Σε μία έρημη περιοχή της Κίνας περιπλανιέται για μία βδομάδα ένας Ευρωπαίος που έχει χαθεί και ενώ κοντεύει να πεθάνει από την πείνα, βλέπει έναν πύργο, χτυπάει την πόρτα του πύργου, του ανοίγει ένας κινέζος ερημίτης, του ζητάει να φάει, να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί.
Ο ερημίτης λέει:
- Ναι, ευχαρίστως να σε φιλοξενήσω, αλλά να ξέρεις ότι αν πειράξεις την μικρή εγγονή μου θα υποστείς τα τρία κινέζικα βασανιστήρια.
Ο ταλαιπωρημένος Ευρωπαίος συμφωνεί, αλλά ενώ τρώει βλέπει την μικρή κινεζούλα η οποία ήταν και πρώτη γκόμενα, του γυαλίζει και αποφασίζει να το διακινδυνέψει. Έτσι και γίνεται.
Το πρωί που ξυπνάει βρίσκει μία πέτρα 20 κιλών στο στήθος του, η οποία γράφει πάνω της
"1ο κινέζικο βασανιστήριο : πέτρα 20 κιλών στο στήθος".
- Σιγά τα λάχανα, λέει και την πετάει από το παράθυρο, οπότε βλέπει την πίσω πλευρά της πέτρας η οποία γράφει:
"2ο κινέζικο βασανιστήριο : η πέτρα είναι δεμένη στο αριστερό σου αρ**δι"."
Οπότε για να το γλιτώσει πηδάει από το παράθυρο και τότε βλέπει στο περβάζι γραμμένο το μήνυμα.
"3ο κινέζικο βασανιστήριο : το δεξί σου αρ**δι είναι δεμένο στο πόδι του κρεβατιού σου."
Ήταν ένας γύφτος σε ένα μπαρ και, με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα έπινε σφηνάκια.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας Κινέζος από το πουθενά, πάει πίσω από το γύφτο και με μια κίνηση σωριάζει τον γύφτο στο πάτωμα.
Τότε λέει ο Κινέζος στο μπάρμαν:
- Όταν ξυπνήσει το παιδί πες του ότι ήταν χτύπημα "Χιουιάου Ντιάου".
Την επόμενη μέρα ήταν πάλι ο γύφτος στο μπαρ, εμφανίζεται ο Κινέζος και με μία αστραπιαία κίνηση σωριάζει τον γύφτο στο πάτωμα.
Λέει στο μπάρμαν:
- Όταν ξυπνήσει το παιδί πες του ότι ήταν χτύπημα "Σιανέι Λαμέι".
Κάθε μέρα συνέβαινε το ίδιο πράγμα μέχρι που ο γύφτος τσαντίστηκε με αυτή την ιστορία και αποφάσισε να την στήσει στο Κινέζο.
Πράγματι ο Κινέζος φάνηκε την καθιερωμένη του ώρα, αλλά ο γύφτος έλειπε. Αποφάσισε να πιει σφηνάκια και κάθισε στη θέση που καθόταν συνήθως ο γύφτος.
Ξαφνικά από το πουθενά εμφανίζεται ο γύφτος και με μια κίνηση σωριάζει τον Κινέζο στο πάτωμα.
Τότε λέει στον μπάρμαν:
- Όταν ξυπνήσει το παιντί, πες του ότι ήταν χτύπημα "Προφυλακτήρα Datsun".
Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Ήταν μια φορά ένας Έλληνας, ένας Αμερικάνος κι ένας Κινέζος πάνω στον Όλυμπο και έκαναν ορειβασία. Σε μια στιγμή, έτσι όπως ξεκουραζόντουσαν σε κάτι βράχια, πλησιάζει ο Αμερικάνος τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού στο αυτί του και το μικρό δάχτυλο στο στόμα του και αρχίζει να μιλάει. Απορρημένοι οι άλλοι δύο, του λένε:
- Τι κάνεις εκεί τώρα;
- Ε! να, μόλις μίλησα με τη γκόμενα μου στην Αμερική!, απαντά.
