Ανέκδοτα για τράπεζες και τραπεζίτες

Το σκηνικό είναι λίγο έως πολύ γνωστό, ιδιαίτερα στους νέους.
Ένας τύπος είχε από μικρός λόξα με τις μηχανές. Ονειρευόταν λοιπόν κάποια μέρα να οδηγεί την δικιά του Harley Davidson, ενώ όπως ήταν φυσικό, το δωμάτιό του ήταν γεμάτο με αφίσες. Harley με τοπία, Harley με γκόμενες, Harley χωρίς γκόμενες.. κάθε συνδυασμός με απαραίτητο συστατικό την Harley.
Αφού λοιπόν έχει κάνει αιματηρές οικονομίες και έχει τρίψει δεκάδες τζιν στην καρέκλα του γραφείου που δούλευε, καταφέρνει να μαζέψει το ποσό για να πάρει την ακριβότερη Harley που κυκλοφορεί. Μια και δυο, πηγαίνει στην τράπεζα και σηκώνει τα λεφτά μέχρι τελευταίας δεκάρας και τρέχει στο κατάστημα. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για τη συναλλαγή, μιας και την μηχανή την είχε σταμπάρει από καιρό. Έτσι, αφού κανονίζει τις λεπτομέρειες καβαλάει την Harley και ετοιμάζεται να πάει σπίτι για να κάνει έκπληξη στους δικούς του.
Πριν ξεκινήσει την μηχανή τον προλαβαίνει ο πωλητής και του λέει:
- Να σας ρωτήσω κάτι πριν φύγετε.. τη μηχανή θα την έχετε κάτω από υπόστεγο, ή σε ανοικτό χώρο;
- Σε ανοικτό χώρο, απαντάει ο τύπος, γιατί;
- Ξέρετε, καλό θα ήταν τότε όταν βρέχει να την αλλοίφετε με βαζελίνη ώστε να μην σπάσει το χρώμα της.
- Α, σας ευχαριστώ πολύ, θα το έχω υπόψη μου, λέει και φεύγει για το σπίτι.
Στο σπίτι του εν τω μεταξύ, η αρραβωνιαστικιά του, η αδερφή του, η μητέρα του και ο πατέρας του, έχουν μόλις τελειώσει το μεσημεριανό τους και έχουν μαζέψει μία στοίβα πιάτα στο νεροχύτη για πλύσιμο. Κλασσικά όμως, κανένας δεν προθυμοποιείται να τα πλύνει, έτσι έχουν συμφωνήσει ότι όποιος μιλήσει πρώτος θα πλύνει τα πιάτα.
Μετά από κανα 20λεπτο, σκάει μύτη ο τύπος με τη Harley. Τρέχει γρήγορα μέσα στο σπίτι και φωνάζει όλος χαρά την αραβωνιαστικά του.
- Ελένηηη... που είσαι;
Εμφανίζεται η Ελένη σιωπηλή!
- Αγάπη μου, επιτέλους το όνειρό μου γίνεται πραγματικότητα!.. Πήρα την πολυπόθητη Harley!
Η Ελένη όμως δεν απαντάει, παρά μόνο χαμογελάει με υπονοούμενο. Ο τύπος παραξενεύεται και ξαναδοκιμάζει..
- Γλυκιά μου.. πήρα Harley.. δεν έχεις να πεις τίποτα;
Εξακολουθεί όμως εκείνη να μην λέει τίποτα! Ο τύπος την κοιτάει ξανά, και της λέει...
- Αα.. κατάλαβα, θέλεις να το γιορτάσουμε κατάλληλα ε; Πονηρούλα... και την πιάνει, την γδύνει και της ρίχνει ένα καλό επιεόρτιο γαμήσι. Παρ όλα αυτά, η Ελένη δεν έβγαλε μιλιά. Έτσι ο τύπος πάει και βρίσκει την αδερφή του.
- Λία, της λέει, επιτέλους μετά από τόσα χρόνια έχω τη δική μου Harley Davidson!
Προς μεγάλη έκπληξη του τύπου, ούτε η Λία βγάζει μιλιά! Εκείνη τη στιγμή, έχουν μαζευτεί όλοι στο σαλόνι..
- Μα βρε Λιάκι, ούτε εσύ έχεις να πεις τίποτα...; .. you know.. Harley?
Η Λία όμως αγρόν ηγόραζε... ο τύπος την κοιτάει και αυτή με περίεργο ύφος και της λέει..
