φρέσκα ανέκδοτα

Ένας ταχυδακτυλουργός δούλευε σε ένα κρουαζιερόπλοιο που ταξίδευε στον Ειρηνικό. Το κοινό του άλλαζε κάθε βδομάδα, οπότε ο μάγος έκαν συνέχεια τα ίδια κόλπα.
Το μόνο πρόβλημα ήταν ο παπαγάλος του πλοίαρχου, ο οποίος είχε μάθει όλα τα κόλπα, και στην μέση του σώου φώναζε:
"Κοιτάξτε, έχει κι άλλο καπέλο! Γιατί τα τραπουλόχαρτα είναι όλα άσοι μπαστούνι;"
Ο ταχυδακτυλουργός είχε εξοργιστεί, αλλά και ο παπαγάλος άνηκε στον καπετάνιο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.
Μία μέρα το πλοίο βυθίζεται και οι μόνοι που σώθηκαν ήταν ο παπαγάλος και ο ταχυδακτυλουργός που σκαρφάλωσαν σε μία σανίδα.
Οι δυό τους κοιτάζονταν με μίσος για 8 μέρες. Την ένατη μέρα ο παπαγάλος δεν άντεξε και φωνάζει:
- ΟΚ, παραδίνομαι! Που στο καλό έκρυψες το πλοίο;
Κατακαλόκαιρο, κι ο τζίτζικας κάθεται σε ένα δέντρο με γυαλιά ηλίου, walkman και φραπεδιά στο χέρι. Από κάτω, το μυρμήγκι κουβαλάει πάνω-κάτω σπόρους για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
- Κούλαρε ρε μέρμηγκα, του λέει ο τζίτζικας. Θα σε φάει το άγχος!
- Koρόιδευε εσύ, όταν θα χειμωνιάσει και θα πεινάσεις θα μου χτυπήσειςτην πόρτα, απαντάει το μυρμήγκι.
Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια.
- Ηρέμησε ρε μέρμηγκα, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη!
- Γέλα εσύ, όταν χειμωνιάσει και σε κόψει η λόρδα, θα μου χτυπήσεις την πόρτα.
Κάθε μέρα το ίδιο βιολί, το μυρμήγκι να κουβαλάει και ο τζίτζικας να κοροϊδεύει ο τζίτζικας, ίδια απάντηση το μυρμήγκι.
Τελειώνει το καλοκαίρι και έρχεται η βαρυχειμωνιά.
Η βροχή πέφτει αλύπητη, ο αέρας σφυρίζει έξω παγωμένος και το μυρμήγκι κλεισμένο στη γεμάτη σπόρους φωλιά του, περιμένει το τζίτζικα ανυπόμονα να του χτυπήσει την πόρτα ζητώντας φαΐ.
Ένα παγωμένο βράδυ, το μυρμήγκι ακούει χτυπήματα στην πόρτα!
- Ποιος είναι; ρωτάει.
- Aνοιξε ρε, ο κολλητός σου ο τζίτζικας είμαι!
- Ρε τζίτζικα στα έλεγα εγώ, μονολογεί το μυρμήγκι.
Ανοίγει την πόρτα και βλέπει το τζίτζικα αγκαλιά με μια γκόμενα!
- Κολλητέ μου, πάω διακοπές στις Μπαχάμες με το μωρό, θέλεις κάτι;
- Όχι, λέει το μυρμήγκι φρικαρισμένο, αλλά να πας να πεις του Αισώπου ότι είναι και πολύ μαλάκας !
Πέφτει ένα αεροπλάνο στην Αφρική και οι μόνοι επιζώντες από το δυστύχημα είναι η Monica Bellucci και ένας άντρας. Μετά απο 5-6 μήνες την καταφέρνει ο άντρας και την πηδάει τη Monica.
Πέρναγαν μια χαρά ώσπου μια μέρα ο άντρας είχε ανέβει πάνω σε ένα δέντρο και δεν μιλούσε. Μάταια η Monica προσπαθούσε να καταλάβει τι έχει ρωτώντας τον τι μπορεί να κάνει εκείνη για να τον κάνει να νιώσει καλύτερα...
- Έλα βρε μωρό μου, πες μου τι θες να κάνω και θα το κανω, του λεγε.
- Ασε με της ήσυχο της λέει, δεν είναι στο χέρι σου.
- Μα βρε αγάπη μου, μωρό μου, καρδούλα μου, δε μπορεί κάτι θα μπορώ να κάνω και εγώ για να νιώσεις καλύτερα. Θα βρούμε κάτι... του λέει πάλι.
Με τα πολλά της λέει αυτός:
- Εντάξει, κάτι υπάρχει που μπορείς να κάνεις... Λοιπόν, πήγαινε στο αεροπλάνο, βγάλε τη στολή από τον πιλότο και φόρεσέ τη.
Τι να κάνει η Monica, παραξενεύτηκε αλλά πηγαίνει, παίρνει τη στολή και την φοράει.
- Τώρα εντάξει; του λέει.
Και πάλι όμως ο άντρας δεν ήταν απόλυτα ευχαριστημένος.
- Τώρα κόψε και λίγα χορταράκια και βάλτα για μουστάκι, της λέει.
Παραξενεύτηκε και πάλι η Monica αλλά για να μην του χαλάσει χατίρι...
- Τώρα εντάξει; του λέει πάλι.
- Τώρα μένει να σου βρώ και ένα αντρικό όνομα, λέει ο άντρας.
Τι να πει πάλι και η κακομοίρα η Monica του απαντάει:
- Έστω λοιπόν ότι με λένε Βαγγέλη.
Και τότε κάνει αυτός:
- Ρε Βαγγέλη, ξέρεις ποιά πηδάω; Τη Monica Bellucci!