Μετά από λίγο, ο Κινέζος πλησιάζει το ρολόι του χεριού του κοντά στο πρόσωπό του. Ο πόντιος, γεμάτος απορία, τον ρωτά:
- Εσύ τώρα, τι κάνεις εκεί;
- Ε, να μωρέ, βλέπω τις ειδήσεις στην Κίνα!, απαντά ο Κινέζος.
Φανερά ενοχλημένος ο πόντιος σκέφτεται, τι να κάνει τώρα αυτό για να τον προσέξουν! Αφήνει, λοιπόν, να του φύγει μια τρανταχτή πορδή. Έκπληκτοι οι άλλοι δύο τον κοιτάζουν:
- Εσύ, τι έκανες τώρα;, τον ρωτάνε.
- Τίποτα ρε παιδιά, μόλις έστειλα ένα φαξ στον Πόντο!
Καυγαδίσανε σε ένα μπαρ ο μαύρος και ο Κινέζος και αρχίσαν να δέρνονται.
Φυσικά ο μαύρος σαν δυνατότερος έδειρε άσχημα τον Κινέζο, και νίκησε.
- Θα σε εκδικηθώ, φώναξε φεύγοντας ο Κινέζος.
Τα χαράματα ο μαύρος ξυπνάει και νιώθει ένα βάρος στο στήθος του.
Ανοίγει τα μάτια και βλέπει ότι πάνω στο στήθος του ήταν ένας βράχος, και στον βράχο κολλημένο ένα σημείωμα:
"Εκδίκηση Κινέζου Μέρος Πρώτον: Έχεις έναν βράχο πάνω στο στήθος σου, και δεν μπορείς να αναπνεύσεις."
Πετάει ο μαύρος τον βράχο από το μπαλκόνι, και πέφτει πάνω του ένα άλλο χαρτάκι που λέει:
"Εκδίκηση Κινέζου Μέρος Δεύτερον: Το αριστερό σου αρχίδι είναι δεμένο στον βράχο."
Πηδάει ο μαύρος από το μπαλκόνι για να πιάσει τον βράχο, και τότε πέφτει στα χέρια του ένα ακόμα χαρτάκι:
"Εκδίκηση Κινέζου Μέρος Τρίτον: Το δεξί σου αρχίδι είναι δεμένο στο ταβάνι!"
Είναι ένας γύφτος σε ένα μπαρ και πίνει τα ποτά του ανέμελος, όταν μπαίνει ένας Κινέζος.
Με κάποια μικροαφορμή αρχίζει ο Κινέζος να δέρνει τον γύφτο με διάφορες τεχνικές καράτες. Τον ρίχνει αναίσθητο και φεύγοντας λέει στον μπάρμαν:
- Όταν σηκωθεί, πες του ότι αυτή ήταν η τεχνική "Κόκκινος Δράκος"!
Ξανά την επόμενη μέρα πάλι ο γύφτος στο μπαρ.
Ξαναμπαίνει ο Κινέζος, "Για γιου τιν τσίν!" Πάρτον πάλι κάτω τον γύφτο!
Λέει πάλι ο Κινέζος στον μπάρμαν:
- Πες του γύφτου μόλις σηκωθεί, ότι ήταν η τεχνική "Κίτρινος Δράκος".
Την επομένη πάλι το ίδιο, την μεθεπομένη πάλι το ίδιο...
Μπαίνει λοιπόν μια μέρα με φόρα ο Κινέζος να πλακώσει τον γύφτο. Κοιτάει και πουθενά ο γύφτος.
Έρχεται ο γύφτος από πίσω, και ακούγεται ένα γκουππππ!
Αναίσθητος ο Κινέζος!
Και λέει ο γύφτος στον μπάρμαν:
- Πες του Κινέζου όταν σηκωθεί, που δεν το νομίζω, "Λαμαρίνα Από Ντάτσουν"!