- Αχα.. βλέπω ότι γουστάρεις και εσύ κόλπα.. δεν βαριέσαι.. σήμερα είμαι πολύ χαρούμενος και δεν καταλαβαίνω τίποτα..
Έτσι, αρπάζει την αδερφή του, και της πετάει τα ματια και αυτής έξω.. Αφού λοιπόν τελειώνει και με την Λία, μαζεύει τα παντελόνια του και πάει στην μάνα του.
- Μάνα!.. επιτέλους τα όνειρά μου δεν είναι μόνο αφίσες!.. Εχω έξω την Harley!
Για ακόμα μια φορά, ο τύπος μένει άναυδος.. ούτε καν η μητέρα του μίλησε..
- Βλέπω ότι την έχετε δει περίεργα εδω μέσα, της λέει ο τύπος, αλλά η γριά η κότα έχει το ζουμί..
Έτσι, αρπάζει και τη μάνα του και της δίνει να καταλάβει τη διαφορά 25άρη και 55άρη!.. Αφού τελειώνει και με την μάνα του, και αφού δεν έχει ακούσει ούτε επιφώνημα, γυρνάει στον πατέρα του.
- Που σαι ρε γέρο; Θυμάσαι που τα λέγαμε για τις μηχανές; Πλέον θα σε πηγαίνω βόλτα με την καλύτερη μηχανή που κυκλοφορεί..
Ούτε όμως και ο πατέρας του μιλάει... ο τύπος συνεχίζει..
- Ρε πατέρα.. τί πάθατε όλοι σήμερα;
Μιλιά ο πατέρας.. ξαφνικά ακούγονται βροντές απ έξω. Ο τύπος κοιτάει από το παράθυρο και βλέπει ότι ο καιρός είναι κλειστός και ετοιμάζεται βροχή. Σκέφτεται λοιπόν φωναχτά..
- Ωχ.. πάω να φέρω τη βαζελίνη...
Και ο πατέρας...
- Μη μη! Θα πλυνω εγω τα πιατα
Πεθαίνει ένας πλούσιος πατέρας και αφήνει μια μεγάλη κληρονομιά στους δυο γιους του.
Συναντιέται, λοιπόν, ο μεγάλος με το μικρό να συζητήσουν τη μοιρασιά:
Μεγάλος: Λοιπόν αδελφάκι μου, εγώ δεν θέλω να σ αδικήσω. Ακου, λοιπόν, την πρότασή μου κι αν διαφωνείς τη ξανασυζητάμε. Λοιπόν, τη βίλλα στην Κηφισιά θα την πάρω εγώ, τη γκαρσονιέρα στην Καλλιθέα θα την πάρεις εσύ.
Μικρός: Εντάξει, φιλάκια!
Μεγάλος: Τη Φεράρι του μπαμπά, θα την πάρω εγώ, το φιατάκι εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τη Χάρλευ του μπαμπά θα την πάρω εγώ, τη βέσπα εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Το κότερο του μπαμπά θα το πάρω εγώ. Το φουσκωτό εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Την πολυκατοικία στο Χολαργό, θα την πάρω εγώ. Τη μονοκατοικία στον Ταύρο, εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τα μαγαζιά στη στοά της Πανεπιστημίου θα τα πάρω εγώ, τα μαγαζιά στο Μπουρνάζι εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τους λογαριασμούς στην Ελβετία θα τους πάρω εγώ. Τους λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Το εξοχικό στη Μύκονο θα το πάρω εγώ. Το σπιτάκι στο Αγκίστρι εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Μεγάλος: Τα κτήματα στην Κρήτη θα τα πάρω εγώ. Τα ξερικά στη Μάνη εσύ.
Μικρός: Εντάξει φιλάκια!
Ο μεγάλος βρήκε από την αρχή παράξενη τη συμπεριφορά του αδελφού του και τον κοιτούσε παράξενα κάθε φορά που έστελνε φιλάκια. Στο τέλος δεν συγκρατήθηκε και ρώτησε περίεργος:
Μεγάλος: Καλά βρε αδελφάκι μου, εγώ τόση ώρα σε αδικώ κι εσύ το μόνο που έχεις να μου πεις είναι "φιλάκια".
Μικρός: Ναι βρε αδελφάκι μου, το κατάλαβα ότι θα γαμηθούμε για την περιουσία και είπα ν αρχίσω τα προκαταρκτικά μια ώρα αρχύτερα.
