αυτή. Πάει τέλος δίπλα στον πατέρα, αλλά εκείνη τη στιγμή αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς. Ξαφνικά πετιέται επάνω και λέει:
- Αμάν, τη βαζελίνη ξέχασα! Και τότε αγανακτισμένος ο πατέρας σηκώνεται και λέει:
- Ε, όχι ρε πούστη! Αν είναι να κάτσω να με γαμήσεις, θα πλύνω εγώ τα πιάτα!
Ο γέρος με τη γριά του μένανε πάνω στους λόφους, μακριά απ τον πολιτισμό και σε ημιάγρια κατάσταση. Σπάνια βλέπανε άλλους ανθρώπους. Μια μέρα ένα πλανόδιος πωλητής πέρασε από κει και ρώτησε το γέρο αν θέλανε να αγοράσουνε τίποτα.
- Η γριά μου δεν είναι σπίτι, λέει αυτός. Έχει πάει κάτω στο ποτάμι, να πλύνει. Αλλά για δείξε μου τι έχεις.
Ο πλανόδιος του έδειξε κατσαρόλες και τηγάνια, εργαλεία και συσκευές διάφορες, αλλά ο γέρος δεν έδειχνε ενδιαφέρον. Όταν όμως πρόσεξε έναν καθρέφτη,...
- Τι είναι αυτό; ρώτησε
Πριν ο πωλητής προλάβει να του εξηγήσει ότι ήταν καθρέφτης, ο γέρος το άρπαξε και το κοίταζε.
- Θεέ μου! αναφώνησε. Πού στην ευχή βρήκες τη φωτογραφία του πατερούλη μου;
Ο γέρος ήταν τόσο ενθουσιασμένος, που ήθελε να αγοράσει τον καθρέφτη αμέσως, αλλά, μη έχοντας λεφτά, έδωσε στον πλανόδιο το καλύτερο σταμνί, που είχε φτιάξει η γυναίκα του. Π πωλητής το πήρε και ξεκίνησε να φύγει αμέσως, πριν επιστρέψει η γυναίκα και χαλάσει η ανταλλαγή.
Ο γέρος φοβότανε ότι η γριά του θα θύμωνε πολύ, που είχε ανταλλάξει το καλύτερο σταμνί της με τον καθρέφτη και γι αυτό τον έκρυψε στο στάβλο, πίσω από κάτι άχρηστα κιβώτια.
Πήγαινε 2-3 φορές την ημέρα στο στάβλο, να δει τη «φωτογραφία» του πατερούλη του και τελικά της γυναίκας του της μπήκανε ψύλλοι στ αυτιά.
Αγανακτισμένη μια μέρα απ τα πήγαιν - έλα του γέρου της στο στάβλο, περίμενε να κοιμηθεί και μόλις έπιασε το ροχαλητό ο γέρος, γραμμή η γριά για το στάβλο. Βρήκε κάποια φορά και τον καθρέφτη και έβαλε τις φωνές:
- Α, ώστε αυτή είναι η παστρικιά, που τσιλημπουρδίζει μαζί της!
Ηταν κάποτε ένας πάμπλουτος άνδρας. Αλλη δουλειά δεν έκανε απ το να φτιάχνει μακρόστενες πισίνες τεραστίων διαστάσεων για να βάλει μέσα όλα τα σαρκοβόρα ψάρια (καρχαρίες, όρκες, πιράνχας, κλπ.).
Βγάζει λοιπόν μια ανακοίνωση:
"Όποιος καταφέρει και διασχύσει κολυμπώντας την πισίνα μου, και βγεί ζωντανός, θα του δώσω 500 εκατομμύρια δραχμές".
Μαζεύονται δημοσιογράφοι για το γεγονός, αλλά κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει την πισίνα. Αυξάνει το στοίχημα ο πλούσιος, σε 500 εκατομμύρια και 10 ουρανοξύστες. Ξαναμαζεύονται δημοσιογράφοι αλλά πάλι κανείς δεν τολμάει. Αγανακτισμένος πλέον ο πλούσιος, διπλασιάζει το στοίχημα. Ένα δις, 10 ουρανοξύστες και 50 τάνκερ. Χαμός και πάλι. Δημοσιογράφοι, τηλεοράσεις ζωντανές συνδέσεις αλλά τίποτα και πάλι. Δεν είχε άλλη επιλογή ο πλούσιος, από το αυξήσει λίγο ακόμα το στοίχημα. Ένα τρις, 20 ουρανοξύστες, 200 τάνκερ και έναν πούστη.