Ήταν ένας Αμερικάνος, ένας Ιάπωνας και ένας Κινέζος σε ένα αεροπλάνο. Περνάνε πάνω από την Ιαπωνία και ο Ιάπωνας πετάει δύο μαχαίρια από το αεροπλάνο.
Αμερικάνος :
- Γιατί ρε, πέταξες τα μαχαίρια;
Ιάπωνας :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό τα πέταξα.
Περνάνε πάνω από την Κίνα και ο Κινέζος πετάει ένα μαχαίρι.
Αμερικάνος :
- Γιατί ρε, πέταξες το μαχαίρι;
Κινέζος :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό το πέταξα.
Περνάνε πάνω από την Αμερική και ο Αμερικάνος πετάει μία βόμβα.
Κινέζος :
- Γιατί ρε, πέταξες την βόμβα ;
Αμερικάνος :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό την πέταξα.
Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε κατέβηκε ο Αμερικάνος, ο Κινέζος και ο Ιάπωνας και άρχισαν να περπατάνε. Εκεί που περπατούσανε συναντάνε ένα κορίτσι να κλαίει.
Αμερικάνος :
- Γιατί κλαις κοριτσάκι;
Κορίτσι :
- Γιατί έπεσαν δύο μαχαίρια από τον ουρανό και σκότωσαν τον πατέρα μου.
Περπατάνε και συναντάνε ένα αγοράκι να κλαίει.
Ιάπωνας :
- Γιατί κλαις αγοράκι;
Αγόρι :
- Γιατί έπεσε ένα μαχαίρι από τον ουρανό και σκότωσε την μητέρα μου.
Περπατάνε και συναντάνε ένα αγόρι να γελάει.
Κινέζος :
- Γιατί γελάς αγοράκι;
Αγόρι :
- Γιατί εκεί που καθόμασταν και βλέπαμε τηλεόραση ο παππούς έκλασε και έπεσε το σπίτι.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα νιόπαντρο ζεύγος Κινέζων και έκαναν ένα παιδί. Το παιδί την τρίτη μέρα αρρώστησε και οι γονείς κάλεσαν τους προύχοντες του χωριού να δώσουν στο παιδί το όνομα ενός μεγάλου ανδρός της Κίνας. Έτσι το παιδί το ονόμασαν:
Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο.
Δύο χρόνια μετά τη γέννηση του Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο το ζεύγος γέννησε και δεύτερο παιδί. Πάλι οι γονείς κάλεσαν τους προύχοντες οι οποίοι έδωσαν και στο νεώτερο τέκνο το όνομα ενός άλλου μεγάλου ανδρός της Κίνας. Τον βάφτισαν "Πο".
Μια μέρα ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο και ο Πο δανείστηκαν από τον γείτονα μια μπάλα για να παίξουν.
Πετάει ο Πο την μπάλα στον Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο και ο
Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο πετάει την μπάλα στον Πο. Ο Πο ξαναπετάει την μπάλα στον Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο και αυτός την ξαναπετάει στον Πο. Ο Πο ξαναπετάει την μπάλα στον Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο και αυτός την ξαναπετάει προς τον Πο αλλά βάζει περισσότερη δύναμη και η μπάλα πέφτει στο πηγάδι.
"Τι θα κάνουμε;" είπε ο Πο. Η μπάλα είναι ξένη, πρέπει να την επιστρέψουμε. Κάποιος πρέπει να κατέβει να την πάρει. Κατέβα εσύ,
Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο, γιατί εσύ ξέρεις κολύμπι, εγώ δεν ξέρω.
Κατέβηκε λοιπόν ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο αλλά το πηγάδι ήταν πολύ στενό και όταν έφτασε κάτω διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κουνήσει τα χέρια του και κινδύνευε να πνιγεί. Ο Πο βλέποντας την κατάσταση έτρεξε να ειδοποιήσει τη μητέρα του. Πο: Μαμά ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο κατέβηκε στο πηγάδι να πιάσει τη μπάλα και κινδυνεύει να πνιγεί.