- Μία οικογένεια πάει διακοπές στο παραθαλάσσιο εξοχικό της.
Δίπλα στο εξοχικό χτίζεται ένα άλλο. Η εξάχρονη κορούλα δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατασκευή του νέου κτηρίου και τη διασκεδάζει να κάνει παρέα και να συζητάει με τους μαστόρους.-Οι μαστόροι, καλόκαρδοι άνθρωποι, τη βλέπουν σαν τη μασκότ τους, την παίζουν, την πειράζουν, την κερνούν μεζέδες την ώρα της ανάπαυλας και τη βάζουν να κάνει και καμιά μικροδουλίτσα, έτσι για να την κάνουν να αισθάνεται σημαντική.-Μόλις συμπλήρωσε η μικρή μια βδομάδα "εργασίας", της έδωσαν 1 ευρώ για πληρωμή. Η μικρή έσπευσε στη μάννα της και της έδειξε περήφανη τα κέρδη από την εργασία της.- Η μάνα περήφανη κι αυτή για την κόρη της, που άρχισε από τόσο μικρή να αντιλαμβάνεται πως ζουν οι ενήλικες. Tην πείθει να ανοίξει ένα λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και να καταθέσει το μισθό της εκεί.-Πηγαίνουν, λοιπόν, στην τράπεζα και όπως ήταν φυσικό ο ταμίας εξεπλάγη από το γεγονός ότι ένα κοριτσάκι κερδίζει τον πρώτο του μισθό σε τόσο μικρή ηλικία. Το κοριτσάκι του λέει περήφανα:
"Βοήθησα μια ολόκληρη βδομάδα τους χτίστες να χτίσουν ένα σπίτι"."Μπράβο.- λέει ο ταμίας- Είσαι πολύ άξιο κορίτσι. Θα δουλέψεις και την επόμενη εβδομάδα;"
Και απαντά το κοριτσάκι :
- "Εάν ο πούστης ο προμηθευτής μας φέρει εκείνα τα γαμημένα τα τούβλα, ναι"
Πλησιάζει ο γύφτος ένα μανεκέν στο Κολωνάκι, που κοιτάζει τη βιτρίνα με κοσμήματα Λαλαούνη και της λέει:
- Μπορείς να ντιαλέξει όποιο τέλει, πληρώνει εγκώ.
Η κούκλα τον κοιτάει καλά καλά, τελικά αφού το καλοσκέφτηκε "τσίμπησε" και άρχισε να ψάχνει.
- Αυτό μ΄ αρέσει, αλλά... να, είναι πολύ ακριβό, 70 χιλιάρικα..
- Κάτι πιο ακριβό να πάρει! Μάστορα, φέρε μας το πιο ακριβό κόσμημα!
Κατεβάζει ο Λαλαούνης τις κασετίνες και δείχνει ένα κόσμημα με πετράδια. Τρέμουν τα χέρια της "μοντέλας" καθώς το θωπεύει..
- Μ΄ αρέσει, αλλά θα είναι πολύ ακριβό...
- Τεσσεράμισι εκατομμύρια, λέει ο Λαλαούνης.
Τα το πάρουμε, λέει ο γύφτος και βγάζει τον μπλοκ επιταγών, γράφει, υπογράφει, κόβει την επιταγή και τη δίνει στο Λαλαούνη. Εκείνος την παίρνει στα χέρια του, αλλά κοντοστέκεται..
- Δεν θέλω να σας προσβάλω, αλλά ξέρετε επειδή είναι Σάββατο, πρέπει να τσεκάρω αν η επιταγή είναι εντάξει, όμως η τράπεζα είναι κλειστή..
- Κανένα πρόμπλεμα, λέει ο γύφτος. Κράτα τη επιταγκή, κράτα και το κόσμημα, δευτέρα πρωί, τσεκάρει με τη τράπεζα και έρχεται η κοπέλα και τα πάρει το κόσμημα. Αν εκεί πρόβλημα, παίρνει εμένα τηλέφωνο.
Δευτέρα πρωί, ο Λαλούνης καλεί το γύφτο στο κινητό:
- Ξέρετε, έχουμε πρόβλημα, η Τράπεζα λέει ότι η επιταγή είναι ακάλυπτη...
- Ε, και; Το κόσμημα ντεν το έχει;
- Το έχω..
- Κράτα το κόσμημα. Σκίσε και τη επιταγκή. Εγκώ ένα... γκαμέσι ήτελα με το κοπέλα και το έκανα!