Αντε πάλι τα ίδια. Ξαναμαζεύονται δημοσιογράφοι, τα πιο κορυφαία κανάλια (το CNN, ΒΒC), και ω! δια του θαύματος βουτάει ένας άνθρωπος μέσα στην πισίνα. Τσαλαβουτάει, παλεύει με τα τέρατα ενώ προσπαθεί να διασχύσει την πισίνα. Γέμισε αίματα η πισίνα, αλλά μετά από λίγη ώρα βγαίνει από την άλλη πλευρά ΖΩΝΤΑΝΟΣ!
Καταξεσκισμένος βέβαια. Τρέχουν όλοι οι ρεπόρτερ για την αποκλειστικότητα. Τον πλησιάζουν, και τον βομβαρδίζουν στις ερωτήσεις κυριολεκτικά, για το πως θα ξοδέψει τα λεφτά που μόλις κέρδισε. Αφού συνέρχεται ο φίλος μας, λέει:
- Φέρτε μου τον πούστη!
Μάταια προσπαθούν όλοι να τον συνεφέρουν. Τόσα λεφτά είχε το στοίχημα. Τον πούστη ήθελε αυτός;
- "Φέρτε μου τον πούστη!", συνέχιζε αυτός.
- "Είσαστε καλά;", ρωτάει καποιός από το πλήθος.
- "Φέρτε μου τον πούστη!", συνέχιζε αυτός.
- "Μα καλά ανθρωπέ μου, τι τον θες τον πούστη, αφού με τόσα λεφτά που κέρδισες, μπορείς να αγοράσεις την Μις Κόσμος."
- "Φέρτε μου τον πούστη που μ έριξε στη πισίνα!"
Ήτανε που λέτε δύο νταλικέρηδες και πήγαιναν στην εθνική. Κάποια στιγμή γυρνάει ο Κώτσος (συνοδηγός) και λέει στο Μήτσο (οδηγό):
K: Ρε Μήτσο, χέζομαι ρε συ...
Μ: Ρε Κώτσο κάνε λίγο κράτει, να, σε λίγο πιάνουμε Λάρισα, εκεί θα χέσεις.
K: Καλά...
Μετά από λίγο:
K: Ρε Μήτσο, πόση ώρα θέλουμε ακόμα για Λάρισα;
Μ: E είναι ακόμα 20-25 χιλιόμετρα, βάλε κανένα εικοσάλεπτο.
K: Ρε συ, ΧΕΖΟΜΑΙ σου λέω, δε μπορώ να κρατηθώ τόσο πολύ καταλαβαίνεις ρε σύ τι σου λέω, χέζομαι, θα χεστώ επάνω μου.
Μ: E τι θες να σου κάνω ρε Κώτσο, πάρε μια σακούλα και πάνε χέσε πίσω.
K: Αυτό θα κάνω, με συγχωρείς αλλά δε γίνεται αλλιώς...
Πάει λοιπόν ο Κώτσος στο πίσω μέρος της νταλίκας (king cab) και ξαλαφρώνει με αναστεναγμούς ανακούφισης. Όταν τελειώνει ξαναγυρνάει όλο χαμόγελα στη θέση του συνοδηγού.
K: Τώρα μάλιστα, τώρα πάμε και μέχρι Θεσσαλονίκη αν θες.
Μ: ...
Μετά από λίγο:
Μ: Κώτσο, τι την έκανες τη σακούλα;
K: Α ναι, πίσω την άφησα;
Μ: Καλά ρε χάνεις; Θα σκύλο βρωμίσουμε εδώ μέσα. Πάρτη ρε μαλάκα και πέτα τη από το παράθυρο και πέθανα στη μπόχα.
K: Α καλά...
Πράγματι, παίρνει ο Κώτσος τη σακούλα και τη πετάει από το παράθυρο. Περνάει κανένα πεντάλεπτο ήρεμης πορείας όπου ξαφνικά από πίσω ακούγεται ένα βραχνό επίμονο ψιλό κορνάρισμα:
"Μπι μπιπ! μπι μπιιιιπ!". Κοιτάει ο Μήτσος από τον καθρέφτη και βλέπει σε κάποια απόσταση ένα τυπά με ένα παπάκι να του κάνει κάτι νοήματα. "Γαμώτο", σκέφτεται, "τι θέλει το ούφο και κορνάρει;" και κατεβάζοντας ταχύτητα, ξεφεύγει αρκετά μέτρα μπροστά.
Δεν περνάνε δυο λεπτά και να σου πάλι "μπι μπιπ! μπι μπιιιιπ!". Κοιτάει ο Μήτσος και βλέπει πάλι να πλησιάζει το παπάκι και τον τύπο να κουνάει τα χέρια του θυμωμένα.