Μαμά: Μην ανησυχείς ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο ξέρει κολύμπι.
Πο: Ναι αλλά το μέρος είναι στενό και δεν μπορεί ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο να κουνήσει τα χέρια του.
Μαμά: Τι, το μέρος είναι στενό και δεν μπορεί ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο να κουνήσει τα χέρια του; Γρήγορα να το πούμε στον μπαμπά. Πάνε στον μπαμπά:
Πο: Μπαμπά ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο κατέβηκε στο πηγάδι να πιάσει τη μπάλα και κινδυνεύει να πνιγεί. Μπαμπάς: Μην ανησυχείς ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο ξέρει κολύμπι.
Πο: Ναι αλλά το μέρος είναι στενό και δεν μπορεί ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι- ντόμινο να κουνήσει τα χέρια του.
Μπαμπάς: Τι, το μέρος είναι στενό και δεν μπορεί ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι- ντόμινο να κουνήσει τα χέρια του; Πάμε γρήγορα να τον βγάλουμε.
Τρέχουν στο πηγάδι, φτάνει πρώτος ο Πο και φωνάζει:
Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο
Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο
Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο
Αλλά πού να απαντήσει ο Στίκι-στίκι-στάμπολι-σοράμπολι-περεπίσκι-κε-πόπολι-περντίκολο-τσιτσιένσκαγια-ρεμιστνό-μιντόμι-ντόμινο που είχε πνιγεί.
Στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης φτάνουν στην Νέα Υόρκη ένα Κινέζος, ένας Νέγρος και ένας Πόντιος και συναντιούνται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Καθώς δεν έχουν αρκετά λεφτά αποφασίζουν να νοικιάσουν μαζί ένα δωμάτιο και από την επομένη να ψάξουν για δουλειά.
Πράγματι την επόμενη μέρα φεύγουν και οι τρεις για να βρουν δουλειά και επιστρέφουν αργά το απόγευμα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
- Τι έγινε Κινέζε, βρήκες δουλειά, τον ρωτάνε οι δύο άλλοι.
- Οι άτιμοι όπου και να πήγα με διώχνανε και μου λέγανε: έξω από δω παλιοσχιστομάτη. Τζίφος βρε παιδιά.
- Εσύ Νέγρο;
- Τα ίδια και χειρότερα, δεν φτάνει που με βρίζανε με διώξανε στην κυριολεξία και με τις κλωτσιές, οι άτιμοι.
- Εγώ παιδιά τα κατάφερα λέει ο Πόντιος και αύριο πιάνω δουλειά σε ένα εστιατόριο. Μόνο βρε Κινέζε είδα ότι έχεις ρολόι. Σε παρακαλώ μπορείς να με ξυπνήσεις στις 4 το πρωί για να ετοιμαστώ;
- Φυσικά του λέει ο Κινέζος.
Πάει για ύπνο ο Πόντιος αλλά οι δύο άλλοι ζοχαδιασμένοι που δεν βρήκαν δουλειά σκεφτόντουσαν τι να του κάνουν.
- Το βρήκα λέει ο Νέγρος και ανοίγει τη σόμπα παίρνει τις στάχτες και αρχίζει να πασαλείβει τον Πόντιο στο πρόσωπο και τα χέρια. Κατράμι ο Πόντιος.
Κατά τις 4 ο Κινέζος ξυπνά τον Πόντιο και του λέει "άντε σήκω ώρα για δουλειά".
Ευχαριστώ λέει ο Πόντιος, σηκώνετε και πάει για κατούρημα.
Καθώς ξαλάφρωνε κοιτά στον καθρέφτη, γουρλώνει τα μάτια και λέει όλο θυμό :
"Ρε τον π**στη τον Κινέζο τον μα**κα τον Νέγρο ξύπνησε!"