Ήταν μια φορά 3 παίχτες του Παναθηναϊκού, ο Νικοπολίδης, ο Μπασινάς και ο Καραγκούνης και πήγαν να εισπράξουν τα λεφτά των συμβολαίων τους.
Αφού τα παίρνουν ρωτάει ο Μπασινάς και ο Καραγκούνης τον Νικοπολίδη.
- Ρε Αντώνη, τι θα τα κάνεις τώρα τα λεφτά.
- Να, λέει, σκέφτομαι να πάρω ένα καινούργιο σπίτι και ένα αμάξι.
- Και τα υπόλοιπα;
- Εε, θα τα βάλω στην άκρη να τα έχω.
Ρωτάνε μετά τον Μπασινά.
- Εσύ ρε ʼγγελε τι θα τα κάνεις τα λεφτά;
- Τώρα εγώ όπου να ‘ναι παντρεύομαι, ε θα μου πάρει κάποια λεφτά ο γάμος και θα δώσω μερικά για έπιπλα.
- Και τα υπόλοιπα;
- Θα τα βάλω στην τράπεζα να τα έχω.
Τέλος ρωτάνε και τον Καραγκούνη.
- Εσύ ρε Γιώργο τι θα κάνεις με τα λεφτά;
- Εγώ θα πάρω ένα Cinquecento.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, και τα υπόλοιπα θα τα βάλει η γιαγιά μου...
Μπαίνει κάποιος σε μια τράπεζα φορώντας κουκούλα και κρατώντας όπλο και φωνάζει:
- Ληστεία!Η υπάλληλος έντρομη του λέει:
- Μα τι λέτε κύριε, εδώ είναι τράπεζα σπέρματος!
- Σκάσε μωρή, ληστεία!
- Μα...
- Δεν έχει μα, βγάλε τώρα όλα τα μπουκαλάκια που έχεις στα ντουλάπια!
- Μα...
- Σκάσε, θα σε σκοτώσω!
Τι να κάνει η υπάλληλος, τα βγάζει.
- Γέμισε ένα ποτήρι, και πιες το.
- Μα τι λέτε;!
- Κάντο!
Τι να κάνει, το πίνει.
Και ο ληστής βγάζοντας την κουκούλα λέει:
- Είδες μωρό μου, δεν ήταν τόσο δύσκολο τελικά!
Δύστροπος ο πελάτης, μπαίνει στην τράπεζα και λέει στην ταμία:
- Θέλω ν ανοίξω ένα γαμημένο λογαριασμό!
Σοκαρισμένη η ταμίας, του λέει:
- Δεν πρέπει να σας κατάλαβα καλά, κύριέ μου. Μήπως θα μπορούσατε να επαναλάβετε;
- Ανοιξε τ αυτιά σου, γαμώ το! λέει ο δύστροπος. Είπα ότι θέλω ν ανοίξω ένα
Γαμημένο λογαριασμό τώρα αμέσως.
- Λυπάμαι πολύ, κύριε, αλλά δε δεχόμαστε τέτοιου είδους συμπεριφορά και τέτοια γλώσσα
Στην τράπεζά μας, λέει η ταμίας και φεύγει, να φέρει τον προϊστάμενο.
Μετά από λίγο φτάνουν και οι δύο και ο προϊστάμενος, με τον αέρα της εξουσίας, λέει:
- Ποιο είναι πρόβλημα εδώ;
- Δεν υπάρχει κανένα γαμημένο πρόβλημα, λέει ο δύστροπος. Μόλις κέρδισα 50.000.000
Γαμημένα δολάρια και θέλω ν ανοίξω ένα γαμημένο λογαριασμό σ αυτή την τράπεζα.
- Κατάλαβα, λέει ο προϊστάμενος. Κι αυτή η σκρόφα προσπαθεί να σας κάνει τη ζωή
Δύσκολη;
Eμπρός ... Πιθανότατα είμαι στο σπίτι... Απλώς αποφεύγω έναν αντιπαθητικό τύπο... Άσε μου μήνυμα... άμα δεις και δεν σου τηλεφωνήσω, εσύ είσαι ο εν λόγω.
Σας ευχαριστούμε που καλέσατε ΤΟΥΣ ΜΑ***ΚΕΣ. Αυτή τη στιγμή όλοι οι μα**κές είναι απασχολημένοι. Μετά το Μπιπ αφήστε όνομα και νούμερο και θα βάλουμε έναν μα**κά να σας τηλεφωνήσει το συντομότερο δυνατό.
Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να ρθω στο τηλέφωνο γιατί έχω αμνησία και νοιώθω ηλίθιος όταν μιλάω με κάποιον που δεν τον θυμάμαι. Καλοσύνη σας αν με βοηθήσετε αφήνοντας το όνομα μου και λέγοντας δυο λόγια για το ποιος είμαι. Ευχαριστώ.
Ελα... Ξέρω, μπορείς... Σφίξου λίγο... Έτσι μπράβο... Ένα μικρούλι ,μονάχα ένα μικρούλι Μπιλ... Έλα... Μπράβο... Έλα, πάμε... Να, έτσι - μπιιιιιπ, ένα μικρό, μπιιιιιπ, έλα, πάμε...
Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να ρω στο τηλέφωνο γιατί είμαι στο υπόγειο και τυπώνω μια νέα παρτίδα από Ευρωπεντακοσάρικα. Αν χρειάζεσαι λεφτά, ή αν θέλεις να τσεκάρεις την ποιότητα της δουλείας μου, άφησε όνομα, τηλέφωνο και τι πόσον χρειάζεσαι, μετά το Μπιπ. Αν είσαι από την Κεντρική Τράπεζα, αγνόησε το μήνυμα.
Σε ευχαριστούμε που κάλεσες τις ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΕΣ. Με το Μπιπ, το τηλέφωνο σου θα εκραγεί στέλνοντας μεταλλικά και πλαστικά θραύσματα βαθιά μέσα στο κρανίο σου.
Όχι, όχι!... Όχι αυτό!... Ο, τι άλλο θέλεις, αλλά όχι αυτό! Όχι το μπιπ! Όχι! Έλεος! Όχι το μπιπ! Ο, τι άλλο εκτός από το μπιπ!ΑΑΑΑΑΑιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!
Νοιώθεις κουρασμένος... Τα βλέφαρα σου βαραίνουν... Νυστάζεις φοβερά... Σιγά σιγά χάνεις την βούληση σου... Και θα κανείς αυτό που θα σου πω... Μόλις ακούσεις το Μπιπ θα αφήσεις όνομα, τηλέφωνο και μήνυμα.
Εμπρός... Ο αυτόματος τηλεφωνητής χάλασε... Σας μιλάει το ψυγείο... Παρακαλώ, αφήστε το μήνυμα σας μετά το μπιπ, μιλώντας αργά, και θα
Μου το κολλήσω απ` έξω με ενα μαγνητάκι.
Βρίσκετε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ένας πόντιος.
Εκεί ο πόντιος αφού πρώτη φορά στη ζωή του είδε γυναίκες με φερετζέ άρχισε να τις πειράζει. Τον συνέλαβαν γι αυτό και τον οδήγησαν στο δικαστήριο. (Σε πολλές Μουσουλμανικές χώρες ισχύει ακόμα ο Ισλαμικός νόμος). Εκεί αφού ο δικαστής έμαθε για την πράξη του ανακοινώνει την απόφαση:
- Aμπντούλ γά**σε τον 5 φορές. Ο Aμπντούλ ήταν ο δήμιος. Ο πόντιος πανικοβλήθηκε και άρχισε να δωροδοκεί τον Aμπντούλ.
- Έλα ρε Aμπντούλ τώρα τι να γα**σεις από μένα, σιγά τον κώλο που έχω, έλα και εγώ θα σου δώσω χρήματα... και άλλα τέτοια. Στο μεταξύ οι δίκες συνεχίζονταν και ο πόντιος τις παρακολουθούσε συνεχίζοντας να παρακαλεί τον Aμπντούλ.
- Τι έκανες εσύ; -Έκλεψα ένα ρούχο.
- Aμπντούλ κόψιμο το χέρι.
- Τι έκανες εσύ; -Βίασα.
- Aμπντούλ κόψιμο το πουλί του. Όσο περνούσε ο χρόνος τόσο τρόμαζε πιο πολύ ο Πόντιος.
- Τι έκανες εσύ; -Έκλεψα μια τράπεζα.
- Aμπντούλ κόψιμο τα χέρια και τα πόδια.
- Τι έκανες εσύ; -Σκότωσα.