"Βρε μ ένα πού*** που μπλέξαμε", σκέφτεται τσαντισμένος, "και όχι τίποτ άλλο μπορεί και να τον πατήσω χωρίς να το θέλω"
. Και κόβοντας λίγο ταχύτητα γυρίζει και λέει στο συνοδηγό:
Μ: Ρε συ Κώτσο, για δες τι στην ευχή θέλει και κορνάρει ο μαλακό παπάκιας μη τον κάνω λιώμα σε καμιά στροφή.
Και ο Κώτσος ανοίγει το παράθυρο, βγάζει το κεφάλι του έξω, κοιτάει λίγο τον τύπο που έχει φτάσει δίπλα τους εντωμεταξύ και του λέει:
K: Τι θε ρε... σκατό φάτσα;
Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας πάει να τρελαθεί από τις φάρσες που του κάνουν. Μέρα παρά μέρα έρχεται κι ένα βυτίο με δύο τόνους πετρέλαιο. Κάποια στιγμή δεν αντέχει και βουτάει τον παπαγάλο του.
"Εσύ, ρε πούστη, παράγγειλες πετρέλαιο, εσύ μου κάνεις πλάκα", του λέει, και πιάνει και τον κρεμάει από τα φτερά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί ο παπαγάλος βλέπει μια εικόνα του Χριστού στο σταυρό.
"Εσύ, ρε φιλαράκο, πόσα χρόνια είσαι έτσι;", τον ρωτά. "Περισσότερο από δύο χιλιάδες"
, απαντά ο Χριστός. Κι ο παπαγάλος:
"Καλά, ρε φιλάρα, πόσο πετρέλαιο παρήγγειλες πια;"!
Ο μικρός Γιωργάκης πάει στον πατέρα του.
- Μπαμπά, θα μου εξηγήσεις τη διαφορά μεταξύ θεωρητικού και πρακτικού;
- Στάσου μια στιγμή, του λέει ο πατέρας του, και φωνάζει την κόρη τους.
- Μαιρούλα έλα εδώ. Πες μου, για είκοσι εκατομμύρια θα κοιμόσουνα με τον αδερφό σου;
Τρομαγμένη η Μαιρούλα απαντάει:
- Τι λες μπαμπά, είναι πράγματα αυτά, εγώ είμαι κορίτσι με αρχές, με τον αδερφό μου, απαπαπα, αυτά είναι διεφθαρμένα πράγματα.
- Πρόσεξε, Μαιρούλα, για είκοσι εκατομμύρια δραχμές. Θα πήγαινες με τον αδερφό σου.
- Μα τι λόγια είναι αυτά πατέρα, ... είκοσι εκατομμύρια, ε;
Ε, τα λεφτά στην οικογένεια θα έμεναν, θα μπορούσαμε να κάνουμε τόσα πράγματα, θα μπορούσαμε να πάμε όλοι μαζί διακοπές ... ε, για είκοσι εκατομμύρια θα το έκανα.
- Καλά Μαιρούλα, πήγαινε. Γυναίκα, έλα εδώ. Για τριάντα εκατομμύρια, θα κοιμόσουνα με το γιο σου;
- Αααργκ, τι λόγια είναι αυτά άντρα μου, δεν αισχύνεσαι, τι αιμομυκτικά πράγματα είναι τούτα, και μόνο που το σκέφτομαι παθαίνω ...
- Πρόσεξε γυναίκα, μιλάμε για τριάντα εκατομμύρια δραχμές. Θα πήγαινες;
- Μα τα έχεις χάσει εντελώς άντρα μου, για ποια με περνάς, δεν κάνω εδώ τέτοια πράγματα, αυτά είναι άνομα πράγματα, ... τριάντα εκατομμύρια είπες; Ε, στην οικογένεια θα έρχονταν τα λεφτά, πολλά πράγματα θα μπορούσαμε να αγοράσουμε για το σπίτι, πλυντήριο, ψυγείο, καινούργια αυτοκίνητο, καλό θα μας έκανε στο τέλος. Για τόσα λεφτά θα πηδούσα το γιο μου.
- Εντάξει γυναίκα, πήγαινε. (Προς το γιο)
- Κατάλαβες, ρε, τι διαφορά μεταξύ του θεωρητικού και του πρακτικού;
- Όχι, μπαμπά, δεν τόπιασα.
- Κοίτα, ρε μαλάκα. Θεωρητικά, έχουμε στην οικογένεια πενήντα εκατομμύρια. Πρακτικά, όμως, έχουμε δύο πουτάνες!