φρέσκα ανέκδοτα

Ο Έλληνας υπουργός Δημοσίων Έργων συναντιέται με τον Γερμανό ομόλογό του στη Γερμανία και επισκέπτονται διάφορα έργα που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας του Γερμανού.
- Τη βλέπεις αυτή τη γέφυρα; λέει ο Γερμανός. Κόστος 150 εκατομμύρια μάρκα και 15 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
Πηγαίνουν παρακάτω και δείχνει στο δικό μας μια ανισόπεδη διάβαση.
- Τη βλέπεις αυτή την ανισόπεδη διάβαση; Κόστος 200 εκατομμύρια μάρκα, 20 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
H ξενάγηση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Μετά από λίγο καιρό, ο Γερμανός, ως επίσημος προσκεκλημένος του Έλληνα ομόλογού του, επισκέπτεται την Ελλάδα.
Ο Έλληνας υπουργός τον ξεναγεί στα διάφορα έργα. Φτάνουν και πάνω από τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρίου και τον ρωτά:
- Τη βλέπεις αυτή την υπερσύγχρονη γέφυρα, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη;
- "Ποια γέφυρα;", απορεί ο Γερμανός.
- 3 δισεκατομμύρια δραχμές στην τσέπη μου!
Η κυρία είναι στο κρεβάτι με τον εραστή της. Ξαφνικά ακούν το αυτοκίνητο του συζύγου να παρκάρει έξω απ το σπίτι. Ο εραστής τρέχει πανικόβλητος να κρυφτεί. Η κυρία, πιο ψύχραιμη, του λέει:
- Πήγαινε στη γωνία και κάτσε ακίνητος!
- Μα...
- Δεν έχει μα! Κάτσε εκεί που σου λέω!
Πηγαίνει στο μπάνιο και φέρνει baby-oil και ταλκ. Τον πασαλείβει με το λάδι, τον πασπαλίζει ολόκληρο με ταλκ και του λέει:
- Κάτσε ακίνητος και κάνε το άγαλμα!
- Μα...
- Κάνε το άγαλμα, που σου λέω, αλλιώς μας έσφαξε και τους δυο!
Μπαίνει ο σύζυγος και βλέπει το "άγαλμα".
- Τι είναι αυτό Μαρία;
- Α, τίποτε! Είχα πάει στους Παπαδοπουλαίους το Σαββατοκύριακο κι είχαν ένα τέτοιο άγαλμα και το ζήλεψα. Δεν σε πειράζει που πήρα κι εγώ ε;
- Α μπα, τι να με πειράξει;
Έκατσαν, έφαγαν, είδαν τηλεόραση και κάποια στιγμή έπεσαν για ύπνο. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο, φτιάχνει ένα σάντουιτς, παίρνει και μια μπύρα και πάει στο "άγαλμα".
- Έλα ρε, φάε, πιες!
Ο εραστής παγώνει απ το φόβο του.
- Έλα ρε, φάε κάτι! Εγώ τρεις μέρες έκανα το άγαλμα στους Παπαδοπουλαίους κι ούτε ένα ποτήρι νερό δεν μου δωσαν!
Ένας χωρικός είχε μια φορά έναν κόκορα πολύ βαρβάτο.
Ο κόκορας τριγύρναγε στα αγροκτήματα και γαμ**σε οποίο ζώο έβρισκε μπροστά του . Ο φουκαράς ο χωρικός μια μέρα λέει στον κόκορα .
- Κοιτά φίλε . αν συνεχίσεις έτσι στο τέλος θα ψοφήσεις από το πολύ γαμ**σι . Ηρέμησε λίγο.
Όμως ο γαμίκος κόκορας δεν άκουγε τίποτε . Αφού πη**ξε όλες τις κότες πήγε και πηδ**ξε και τα γουρούνια και μετά τις αγελάδες και δεν σταματούσε μέχρι να γαμ**σει όλα τα ζώα της φάρμας.
Μια μέρα ο χωρικός δεν έβρισκε πουθενά τον κόκορα . Η ανησυχία του έγινε μεγαλύτερη , όταν στην πίσω αυλή είδε μερικά κοράκια να κόβουν απειλητικές βόλτες στον ουρανό . Έτρεξε προς τα κει και αντίκρισε τον βαρβάτο κόκορα πεσμένο στο χώμα ανάσκελα ακίνητο με τα μάτια κλειστά .
- Το ξερά εγώ ! Σου το είχα πει ! Απ το πολύ γαμ**σι πέθανες ! του λέει στεναχωρημένος ο χωρικός καθώς πλησιάζει τον κόκορα .
Μόλις φτάνει όμως από πάνω του ο κόκορας ανοίγει το ένα μάτι και του λέει χαμηλόφωνα.
- Σκάσε ρε μαλ**κα ! Πας να μου χαλάσεις την δουλειά με τις κολοφωνές σου θα δίωξεις τα πουλιά και δεν έχω γαμ**ει κοράκι.