- Aμπντούλ κόψιμο το κεφάλι. Σε κάποια στιγμή τελείωσαν οι δίκες και λέει ο Δικαστής:
- Aμπντούλ εκτέλεσε τις αποφάσεις. Τους παίρνει όλους μαζί ο Aμπντούλ να τους πάει για να εκτελέσει την ποινή τους. Στο δρόμο ο πόντιος κατατρομαγμένος με όσα άκουσε λέει στον Aμπντούλ :
- Aμπντούλ εμείς τα είπαμε έτσι; Μην ξεχνιόμαστε. Γαμι**κι Aμπντούλ έτσι; Γαμι**κι.
Μια γριά πάει στην Εμπορική Τράπεζα και λέει ότι θέλει να δει τον πρόεδρο.
Τη ρωτάει ο ταμίας γιατί και λέει ότι θέλει να κάνει μια μεγάλη κατάθεση και θα την κάνει μόνο στον πρόεδρο. Με τα πολλά, μετά από καμιά ώρα την πάνε στο γραφείο του προέδρου. Μετά τα τυπικά τη ρωτάει ο πρόεδρος γιατί επέμενε να δει τον ίδιο και λέει ότι θέλει να κάνει μια μεγάλη κατάθεση.
- Τι ποσό; ρωτάει ο πρόεδρος.
- 300.000 Ευρώ, απαντάει η γριά.
- Μπορώ να ρωτήσω πώς το μαζέψατε αυτό το ποσό, ρωτάει ο πρόεδρος.
- Από σίγουρα στοιχήματα, του λέει εκείνη.
- Δηλαδή;
- Για παράδειγμα, του λέει, βάζω στοίχημα 20.000 Ευρώ ότι τα αρχ... σου είναι τετράγωνα. Και για να είναι έγκυρο το στοίχημα θα έρθω αύριο στις 10 ακριβώς με το δικηγόρο μου να το επικυρώσει.
- Εντάξει, της λέει εκείνος.
Το βράδυ που πάει σπίτι ο πρόεδρος κοιτάζει στον καθρέφτη τα αρχ... του, τα εξετάζει για να σιγουρευτεί και είναι κανονικά, όλα εντάξει.
Το επόμενο πρωί στις 10 ακριβώς ήρθε η γριά με το δικηγόρο της.
- Μπορείτε να κατεβάσετε το παντελόνι να τα εξετάσουμε; του ζητάει η γριά.
- Βεβαίως, λεέι εκείνος και το κατεβάζει.
- Μπορώ να τα πιάσω να εξακριβώσω το σχήμα τους; ρωτάει εκείνη.
- Βεβαίως, της λέει.
- Πράγματι, λέει τότε, δεν είναι τετράγωνα. Σας χρωστάω 20.000 Ευρώ.
Εκείνη τη στιγμή ο πρόεδρος βλέπει το δικηγόρο να χτυπιέται και ρωτάει τη γριά γιατί.
Και τότε η γριά του λέει:
- Είχα βάλει μαζί του στοίχημα 100.000 Ευρώ ότι στις 10 σήμερα το πρωί θα έπιανα τα αρχ... του προέδρου της Εμπορικής Τράπεζας.
Κάποιος κύριος κέρδισε 60.
000.000 στο ΛΟΤΤΟ. Πάει λοιπόν να τα πάρει από την τράπεζα και όταν τελειώνει δίνει στον ταμία 50 δραχμές (χουβαρντάς για...). Έτσι τώρα έχει 59.999.950 δρχ. Το όνειρό του ήταν να αγοράσει μία Porse. Πηγαίνει λοιπόν στην αντιπροσωπεία και λέει:
- Θέλω μία Porse!
- Βεβαίως, η φθηνότερη που έχουμε κοστίζει 60.000.000 δρχ.
- Ωραία ορίστε τις 59.999.950 δρχ.
- Σας παρακαλώ κύριε, δεν καταλαβαίνετε; Σας είπα 60.000.000 δρχ.
- Τι, για 50 δρχ. κάνετε έτσι;
- Δε γίνεται τίποτα κύριε. Η Porse έρχεται με τιμή fix από τη Γερμανία και δε μπορώ να σας τη δώσω ούτε ένα δεκάρικο λιγότερο.
- Μην ξέροντας, λοιπόν, τι να κάνει, βγαίνει έξω και ρωτάει έναν περαστικό:
- Συγγνώμη, κύριε, μήπως έχετε να μου δώσετε 50 δρχ. να αγοράσω μία Porse;
- Να ρε φίλε, πάρε κατοστάρικο να αγοράσεις και για μένα μία!